"Γκιακ",Δημοσθένης Παπαμάρκος



Με σώας τας φρένας  και έξτρα κόκκινο για το υποκείμενο και το ρήμα.

Ο νεότατος (έλα χριστιανή μου,είναι τώρα κριτήριο αυτό που υιοθετείς από την αρχή κιόλας της ανάρτησης;)Δημοσθένης Παπαμάρκος (συνεχίζω,απαντώντας στην μπηχτή:ναι,ρε φίλε ,φυσικά είναι κριτήριο,είναι κριτηριάρα το να΄σαι 26 ή 30 χρόνων και να έχεις τέτοιο ταλέντο)συζητιέται ήδη πολύ και τα οχτώ + ένα άλλο πονήματά του τα μαζεμένα σε μια πανέμορφη από άποψη αισθητικής συλλογή διηγημάτων που φέρει τον τίτλο "Γκιακ"και ήδη έβαλε φωτιά στα μπατζάκια μας ριγμένη πολύ θαρραλέα στο ελληνικό αναγνωστικό μίξερ από τις εκδόσεις Αντίποδες,νεαρότατες κι αυτές γεννημένες μες την κρίση,προχωράνε ακάθεκτα προς τρίτη έκδοση.Του(ς)εύχομαι και τέταρτη και πολλοστή,από καρδιάς δε η ευχή.Τα οχτώ διηγήματα + το ένα εκείνο το άλλο είναι από κάθε άποψη, τεχνική και θεματική, από πολύ καλά έως εξαιρετικά αν και.
Αν και,αλλά,όσο τρελό ή αντιφατικό φανεί αυτό που θα ξεστομίσω στην συνέχεια,εκτός από δυο τα οποία με καταγοήτευσαν,το "Γυάλινο Μάτι" και το καταπληκτικό "Νόκερ" το ποτισμένο ως το μεδούλι με την θεία κοινωνία του μέγιστου Δημοσθένη Βουτυρά (όποιος έχει διαβάσει τον "Θρήνο Των Βοδιών" καταλαβαίνει τι του λέω,αν δεν το έχει διαβάσει να σπεύσει να το κάνει))και με τα οποία έπαθα την πλάκα μου (αίσχος,σας τα λέγαμε ότι αυτοί οι μπλόγκερς είναι κάτι άκυροι τύποι με το απωθημένο του συγγραφιλικίου οι πιο πολλοί και να προτιμάτε εμάς για να βγάζουμε και κάνα φράγκο και να μας δίνουν κάνα βιβλιαράκι τζαμπαί,άκου έπαθε την πλάκα της)και για τα οποία δεν υπάρχει περίπτωση να εκτοπισθούν από άλλα στην ολοένα και πιο φορτωμένη μνήμη μου,θα ομολογήσω ότι δεν ένιωσα όπως έπρεπε.Ελπίζω λέγοντάς το και χαρακτηρίζοντας την ίδια στιγμή την συλλογή και έξοχη και πολύ ενδιαφέρουσα να μην θεωρηθώ εν συγχύσει και αγενής,απλώς δεν υπάρχει λόγος να λέμε ψέματα και για να μην στεναχωρήσουμε δημιουργούς που αναγνωρίζουμε την δουλειά τους να κάνουμε μεσοβέζικες (τι άλλο θα΄ταν;) υπεκφυγές. 
'Η ερωτεύεσαι ένα βιβλίο γιατί έτσι ή όχι.Αν καταλαβαίνεις βέβαια πόσο καλό είναι πρέπει και να το επαινείς.Οφείλεις δε να καταλάβεις αν είναι καλό και τότε να μην τσιγκουνευτείς επαινετικά λόγια, μα αν δεν το αγαπήσεις τρελά γιατί δεν το νιώθεις,επειδή και πάλι δεν θα αλλάξει η αξία του δεν χρειάζεται να λες ψευτιές.
Φυσικά λοιπόν και διέκρινα την αξία του Παπαμάρκου ,(τόσο διάβασμα επί τόσα χρόνια τι στο καλό, κάτι καταλαβαίνω)και παραμένοντας πιστή στην ανάγκη διάδοσης της φιλαναγνωσίας που αφορά την λογοτεχνία που κάτι έχει να πει και ει δυνατόν μόνον αυτή,το ζητούμενό μου δεν ήταν πια μόνο το προσωπικό  -αν άρεσε ή όχι δηλαδή σε μένα και γιατί- αλλά  το να βάλω στον πειρασμό κι άλλους αναγνώστες να τον αναζητήσουν αυτόν τον τόσα πολλά υποσχόμενο γραφιά -είδατε σεβασμό στα κλισέ, ε;-και να τον διαβάσουν προσεχτικά ώστε να εξάγουν εκείνοι δικά τους συμπεράσματα, χωρίς όμως κι εγώ σε τούτο το μπλογκ -που δεν χρωστάει παρά μοναχά της Μιχαλούς- να κάνω σκόντο στις κρίσεις μου, όσες τέλος πάντων δικαιούμαι,επειδή αυτό δεν θα ήταν τάχα ευγενικό! Έλεος πια με το φίμωτρο που θέλουν να βάλουν στους αναγνώστες μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου!(Ιδού και θαυμαστικά που μας την λένε τελευταίως και γι αυτά).
Το ξέρω πως ευγενικό ιδιαιτέρως δεν είναι μα τα ψέμματα και οι στημένοι,οι μονοκόμματοι έπαινοι είναι τρισχειρότεροι,υποκρισία είναι να γράφονται τα καλύτερα δημοσίως,να λέγονται μπροστά σε ανθρώπους κι από πίσω τα φτυάρια να δουλεύουν φουλ ωράρια.Οπότε κι εγώ εσχάτως άρχισα  να προτιμώ τα μη ευγενικά γιατί δεν με βλέπω καλά,με φτυάρια με βλέπω εκών άκων και δεν θέλω να λουστώ ό,τι κορόιδευα..

Με δεδομένο λοιπόν ότι έχουμε να κάνουμε με μια πάρα μα πάρα πολύ καλή λογοτεχνία,απ΄αυτές που τάζουμε στον Άη Φανούρη πίτες και ξανάμανα πίτες για να μας προκύψουν,επιτρέψτε μου να μοιραστώ ταπεινή επιφύλαξη που πιλάτευε το φτωχό μου το μυαλό,ότι δηλαδή δεν χρειαζόταν, λέω , ίσως,νομίζω κτλ όλα υποκειμενικά και σε α΄πρόσωπο,ο ταλαντουχότατος (ναι,και λέξεις φτιάχνουμε) Παπαμάρκος το δεκανίκι (ε,δεν είναι καμιά φορά ολίγον από δεκανικάκι;)των αρβανίτικων και της μαλεσσινιώτικης γλωσσικής εκδοχής* σε όλα,μα όλα τα διηγήματα και πως το έξοχο δημώδες (ή να μην το βαφτίσουμε δημώδες αυτό το πεζοποιηματοδιήγημα;)με τίτλο "Παραλογή" θα προτιμούσα να σταθεί σε μιαν ανεξάρτητη, άλλου είδους,περιεχομένου και σκοπού έκδοση. 
Στριμώχτηκε άκαιρα,θεώρησα (μην ξεχνάμε,α΄πρόσωπο),ανάμεσα σε πολύ καλά πλην άνισα μεταξύ τους διηγήματα έστω κι αν είχαν κοινή κλωστή (οι ήρωες έχουν όλοι τους κοινό τόπο ενθύμησης τα μικρασιατικά του ΄22) να τα συνδέει μη σκορπίσουν σε άλλα μονοπάτια το καθένα.Αναφέρομαι κυρίως στην εξαιρετική "Παραλογή" θα ισχυριστώ ότι  έχασε ένα μέρος από την ελευθερία της,από την εγγενή δύναμή της να συγκινήσει- και μάλιστα να΄χει διάρκεια αυτή η συγκίνηση,- τον άμαθο σε τέτοια σημερινό αναγνώστη,τον τραβηγμένο με κόπο από το ούτως ή άλλως λιγοστό κοινό που διαβάζει ή μάλλον δεν διαβάζει μόνον μπεστσελεριές (θιγμένων εκδοτών που τους χαλάμε την σουπίτσα των ψεμάτων και κολακειών όταν λέμε θαρρετά την γνώμη μας) κι όχι απλώς να τον εντυπωσιάσει ως μπουναμάς που δεν τον περίμενε ή θεωρώντας καχύποπτα ότι ο Παπαμάρκος κάνει έως και επίδειξη του ταλέντου του,πράγμα που βέβαια δεν ισχύει,είναι θαυμάσια η γραφή του.

Διαβάζουμε στην Βιβλιονέτ (της οποίας τους υπεύθυνους οφείλουμε να ευχαριστήσουμε ξανά και ξανά και ξανά που άντεξαν την κατάσταση στον χώρο του βιβλίου και συνεχίζουν):
Οι ήρωες αυτών των διηγημάτων, στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία, έρχονται αντιμέτωποι με τους ρόλους που τους επιβάλλουν οι παραδοσιακοί κανόνες και το βίωμα του πολέμου. Συγκρούονται, υποτάσσονται, ζουν εν κρυπτώ ή φεύγουν.
Το γκιακ είναι το αίμα, ο συγγενικός δεσμός και ο νόμος του αίματος που σκιάζει τις ζωές τους. Με έναν τραχύ προφορικό λόγο, οι ιστορίες τους αφηγούνται την απώλεια προσανατολισμού, την αδυναμία τους να συμβιβάσουν τους κώδικες της παράδοσης με τα συναισθήματα και τη συνείδησή τους.
Τα διηγήματα είναι:

"Ντο τ' α πρες κοτσσίδετε":ο ήρωας έχοντας επιστρέψει από την Μικρασία αφηγείται πως αν και μπήκε ως το κέντρο της φωτιάς ενός σκληρότατου πολέμου που μαινόταν γύρω του ένα και μόνο τον βασάνιζε,ένα και μόνο επιθυμούσε να καταφέρει να κάνει και δεν ήταν να γλυτώσει και να γυρίσει ζωντανός στο χωριό του.Να εκδικηθεί γύρευε εμμονικά και με κάθε τίμημα την δολοφονία της πολυαγαπημένης του αδερφής που άφησε πίσω του και δεν το χωρούσε ο νους του ότι είναι νεκρή, ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. 
"Τα μπουκουμπάρδια":ο βετεράνος στρατιώτης της μικρασιατικής εκστρατείας,σαν αφηγητής κι αυτός μετά από χρόνια ,διηγείται σε άλλον πως σε μια μέρα που σαν δώρο τους την χάρισαν και δεν είχε υπηρεσία έπεσε από μια συκιά που΄χε σκαρφαλώσει εξαιτίας της λαχτάρας του για τους καρπούς της,τα γλυκά μπουκουμπάρδια.Σημασία έχει πως και με ποιον βρέθηκε στο μέρος που ανέβηκε στην συκιά και τι τόπος ήταν αυτός.
"Ο αρραβώνας":και πάλι αφηγητής ένας στρατιώτης που έχει γυρίσει πίσω κι έχει μαζί με άλλους συγχωριανούς του περάσει δια πυρός και σιδήρου και επιστρέφοντας έρχεται στο φιλότιμο και συμπαρασύρει κι αυτούς να διευθετήσουν με τον πιο έξυπνο τρόπο,αυτόν που εκείνος μπορεί, την αδικία που έχει στο μεταξύ γίνει σε βάρος του καλύτερού του φίλου και της αρραβωνιαστικιάς του. 
"Ταραραρούρα":πώς μπορεί να γίνει κάποιος ο πιο άφοβος των άφοβων;Κατά πως διηγείται κι αυτός σε τρίτον αργότερα,αν βεβαιωθεί ότι τον κυνήγησε και τον καταράστηκε ένας βρυκόλακας, τότε,μπορεί.Μπορεί να πάει στον χειρότερο πόλεμο κι επειδή θαρρεί ότι είναι ξοφλημένος και δεν έχει τίποτα να χάσει να ριχτεί πρώτος σ΄αυτόν.
"Παραλογή"
"Ήρθε ο καιρός να φύγουμε":ο νεαρός Ελλαδίτης στρατιώτης ερωτεύεται μια κοπέλα στην Σμύρνη και την χάνει στην αναμπουμπούλα.Γυρίζει και με τα πολλά του βρίσκουν οι δικοί του σύζυγο κι όταν έχει πια αρχίσει την καινούργια του,έγγαμη ζωή,η μοίρα ανατρέπει το σκηνικό κι ένα ερωτικό γαϊτανάκι ζωής,που δεν μας το περιγράφει ούτε ο έμμεσος αφηγητής που διηγείται την ιστορία του στρατιώτη,αρχίζει.
"Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί":ο κοτσονάτος γέρος,που εξιστορεί σε νεότερο άντρα τους πολέμους στους οποίους έχει πάρει μέρος πριν πάει και στην Μικρασία,αντιμετωπίζει το παρελθόν του με νοσταλγία και λέει με τον πιο αβίαστο τρόπο πώς καβγάδιζε και  σκότωνε για πλάκα... 

"Γυάλινο μάτι":στο θαυμάσιο αυτό διήγημα ο αφηγητής ανακαλεί με θλίψη και νοσταλγία μνήμες ερωτικές ανάκατες με βαθύτατη πίκρα και τις εξομολογείται -κι έχει ιδιαίτερη σημασία σε ποιον,μα φυσικά δεν θα το αποκαλύψω-λέγοντας λεπτομερώς πως άρχισε μέσα στην τρέλα και το αίμα της μικρασιατικής συμφοράς ο έρωτάς του για έναν συγχωριανό συμπολεμιστή του και τι έγινε όταν γύρισαν.Ο Παπαμάρκος με άψογο τρόπο ως προς την τεχνική διατύπωση της ιστορίας του και με εμφανή κατανόηση της πικρίας του ήρωά του θίγει ένα θέμα που έχω την εντύπωση ότι δεν θα πάψει ποτέ να διχάζει την (υποκριτική)κοινωνία μας .Ο πόλεμος εδώ είναι απλώς η αφορμή για την αρχή και το τέλος μιας ερωτικής σχέσης και την ενός είδους προδοσία που χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει δυο άντρες εκείνης της εποχής. 

"Νόκερ":ό,τι και να πω είναι λίγο.Το "Νόκερ" είναι ένα αριστούργημα,ένα καλλιτεχνικό έργο μόνο του,ένα από τα μεστότερα,πιο εμπνευσμένα και άρτια διηγήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.Διήγημα-κρεμμύδι με πολλές εντός του υπέροχες ιστορίες-φλούδες που καθώς τις αποχωρίζεις αποκαλύπτονται τελετουργικά η μια μετά την άλλη κι αριστοτεχνικά βαλμένες στον ίδιο υγιή και γερό βολβό.Με πήγε αμέσως στον "Θρήνο των Βοδιών" του έξοχου,πιο αγαπημένου μου εξ όλων διηγηματογράφου Δημοσθένη Βουτυρά(και το διήγημα "Ταραραρούρα" μοσχοβόλισε Βουτυρά αλλά από μια άλλη αφετηρία προσεγγισμένο)αλλά ας μην αδικήσω ετούτο του Παπαμάρκου με συγκρίσεις,γιατί έχει την εντελώς δική του αύρα,είναι αντιπολεμικό,ανθρωποκεντρικό,είναι χίλια δυο μαζί.
Ο αφηγητής είναι ένας νέος άντρας που αναζητάει την τύχη του και φτάνει κάποια στιγμή και στις ΗΠΑ χωρίς να ξέρει την γλώσσα και δίχως κάποιους να τον περιμένουν.Εκεί ψάχνοντας ακάματα για συγχωριανούς,γνωρίζει και σημαδεύεται από την γνωριμία που επιζητεί με έναν ειδικά,τον Αργύρη, μεσόκοπο πια άντρα που μετά την επιστροφή του από την Μικρασία δεν βρίσκει τόπο στον τόπο του να σταθεί και να γυρίσει σελίδα και φεύγει,ριζώνει στο Σικάγο κάνοντας μια περίεργη δουλειά,αυτήν του νόκερ,που είναι μια ειδικότητα εργάτη σε σφαγεία.Και μόνο για το διήγημα αυτό αξίζει εκατό τοις εκατό να αγοράσει ο αναγνώστης το "Γκιακ" και να αφήσει στην άκρη ό,τι άλλο ως επιφύλαξη του έχουν πει διάφοροι κολλημένοι(κι εγώ ανάμεσά τους).

Δεν γίνεται να μην παραθέσω μερικές συγκλονιστικές φράσεις,σταγόνες από έναν εκπληκτικό λογοτεχνικό ωκεανό φυλαγμένο σε μόλις 22 σελίδες μικρού μεγέθους:
Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται,αρκεί να μην τα βλέπει και να τα κάνει άλλος.Να μπορούνε να βγούνε σενιαρισμένοι αλαμπρατσέτα με τις κυράδες τους και να μη βρωμάνε,να πιάνουνε τα μαχαιροπίρουνα με χέρια που δεν είναι πρησμένα απ΄το αίμα και να κόβουνε τη μπριζόλα χωρίς να λερωθούνε.Αυτό πάει να πει να΄σαι σιβιλάιζντ.Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι.
*Αυτή ήταν η αίσθησή μου και το γιατί δεν αντέχω από παλιά τις ντοπιολαλιές ως κυρίαρχες σ΄ένα κείμενο, ειδικά όσο πιο καλό είναι αυτό,το κατάλαβα χάρη στο "Γκιακ" κι έχει να κάνει με την συγχωρεμένη την μάνα μου μα δεν αλλάζει τίποτα που κατάλαβα τι τρέχει και συνεχίζω να μη τις πολυθέλω.Η μάνα μου λοιπόν ήταν από την Αταλάντη -η φωνή της και ο τρόπος που μιλούσε ηχούν ακόμα στ΄ αυτιά μου-,καλά και περίκαλα λοιπόν τα λοκριδαίικα και απείρως συγκινητική για μένα προσωπικά η έκπληξη να τα τονίσει ως κυρίαρχα ο συγγραφέας -νέος άνθρωπος της τωρινής εποχής- στον γραπτό του λόγο μα η έκπληξη κάνει καμιά φορά περισσότερο κακό παρά ωφελεί, νομίζω. Προφανώς η μάνα μου είναι η πραγματική αιτία που μπλοκάρισα στην απόλυτα θετική αποδοχή του ιδιώματος...αχ,ρε Φρόυντ...

οι ακραιφνώς φιλοπαπαμαρκικοί ,εδώ.
οι μετριοπαθείς φιλοπαπαμαρκικοί, εκεί
οι άλλοι παραπέρα

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18/3/15 14:46

    Ενίοτε το γλωσσικό ιδίωμα σήμερα είναι δεκανίκι όπως κι ένα σωρό άλλα που καταφεύγουν σ΄ αυτά οι συγγραφείς για εντυπωσιασμό.Στην περίπτωση του Παπαμάρκου όμως όχι,είσαι υπερβολική μου φαίνεται.Εδώ είναι απλώς το χρώμα στο σκηνικό δεν πρέπει να αφήσεις να σου τραβήξει την προσοχή.

    Κατά τα άλλα σωστά τα γράφεις,Αγάπη με το ζόρι δεν γίνεται κι όσο για τα γλειψίματα του χώρου και λίγα λες.

    Γ.Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να παρεξηγηθώ,μια γνώμη είπα,δεν μειώνω τον Παπαμάρκο,το αντίθετο.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος18/3/15 14:56

    Παραδεχτήκατε βιώματα εκ μητρός που μπορεί να σας προϊδεάζουν αρνητικά.Τον συγγραφέα ως φαίνεται τον συγκινεί η ομιλία του τόπου του.Για το διήγημα Νόκερ κάνατε θαυμάσια προσέγγιση και μπράβο σας που θυμάστε και υπενθυμίζετε τον Δημοσθένη Βουτυρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μπορεί.Με κούρασε πολύ η γλώσσα αν και ακούω ακόμα την μάνα μου να την μιλάει.Πόσους αφορά ένα τέτοιο γλωσσικό σφυροκόπημα μασημένων φωνηέντων σε γραπτό λόγο;Ή κρητικών ή χιώτικων-και στον αγαπητό μου Γιάννη Μακριδάκη το ίδιο είπα- και λοιπών σε υπερδόση;

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου