"Το Μαχαίρι της Μήδειας",Νίκος Σαλτερής


Αν μπορούσα να ενώσω με μαγική κλωστή όλες τις αντρικές και τις γυναικείες συγγραφικές κραυγές αγωνίας για το που πάει ο σύγχρονος άνθρωπος,έτσι όπως διαμόρφωσε αυτές τις ανταγωνιστικές και μη αλληλέγγυες κοινωνίες στις οποίες πρέπει να κάνει αγώνα ανώμαλου δρόμου για να επιβιώσει και όχι,φοβάμαι,για να ζήσει ελεύθερος -όπως θα έπρεπε και του αξίζει αληθινά , συμφιλιωμένος με την ζωοδότρα Φύση-, τότε θα έβαζα στην ίδια πλευρά πολλά ανόμοια μεταξύ τους σε πρώτη ματιά βιβλία δημιουργών,οι οποίοι καταλήγουν ο καθένας με τον ιδιαίτερο τρόπο του στο ίδιο σημείο:στον άνθρωπο μετά το φύλο.Στο υπέροχο (θεωρητικά) αυτό πλάσμα πάνω στην γη που είτε ως άντρας είτε ως γυναίκα δεν έχει βρει παρά την ευφυΐα και την (όποια) πρόοδό του,τον βηματισμό του προς την αρμονία. 

Σκέφτομαι (χωρίς φυσικά να κάνω συγκρίσεις,δεν χρειάζονται) ότι πχ ο Ζουργός στο κατ΄αρχάς αντροπαρεΐστικο μυθιστόρημά του "Ανεμώλια" βάζει μια πτυχή,η συγκλονιστική Γέλινεκ στα σπαραχτικά της βιβλία "Πιανίστρια" και "Λαγνεία" μια άλλη,ο απαράμιλλος Φραντς Κάφκα στην "Μεταμόρφωση" μια τρίτη και πάει λέγοντας.Οι συγγραφείς είναι άνθρωποι πάνω απ΄όλα και μετά γυναίκες και άντρες και η τέχνη τους είναι -πριν γίνει εμπόριο,όπως είπε ο Κώστας Μουρσελάς- η κραυγή αγωνίας όλων μας.Λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρισμένοι και μη συγγραφείς -καθώς αυτό είναι σχετικό με χίλια δευτερεύοντα στοιχεία κι όχι απαραιτήτως με το ταλέντο τους- σ΄όλα τα μήκη και πλάτη της γης καταπιάνονται με την ενδοσκόπηση του ανθρώπινου είναι και βάζουν μια χρήσιμη και καλόδεχτη ψηφίδα στο τεράστιο αυτό μωσαϊκό.Γαντζωνόμαστε, ενίοτε εμμονικά, από τα βιβλία (τους) για να κατανοήσουμε και να ξορκίσουμε στις σύντομες και συχνά σπαταλημένες ζωές μας τις παρουσίες και τις απώλειες τις δικές μας μα και των άλλων,να αφυπνιστούμε,να γίνουμε έστω και λίγο καλύτεροι.

Ο Νίκος Σαλτερής είναι ένας από τους ευαίσθητους,σκεπτόμενους διαρκώς κριτικά,ταλαντούχους γραφιάδες των ελληνικών γραμμάτων που γράφουν για την ζωή από την πλευρά,αλλά σε καμία περίπτωση από το αντίπαλο στρατόπεδο,του άντρα που πέρα από το φύλο του αναζητά με καθαρή και αυτοκριτική ματιά τον βηματισμό του σαν άνθρωπος σε μια κοινωνία που ακόμα μπουσουλάει όπως όπως προσπαθώντας να σηκωθεί ,κάποτε, όρθια.
Με το μυθιστόρημά του "Το Μαχαίρι της Μήδειας" που εκδόθηκε από την Εμπειρία Εκδοτική ο Σαλτερής μετά από τρία καλογραμμένα και ενδιαφέροντα μυθιστορήματα, ένα από τα οποία είχα παρουσιάσει κι εδώ και αρκετά διηγήματα πολύ χαρακτηριστικά, διανύει εμφανώς την πιο ώριμη συγγραφική του στιγμή από κάθε άποψη,τεχνικά και θεματικά, χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλείψει τις προσφιλείς του πηγές από τις οποίες αντλεί το εξαιρετικά ενδιαφέρον πρωτογενές και ατελείωτο υλικό του :τις καθημερινές καταστάσεις και τις διαπροσωπικές τριβές των ανθρώπων στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο τους και μάλιστα όταν ο ένας μπαίνει στον άλλο και τον καθορίζει δραματικά,σαν άτομα και πάσχοντα υποκείμενα και ταυτοχρόνως αντικείμενα συναισθηματικής συναλλαγής σ΄ένα κοινωνικό γίγνεσθαι που έχει χάσει την αθωότητά του αλλά την ίδια στιγμή δικαιούται να την διεκδικεί και πάλι από την αρχή.

Κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας που χρονικά τελειώνει ή ξαναρχίζει από την αρχή-όπως το προσεγγίσει αναγνωστικά καθένας-πριν ξεσπάσει και επισήμως η ελληνική κρίση το 2009 και την οποία ιστορία έξοχα και βαθιά ανθρωποκεντρικά ανατέμνει ο Σαλτερής είναι ο αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Δέτσης που σηκώνει στις αφηγηματικές του πλάτες το alter ego του, τον δίδυμο αδελφό του Άλκη.Ευρηματικός από την αρχή ο συγγραφέας μοιράζει επιδέξια τα χαρτιά για την πρωτοπρόσωπα αφηγούμενη παρτίδα που θα παιχτεί χωρίς οίκτο στις και με τις ζωές τους σε διάστημα ενός χρόνου,χρόνου πρακτικά δώδεκα μηνών αλλά  του οποίου το συναισθηματικό αντίκρυσμα και η απολογιστική έκταση αμέτρητων πραγμένων είναι η μισή τους ζωή για τον έναν(τον Αλέξανδρο)και ολόκληρη για τον άλλο(τον δολοφονημένο Άλκη).
Μαζί τους στον χορό και στους μεγάλους ρόλους της τραγωδίας που βιώνουν και οι δυο τους μέσα από το περισσότερο φιλοσοφημένο και συλλογικό,αριστερό προφίλ του ενός,του Αλέξανδρου, επεμβαίνουν και παρεμβαίνουν πολλά πρόσωπα:οι σύζυγοι,τα παιδιά τους,οι ερωμένες,οι εραστές,οι συνεργάτες και οι εργοδότες,οι φίλοι και οι "φίλοι",οι σύντροφοι και οι "σύντροφοι",οι ξένοι και οι δικοί όπως είναι δυνατόν να τους εκλάβει ως τέτοιους ο αναγνώστης αλλά και τα φαντάσματα των γονιών τους,ειδικά της μάνας και του παππού τους,φαντάσματα ισχυρότατα που τουλάχιστον ο Αλέξανδρος τα κουβαλάει αγόγγυστα στην ζωή του και ολοένα τα βρίσκει μπροστά του,όχι πάντα για κακό.
Οι προδοσίες κάθε λογής είναι η αχίλλειος πτέρνα του Αλέξανδρου,η αγωνία,η έννοια ,ο Γολγοθάς του.Ξεσπάνε όλες μαζί,είναι σαν να τις έλκει εκείνος ασυνείδητα μεν αλλά και σαν για να ξεσκαρτάρει,να τελειώνει με τις παθητικές καταστάσεις και τα πρόσωπα των οποίων η αδράνεια δεν αντέχεται άλλο.
Στο οπισθόφυλλο ο συντάκτης του-ένα πράγματι πολύ καλό οπισθόφυλλο-μας βάζει με εξαιρετικό τρόπο στην ιστορία που εντός του πυκνά και πρωτοπρόσωπα και με αψεγάδιαστη αφηγηματική τεχνική θα διηγηθεί ο Σαλτερής ως Αλέξανδρος,κάνοντας δεκάδες παράλληλες, μύχιες σκέψεις που όμως ενεργοποιούν και τον αναγνώστη γιατί κατά τμήματα ή και ατόφιες τον αφορούν άμεσα,είναι και η δική του ζωή σ΄αυτήν την χώρα,μ΄αυτούς τους ανθρώπους. 
Ο Αλέξανδρος με τη στάση, τις ενέργειες και τις παραλείψεις του επέτρεψε να γίνει έρμαιο στις αποφάσεις των άλλων.Έρχεται όμως η στιγμή κατά τη διάρκεια μιας παράστασης αρχαίου δράματος που η γυναίκα του Σοφία τον εγκαταλείπει απρόσμενα και η ρουτίνα της καθημερινότητάς του μοιάζει να μην αποτελεί πια κάτι δικό του, ένα αναπόσπαστο μέρος του είναι του, κάτι που δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτό.Η ανεξιχνίαστη δολοφονία του πετυχημένου, δίδυμου αδελφού του Άλκη, η αποκάλυψη ότι δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του γιου του, η αισχρή προδοσία του Νικηφόρου, παλιού "συντρόφου" του, η σεξουαλική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ' αυτόν και τη Μελίνα, την επιστήθια φίλη της γυναίκας του, η ανακάλυψη ενός πακέτου φωτογραφιών, ξεχασμένων από τις αρχές του περασμένου αιώνα είναι μερικά από τα γεγονότα που διαδέχονται τη φυγή της Σοφίας και τον ωθούν να ξεκινήσει -έστω κι αργά- το ταξίδι της ζωής του.Το ταξίδι που ανέβαλε χρόνια,προσκολλημένος στην προκυμαία,φορτώνοντας το πλοίο του άχρηστες πραμάτειες, καθιστώντας το αδύνατο να αποπλεύσει.Είναι, λοιπόν, οι άλλοι η Σοφία, ο Άλκης, ο Νικηφόρος, η Μελίνα που ο καθένας με τον τρόπο του και χωρίς τη θέλησή τους τον απάλλαξαν από το έρμα, τον ελάφρυναν και τώρα, επιτέλους, είναι έτοιμος να σαλπάρει. Η Μήδεια, η βάρβαρη, το τόλμησε δύο φορές θυσιάζοντας ό,τι πολυτιμότερο είχε, ματώνοντας το μαχαίρι της, σκοτώνοντας κομμάτια του εαυτού της. Εκείνος;
Οι πολιτικές μπηχτές,πικρές μα όχι πικρόχολες,φιλοσοφημένες και με έρεισμα δεν λείπουν.Τον ήρωα τον πονάει η κοινωνία και η Αριστερά της μεταπολίτευσης με τα πραγμένα της ή όλα αυτά που δεν έκανε,αναρωτιέται τι έγινε,πού χάθηκε η ελπίδα και το όνειρο,ψάχνει τι έφταιξε,κάνει μια βαθιά, σοβαρή κριτική που πρώτα απ΄όλα στοχεύει στον ίδιο και στα χαΐρια της γενιάς του,που αγάπησαν αυτήν την αριστερά αλλά εκείνη μοιάζει να τους έχει προδώσει σε όλα.
Είναι αδιαπραγμάτευτα οξυδερκής,έχει χιούμορ,φιλοσοφεί με μέτρο,εκθέτει σκέψεις,παραδέχεται αδυναμίες.Σε περισσότερες από 400 σελίδες,μεστές από κάθε άποψη, ο συγγραφέας,με δυο θαυμάσια αλληγορικά παραμύθια που τα συνδέει με το κυρίως αφήγημα και με αρκετές ωραίες εγκιβωτισμένες ιστορίες που μιλάνε για τις ρίζες τού ήρωα  -εστιάζοντας στην μάνα και τον παππού του- ξετυλίγει την ζωή του και μαζί την ζωή και την νοοτροπία μιας ολόκληρης γενιάς.Τα νήματα από το κοινό κουβάρι ξεμπερδεύονται αργά,(απο)καλύπτοντας ημερολογιακά όλον κι όλον ένα χρόνο,όπως ήδη ανέφερα.Η αφήγηση ξεκινά από μια σημαδιακή παράσταση ένα καλοκαίρι στο Ηρώδειο που βάζει επίσημα τον χωρισμό του με την γυναίκα του στην καθημερινότητά του και εξαιτίας του γεγονότος αυτού που λειτουργεί σαν να είναι εκρηκτικός μηχανισμός αρχίζει η κατάρρευση του οπωσδήποτε τραυματισμένου από πρότερους κλυδωνισμούς οικοδομήματος που είναι η ζωή τους και φτάνει χρονικά ως το επόμενο καλοκαίρι της περισυλλογής κοντά σε αγαπημένα πρόσωπα στο κυκλαδίτικο νησί ,που δεν κατονομάζεται αλλά ξέρουμε πως είναι το προγονικό καταφύγιο,το λιμάνι του,το ύστατο ησυχαστήριο,το αποκούμπι του,ειδικά αφού γυρίσει σελίδα.
Λέει πολύ χαρακτηριστικά συμπυκνώνοντας:
Τρικυμία κι ανάμεσα στα κύματα η ζωή μου να επιπλέει,σαν να επικρατούσε απόλυτη νηνεμία.
Είναι αρκετή αυτή η έκταση,είναι (σαν)μια τρικυμία και φτάνει και περισσεύει ετούτη η ρωγμή του χρόνου για να ειπωθούν όλα,να μπει το μαχαίρι μιας αόρατης Μήδειας τόσο βαθιά,ως εκεί που πρέπει, για να επέλθει η βίαια -γιατί δεν μπορεί να είναι παρά βίαια και σχεδόν τυφλή- η λυτρωτική σύγκρουση.Ο Αλέξανδρος του παρελθόντος έμοιαζε να τα αντέχει όλα.Δεν του βγήκε σε καλό.
Η κατάσταση της κόρης του της  Ελισάβετ στην οποία έχει αδυναμία -τα οιδιπόδεια, και πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν,δίνουν και παίρνουν- φαίνεται ανάμεσα σε τόσα στραβά να είναι η μόνη που τον τσιγκλίζει τόσο ώστε να αντιδράσει επιτέλους επιθετικά και να βάλει σε εφαρμογή σχέδιο εκδίκησης. Ούτε εκεί βέβαια τα καταφέρνει εντελώς αλλά όχι επειδή δεν είναι ικανός ο ίδιος.Έτσι κι αλλιώς δεν είναι σαν τα μούτρα τους,ποτέ δεν ήταν,δεν θέλησε να γίνει ό,τι πιο πολύ σιχάθηκε,προδότης δηλαδή και ξερόλας,παρτάκιας δεξιός  ή αριστερός χρηματολάγνος της πλαστικής και επίπλαστης ευμάρειας τριών, τουλάχιστον, πρόσφατων δεκαετιών γι αυτό άλλωστε έχει έρθει σ΄αυτό το οριακό σημείο.


Οι βιβλιοφιλικές,οι σινεφίλ,οι θεατρόφιλες και λοιπές καλλιτεχνικές αναφορές είναι πολλές και πολύ αξιόλογες,γίνονται δε για κάποιο λόγο που σχετίζεται πάντα με το σημείο στο οποίο βρίσκεται η αφήγηση και σκορπισμένες έξυπνα σ΄όλο το σώμα του κειμένου δεν μετατρέπονται σε καμία στιγμή σε δεκανίκι εντυπωσιασμού του αναγνώστη.Αυτό το εκτιμώ ιδιαίτερα στα σύγχρονα μυθιστορήματα. Σπάνια, δυστυχώς, γίνεται με μέτρο.
Η διακειμενικότητα εδώ όμως είναι τόσο διακριτική που όχι μόνον δεν υπονομεύει τον αυθεντικό λόγο του συγγραφέα αλλά θα θεωρήσω την χρήση της τουλάχιστον υποδειγματική και μαζί με τον άριστο χειρισμό της γλώσσας,τους λίγους και ουσιαστικούς διαλόγους και το θέμα αυτό καθαυτό γίνεται ένα από τα βασικά υλικά με τα οποία ο Νίκος Σαλτερής ενεργοποιεί την έμπνευσή του και προσφέρει σε μας ένα υπέροχο εντέλει μυθιστόρημα για το οποίο δεν έχουν τελειωμό αυτά που θέλω να πω,τα καλά και μόνο καλά λόγια κι έτσι προτιμώ να σταματήσω και απλά να σας το προτείνω ανεπιφύλακτα,ζητώντας σας να μη φοβηθείτε τον όγκο και τον αριθμό των σελίδων του.

Σχόλια