"Το Δέντρο του Ιούδα",Μιχάλης Μακρόπουλος


Στα αγγλικά-λέει η wikipedia -το δέντρο Κέρκις η κερατονιοειδής ή κουτσουπιά αναφέρεται κι ως "Δέντρο του Ιούδα" από παράφραση του arbre de Judée δηλαδή δέντρο της Ιουδαίας.Είναι ένα όμορφο δέντρο που έχει φύλλα καρδιοειδή και άνθη έντονα μωβ κι ανθίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι και τα τέλη Απριλίου.Την σχεδίασε ο Ματίς και είναι πολλοί οι παλιότεροι και οι σύγχρονοι ζωγράφοι που την αγαπούν σαν θέμα.
Η κουτσουπιά όμως στο Δελβινάκι, το χωριό στο οποίο επιστρέφει ο Ηλίας, ο κεντρικός ήρωας του Μιχάλη Μακρόπουλου,δεν είναι ανθισμένη,δεν εμπνέει ποιητές και εικαστικούς και της ταιριάζει απολύτως και μόνον η ξενική παράφραση.Δέντρο του Ιούδα.
Μες το βαρύ ηπειρώτικο καταχείμωνο η κουτσουπιά θα γίνει μάρτυρας θανατικών,προδοσίας κι ενός τέλους που σηματοδοτεί το κλείσιμο επώδυνων καταστάσεων,ηττημένων ζωών και ξεστρατισμένων πορειών μέσα στον χρόνο.Ο Ηλίας αποφασίζει να οικειοποιηθεί ό,τι αυτός ως ένα βαθμό προκάλεσε για να γεμίσει την δική του αθέλητη κενότητα μα όχι γιατί είναι εγωιστής,κάθε άλλο.
Αυτό το δανεικό τέλος είναι η αρχή της πολύσημης θυσίας του που αξίζει να προβληματίσει τον αναγνώστη αν καλώς έγινε κι αν,αλληγορικά βεβαίως, τον αφορά σαν ηθική προσέγγιση και στάση ζωής ή όχι.

Δίνω τον λόγο στον ίδιο τον Μακρόπουλο γιατί έτσι απλά μ΄άρεσε το κείμενό του αυτό που δημοσιεύτηκε στην στήλη "Σε Α' Πρόσωπο" στο diastixo.gr,όπως έτσι απλά μ΄άρεσε η νουβέλα του, απόλαυσα την λιτή της διατύπωση και την προφυλαγμένη από επιδεικτικές υπερβολές πυκνότητα λόγου και νοημάτων,την μεστότητα της ίδιας της απλής ανθρώπινης,δυνατόν να συμβεί ιστορίας που αφηγείται,την γλωσσική δεινότητα του ίδιου και την σεμνή εμφάνιση της αφήγησης εν τέλει σαν μια από τις εκδόσεις του 2014 από την Κίχλη (άλλο ένα φροντισμένο βιβλίο)που δεν μας γάνωσε κανείς τ΄αυτιά για την ποιότητά της κι όμως είναι και ποιοτική και πανέμορφη και καλή ελληνική λογοτεχνία. 



Στα πενήντα τρία του χρόνια ο Ηλίας χάνει δουλειά και οικογένεια,και γυρνάει στο χωριό του, στο Δελβινάκι ψηλά στο Πωγώνι,στα ελληνοαλβανικά σύνορα, για να μείνει με τη χηρεμένη μάνα του. Είναι ένας άνθρωπος έρημος μέσα του,που επιστρέφει σ' έναν έρημο τόπο.Ο μοναδικός του φίλος στο χωριό είναι ο διευθυντής του τοπικού τμήματος συνοριοφυλακής,ο Κώστας Μεντής. Μια νεαρή Αλβανή βρίσκεται κατακρεουργημένη έξω απ' το χωριό και η εξιχνίαση του φόνου γίνεται για τον Ηλία έμμονη ιδέα.Αυτή είναι στο Δέντρο του Ιούδα, με δυο λόγια, η «αστυνομική» του ιστορία, το «κέλυφος» του βιβλίου, που το δούλεψα δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως ανατροπές για την ανατροπή και μόνο, αλλά με μοναδικό μου μέλημα να είναι πάντοτε η ιστορία μου ειλικρινής απέναντι στα πρόσωπά της -να είναι αυτά τα πρόσωπα αληθινοί άνθρωποι κι όχι προφάσεις για να υφανθεί και να διαλευκανθεί ένα μυστήριο.Έτσι, μέσα του, αυτό το «αστυνομικό κέλυφος» της ιστορίας μου κλείνει για τον ήρωά μου, τον Ηλία, και για τους γύρω του βαθιές κι ακόμα βαθύτερες ψυχικές στρώσεις: υπάρχει απονέκρωση κι από κάτω αγάπη, καρτερία κι από κάτω πόνος, αδελφική φιλία κι από πίσω προδοσία και παραπίσω φιλία ακόμα πιο βαθιά, που φτάνει ως τη θυσία. Για να πω την ιστορία μου, βασική μου έγνοια –και πώς αλλιώς;– ήταν η γλώσσα. Ήθελα ο σπαραγμός του ήρωά μου να δίνεται υπόκωφος, ψιθυριστός, με την επιλογή που 'κανα στις λέξεις και με τον τρόπο που έβαζα τη μία πλάι στην άλλην τις προτάσεις μου – και πάνω απ' όλα μ' ό,τι επέλεγα ν' αφήσω άρρητο (που στη λογοτεχνία είναι, πιστεύω, εξίσου σημαντικό, αν όχι και πιο σημαντικό, από τις λέξεις, όπως στη μουσική οι παύσεις έχουν την ίδια σπουδαιότητα με τις νότες). Ήθελα η γλώσσα να είναι απλή, χωρίς πολλά πολλά, μα και με μια απέριττη ποιητικότητα. Ήθελα να είναι «φυσική», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Μετρημένα, χρησιμοποίησα λέξεις του τόπου. Κατά κάποιον τρόπο, μπορεί και ενστικτωδώς, θέλησα δίχως να θυσιάσω το σήμερα να έχει η γραφή μου κάτι «κλασικό»· κι ας εκτυλίσσεται τώρα η ιστορία μου, να είναι πιο διαχρονική απ' οτιδήποτε στενά τωρινό.Και εδώ, όπως και στις προηγούμενές μου νουβέλες Σπουργίτω και Γράχαμ, δίνω την ασφυχτική αίσθηση του μικρού τόπου, της ελληνικής επαρχίας, μα που σαν αντίβαρο τη συντροφεύει ένα πέταγμα της ψυχής όταν το βλέμμα μπορεί ανεμπόδιστο να πλανιέται από βουνό σε βουνό. Τον τόπο της ιστορίας μου, το Πωγώνι, τον έχω γνωρίσει και τον αγαπώ, μα πόρρω απέχουν η ματιά μου και η σκέψη μου απ' οποιαδήποτε διάθεση ηθογραφικής αποτύπωσης. Αν ο μικρός τόπος εντέλει με βολεύει, ο λόγος κατ' αρχάς είναι πως στην ερημιά ο άνθρωπος βρίσκεται πιο ξεκάθαρα μόνος απέναντι στον εαυτό του, αποχτά άλλο βάθος και μιαν άλλη πληρότητα. Και τα μέρη που περπατάει ο ήρωάς μου τα έχω ο ίδιος περπατήσει εκατοντάδες φορές, έτσι μπορούσα σ' όλη μου την ιστορία να τον ακολουθώ –σκιά του– στα μοναχικά βήματά του.

Σχόλια

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτσι απλά, λοιπόν, ο γράφων σας ευχαριστεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αστειεύεστε,εγώ σας ευχαριστώ.Καλή δύναμη,μακάρι να είχαν κι άλλοι τη σεμνότητά σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Βιβή, το τελείωσα κι εγώ χθες βράδυ και είμαι συγκλονισμένος.
    Έχει ατμόσφαιρα, χαρακτήρες
    και κυρίως μια βαθιά επικαιροποίηση της βιβλικής ματιάς: ο Ιούδας είναι δίπλα-μας.
    Τρέχω να γράψω έναν χείμαρρο σκέψεων
    Καλημέρα
    Πατριάρχης Φώτιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πατριάρχη περιμένω με ανυπομονησία τις αναλυτικές εντυπώσεις σου και σου προτείνω και τον "Καρυότυπο" του Παπαντώνη και το "Και Τώρα δεν είναι Αργά" του Αρκουδέα με τα έξοχα χαρακτικά του Σταυρακαντωνάκη.Μ΄αυτά τα τρία διαβασμένα το ένα κατόπιν του άλλου είπα δόξα τω Θεώ,καλά πάμε,κάτι θα βγει.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου