"Αντί Στεφάνου",Γιάννης Μακριδάκης

υπέρ αναπαύσεως μητρός και περμακουλτούρας τέκνου



Ένα από τα πιο μεστά,φιλοσοφημένα και διανθισμένα με εύστοχο χιούμορ βιβλία που ξεχώρισαν ανάμεσα στα καινούργια που συζητιούνται ήδη πολύ,προσεγγισμένο αρκετά αντικειμενικά από μένα γιατί έχω,έτσι πιστεύω,συνολική εικόνα του έργου (και του δημιουργού του σαν ένα πρόσωπο που εκθέτει δημόσια τις πολιτικές του απόψεις με εντιμότητα),είναι η νουβέλα "Αντί Στεφάνου" του Γιάννη Μακριδάκη ο οποίος προτρέπει με επιμονή και υπομονή, χρόνια τώρα,το κοινό του που τον διαβάζει ανελλιπώς (ανήκω εξ αρχής σ΄αυτό) αλλά και γενικώς τον κόσμο όλο ν΄αφήσει αμανάτι την ψευτοανάπτυξη και την τσιμεντοπρόοδο στους επινοητές της και να αποκηρύξει σθεναρά τον εθισμό στα χιλιάδες άχρηστα καταναλωτικά προϊόντα που κλεισμένα σε ξελογιάστρες συσκευασίες βοηθούν στην διατήρηση του επαγγέλματος των σκουπιδιάρηδων (κι αν ήταν μοναχά αυτών πάει στο καλό μα δεν είναι,δείτε γύρω σας,η πανάκριβη φάμπρικα των ασθενειών και των συναφών επαγγελμάτων υγείας καλά κρατεί,μετατρέποντας σε αισχρότατο εμπόριο την γνώση που κατακτήθηκε με κόπο και ευτελίζοντας σπουδαία επιστημονικά επιτεύγματα),να απομυθοποιήσει και να σταματήσει πια να εξαρτάται από αυτά τα βαφτισμένα με δόλο αγαθά, τα πωλούμενα αντί χρωματιστών χαρτακίων για τα οποία σκίζουν τα πολυτελή ιμάτιά τους(και ποδοπατούν τις ζωές των πολιτών) ηγέτες και ηγέτες ανά τον πλανήτη.

Ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί με άνεση μέσα από μια νουβέλα όμορφη σαν παραμύθι για το πόσο σωτήριο θα απέβαινε το να επιστρέψει στα χωριά του ο πληθυσμός που λόγω κοινωνικοπολιτικών πιέσεων και εκ των υστέρων και εκ του πονηρού δημιουργημένων αναγκών μετακινήθηκε μαζικά στα αστικά κέντρα και αν έχει ακόμα ρίζες -αν όχι ας προσπαθήσει να δημιουργήσει- να ξαναμάθει να καλλιεργεί την γη του με φυσικό όμως τρόπο,χωρίς τρακτέρ,χημικά,υβρίδια κτλ για να ζήσει επιτέλους αρμονικά με την ζωοδότρα και σοφή φύση,της οποίας είναι μέρος έτσι κι αλλιώς,με τα απολύτως απαραίτητα σε όλα τα επίπεδα,διότι και τι καταλαβαίνει στο τέλος που λυσσομανά εν ζωή με τόσα περιττά,σάμπως μαζί του τα παίρνει;
Η κατάσταση στις πόλεις και οι πιθανές λύσεις,γιατί κι εκεί κάτι θα μπορεί να γίνει,είναι θέμα που εδώ δεν προσεγγίζεται,γιατί ούτε καν σε χωριά είναι πλέον εύκολο να αντιστραφούν τα πράγματα.Ο καταναλωτισμός έχει διαβρώσει καθημερινότητα και ήθη μέχρις εσχατιάς.Ο καρκίνος θερίζει και στα θεωρητικώς πιο αμόλυντα μέρη,αν δεχτούμε ότι απομένουν ακόμα τέτοια σ΄ένα σοβαρά πληγωμένο οικοσύστημα από τον ένα ως τον άλλο πόλο της γης.Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν που ακαταλαβίστικες θα θεωρηθούν από τους νοικοκυραίους που έχουν ξεκουτιάνει από την πολλή τηλεόραση που στέλνει άλλου είδους και σκοπού μηνύματα οι επιλογές οποιουδήποτε αντιδρά με έργα και πράξεις κι όχι θεωρίες στα καφενεία.
Η αλήθεια πονάει τον υποψιασμένο αλλά νικημένο και πανταχόθεν βαλλόμενο άνθρωπο της εποχής μας και συνήθως από δειλία και άγνοια την μάχεται με περισσότερη προστυχιά συμμαχώντας συχνά με τους εχθρούς του.Δονκιχωτικές και ρομαντικές χίμαιρες,αφελείς κι επικίνδυνες παραινέσεις θα χαρακτηριστούν οι ιδέες που αν επικρατήσουν θα αφήσουν -λέμε τώρα- χασάπηδες και μανάβηδες κι ένα σωρό ιδανικούς για φορολόγηση και ψηφοθηρία επαγγελματίες χωρίς δουλειά,αφού πια δεν θα τρώνε οι αφυπνισμένοι αβέρτα τα ορμονιασμένα (επισήμως και ανεπισήμως)σάρκινα προϊόντα πεισμένοι από τον (κάθε) Στέφανο Λαδικό,τον ήρωα της νουβέλας, ούτε θα μαγειρεύουν τα εκτρώματα μονσαντικών σπόρων γιατί ως κι εκείνοι στα χωριά κατάντησαν αυτά να αγοράζουν από τρίτους και να φυτεύουν προκειμένου να κάνουν ένα οικιακό μποστανάκι (ντοματιές για παράδειγμα που βγάζουν ντομάτες που βρωμοκοπάνε ψαρίλα) κι αυτή ακριβώς η ενδιαφέρουσα αντίληψη του συγγραφέα που στην αρθρογραφία του ανιχνεύεται αμέσως,εδώ διαπερνά σιγά σιγά σαν φώτιση, σοφία και επιθυμία αλλαγής τρόπου ζωής με γλυκόπικρη μα και μια σαρκαστική διάθεση ως και τα φυλλοκάρδια του μικρόσχημου βιβλίου των εκδόσεων της Εστίας και γίνεται,ως άποψη πια και στάση ζωής,αντιληπτή μόνον όταν ο κεντρικός ήρωας,κάνει ...και τι δεν κάνει, βάζοντάς μας να αναρωτηθούμε τι λόγους έχει ,γιατί σκοτίζεται να γίνει παράδειγμα ή και θυσία για τους λογής χαμένους,γιατί δεν κοιτάζει την πάρτη του,να ζει εκείνος υγιεινά και φυσικά στο χωράφι του όπως γουστάρει,παρέα με όσους συμφωνούν κι ας κουρεύονται οι γύρω,μα πάει κι ανακατεύεται ως και στα μνήματα για να κάνει τα δικά του και να δώσει αφορμή για κόντρες με τον κάθε τελειωμένο.
Διότι θέλει να μοιραστεί έμπρακτα κι όχι στα λόγια -κι αυτή είναι η απάντηση και είναι συγκινητική πέρα για πέρα-τις αποδείξεις της αλήθειας που τον έχει φωτίσει!
Και μ΄αυτό το κίνητρο και μόνο σκέφτηκε,αθωότατα πιστεύω,να κάνει κάτι ολωσδιόλου ξεχωριστό για να τιμήσει την μάνα και τις ιδέες του ,αγνοώντας βουλές κι εντολές τού εξ Αμερικής κινούντος οικονομικά νήματα θείου, γαλαντόμου χορηγού,δωρητή της ενορίας,σεπτού νοικοκύρη που έρχεται τα καλοκαίρια κι είναι ο καλύτερος πελάτης των ντόπιων μικρομάγαζων ,που ετοίμαζε μεγάλα ταρατατζούμ σε μαρμάρινα οικογενειακά μνημεία για την αδερφή του και μάνα του "παλαβού"-ιδού πώς κινείται το εμπόριο,ιδού θέσεις εργασίας στον τόπο-μα δεν ευοδώθηκαν και γι αυτό ας όψεται η μούρλα του ανιψιού,που δεν προετοιμάζει ως είθισται να κάνουν οι "νορμάλ" γιοι το μνήμα της μάνας του για τα σαραντάμερά της.

Σύνθεση σκόρπιων στο διαδίκτυο εικόνων
με τον πίνακα "Faith" της Margaret Benoit (2004)

σύνθεση εικόνας V.G.
Σ΄αυτήν την νουβέλα -και ελπίζω να σας ιντριγκάρισα στο έπακρο με τα περί μνημόσυνου- γίνεται του ακτιβιστή. Ποιανού ακτιβιστή όμως και τι υπάρχει πέρα από το χιουμοριστικά δοσμένο φαίνεσθαι χρειάζεται να διαβάσει κανείς το βιβλίο για να εμβαθύνει επειδή αυτή η ιστορία είναι μεγάλη αν και ξετυλίγεται σε μόλις 140 σελίδες και πολύ σοβαρή για να κατανοηθεί επαρκώς και μεμιάς από τον επισκέπτη ενός μπλογκ.Η αφήγηση είναι πυκνότατη,αδιάλειπτη και τα δευτεραγωνιστικά πρόσωπα που ούτε λίγο ούτε πολύ αλωνίζουν στο αμείωτα απολαυστικό και μαζί πειθαρχημένο μακριδάκειο κείμενο είναι σμιλεμένα με διαφωτιστικότατες λεπτομέρειες,είναι η επαρχία των ημερών μας κι επειδή η Ελλάδα ολόκληρη είναι επαρχία ή αποικία αν προτιμάτε μιας παγκοσμιοποιημένης Δύσης αυτά τα πρόσωπα στην ελληνική τους εκδοχή είναι καρικατούρες των αλλοτριωμένων καταναλωτών που συναντά κανείς παντού, σ΄όλο τον κόσμο.Εδώ είναι ένας θεολόγος που γίνεται πρωτοπρόσωπος αφηγητής αργότερα και βεβαιώνει τα καθέκαστα με το κύρος του έχοντας πάρει χαμπάρι πολύ καλά τι γίνεται,ο Ευταξίας ο έμπειρος νεκροθάφτης που για λίγο παραγκωνίζεται,ο παπά-Μαρίνος που έρχεται στα όριά του,ο Συλβέστρος ο εξ Αμερικής θείος, η Πάτρα η μακαρίτισσα,ο κουτσομπόλης περιπτεράς,η Εριμιόνη μια πανέξυπνη μπακάλισσα,όλοι τους ένας κι ένας. 
Κι ανάμεσά τους κινείται με ιώβεια υπομονή ο Στέφανος που μόνο γραφικός,αδαής κι αναιδής δεν είναι κι ο οποίος ανέχεται την χλεύη αρκετών από τους συντοπίτες του διότι θέλει να μοιραστεί αυτόν τον άλλο τρόπο ζωής που ξέρει ότι κατά βάθος φοβούνται γιατί έχουν καταλάβει ότι τον είχαν και τον παρέδωσαν αμαχητί στις πονηρές σειρήνες της κατανάλωσης και της σπατάλης φυσικών πόρων χωρίς κανένα ουσιαστικό διάφορο.Το καυσαέριο,για παράδειγμα,από το φορτηγό που κατεβάζει τα μάρμαρα τους ενοχλεί αφόρητα.Δεν είναι βλάκες,ξέρουν πόσο τυχεροί είναι που δεν το τρώνε στην μάπα κάθε μέρα.Από την μια είναι άμαθοι να βήχουν στα καλά του καθουμένου από τις εξατμίσεις αυτοκινήτων μα από την άλλη η τηλεόραση κατάφερε κι έφερε μέσα στα σπίτια τους την αντίληψη ότι οι καλλιέργειές τους ας πούμε και τα περιβόλια θα παράγουν περισσότερα και πιο εμφανίσιμα ζαρζαβατικά αν ρίξουν φυτοφάρμακα με το τσουβάλι επειδή έτσι λένε οι γραβατωμένοι γιάπηδες των καναλιών,που η λέξη χωριό-κι ας είναι από κάτι κολόχωρα οι ίδιοι- σημαίνει την ταβέρνα με τα βιομηχανοποιημένα λουκάνικα (ο χασάπης που λέγαμε),τα μαρούλια από τα θερμοκήπια με δέκα τόνους φάρμακο (ο μανάβης)και το θολό ξίδι για την απαραίτητη ντίρλα(ε,ο οινοπαραγωγός της συμφοράς δεν θα μπορούσε να λείπει),βαφτισμένα όλα τουριστική ,τι άλλο,ανάπτυξη...

Ο Στέφανος παρόλα αυτά δεν μισεί κανέναν,σχεδόν δεν τους ξεσυνερίζεται,ίσως και να τους αγαπά (διότι όποιος σέβεται την γη αγαπά και τους κατοίκους της),προφανώς όμως έχει κουραστεί να είναι ο γραφικός και γι αυτό αναλαμβάνει τα μακάβρια καθήκοντα του νεκροθάφτη με την μεσολάβηση της μάνας του (για να μην την κακοκαρδίσει) και είναι σημαδιακό που τελικά η μοναδική κηδεία που του τυχαίνει είναι η δική της χωρίς να μπορεί να την τελέσει ελεύθερα, δίχως να μπλέξει.Οι κανόνες έχουν ισχύ... βρυκόλακα και οι λίγοι που καταλαβαίνουν την υποκρισία και την ρηχότητα αυτών των κανόνων δεν έχουν τα κότσια να συνταχθούν μαζί του και ν΄ανοίξουν μέτωπα με τον γιαλαντζί ευεργέτη,μπάρμπα εξ Αμερικής.Ο Στέφανος πετυχαίνει αποτυγχάνοντας κατά τα κρατούντα να κάνει την κοινωνία/θίασο του χωριού/σκηνικού άνω κάτω,το λιγότερο δηλαδή άνω κάτω.Κάτι είναι κι αυτό όμως,κάποιοι,δεν μπορεί, θα αφυπνιστούν.

Στην Βιβλιονέτ διαβάζουμε τα εξής:
Δεν ευδοκίμησε τελικά ως νεκροθάφτης στη θέση του Ευταξία ο Στέφανος ο Λαδικός. Μοναχά μία κηδεία πρόλαβε να διεκπεραιώσει και αυτή ήταν της μητέρας του.Διότι η Πάτρα,εκ του Κλεοπάτρα,Λαδικού,το γένος Κουμά,η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε,όταν ήταν ακμαία,υπό των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου,απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών,πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με τη γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού,τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της.Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαΐου και ξεψύχησε ήσυχα.Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο.Είχε και ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη της, το οποίο αν και κατά κόρον ερμηνεύτηκε ως αδιάψευστο τεκμήριο του ότι έφυγε από τη ζωή ικανοποιημένη, ίσως να ήταν τελικά μόνον επιτιμητικό αφού, όπως πικρόχολα αποφάνθηκε και ο περιπτερούχος καπετάν Παράσχος Ψιλάκης κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι του απογοητευμένος από την απολύτως πλέον διακριτή κοινωνική της νήσου παρακμή, η μακαρίτισσα ίσως προείδε λόγω μιας πιθανής προθανάτιας έκλαμψης τα όσα αλλοπρόσαλλα επακολούθησαν την έξοδο αυτής.

Πάσχισα πολλές φορές μετά το πέρας της ανάγνωσης να γράψω στο μπλογκ για το "Αντί Στεφάνου" μα ως σήμερα δεν τα κατάφερνα,δεν μπορούσα να βάλω σε σειρά τις δυστοπικές σκέψεις που είχε πυροδοτήσει για το πού πάμε σαν πλανήτης όταν μου τέλειωσαν τα γέλια.
Στο μεταξύ ο Μακριδάκης έκανε του κεφαλιού του, ως συνήθως,αναρτούσε συνεχώς τις εντυπώσεις αναγνωστών στο προσωπικό του ιστολόγιο. Αναγνωστικές ανταποκρίσεις τις αποκαλεί και δεν τις ξεχωρίζει από τις επαγγελματικές κριτικές,αυτές νομίζω περισσότερο λαμβάνει υπόψη του και μ΄ αυτές πορεύεται χρόνια τώρα,τις διάβαζα λοιπόν και χαιρόμουν την αμεσότητα και την ζεστασιά του κόσμου όμως αυξάνονταν οι σκέψεις μου για πολλά και ποικίλα.Συζητώντας τα κάποια στιγμή στο facebook ,ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο επικοινωνίας αν το θελήσουμε,με ανιδιοτελείς βιβλιόφιλους κι όχι ξερόλες που επειδή διαφωνούν πολιτικά με τον Μακριδάκη καμώνονται ότι δεν τον ξέρουν σαν συγγραφέα ή ότι δεν τον βρίσκουν και πολύ καλό,μα τι άλλο θα ακούσουμε,έγραψα αυθόρμητα το παρακάτω κι έτσι κατάλαβα τι μπλόκαρε εμένα και δεν μπορούσα να το εκφράσω:η ανάγνωση της νουβέλας από τους αναγνώστες των ανταποκρίσεων σαν μια αστεία ιστορία.Δεν ξέρω τι να γράψω στο μπλογκ,ομολόγησα,γι αυτή την νουβέλα του Μακριδάκη.Είναι πολύ σύνθετη πιστεύω,με απασχολεί ως το πιο δύσκολο βιβλίο του,με οδηγεί σε άπειρες σκέψεις,μόνο για γέλια -αν και σε κάνει να γελάς με τον τρόπο που το έγραψε- δεν είναι.
Πράγματι,είναι αστεία γραμμένη μα δεν είναι για ξέγνοιαστα γέλια.Πόσο μπορεί να γελάσει κάποιος με την πολλοστή τούμπα του παλιάτσου που πέφτει άτσαλα και σπάει τα κόκαλά του μα η φορεσιά του και το βάψιμο κρύβουν τον πόνο κι αυτός συνεχίζει σφαδάζοντας γιατί the show must go on;
Έχει κόψει εισιτήριο για το σάλτο μορτάλε στο τσίρκο ο παγκόσμιος θεατής, του΄χουν φυτέψει την μανία να περνάει καλά ό,τι κι αν σημαίνει αυτό (και ξέρουμε ότι σημαίνει να πλουτίζει κάποιος σε βάρος των άλλων) κι ο κάθε κλόουν που εκτελεί το πρόγραμμα πρέπει να αποσβέσει ό,τι κόστισε στον επιχειρηματία. Τσίρκο κακόγουστο και αιμοδιψές ολόκληρος ο κόσμος.Αρένα.Κι αυτό είναι το νοσηρό,το χυδαίο,το σατανικό,κι όχι οι αντιλήψεις ή αν θέλετε η αισθητική του αδέξιου νεκροθάφτη κι οι πράξεις που τον βάζει ο συγγραφέας,επί τούτου ίσως,να κάνει για να τραβήξει μονοκοντυλιά την διαχωριστική γραμμή από τον καταναλωτή που στο όνομα μιας κίβδηλης καλοπέρασης τρέφει, όχι και τόσο αμέτοχος κι αθώος,με την ζωή του την ίδια την απληστία των μηχανισμών του κέρδους.


Ο Μακριδάκης είναι χαρισματικός,ευρηματικός πεζογράφος από κάθε άποψη,δομική και θεματική και το αποδεικνύει ξανά με την νουβέλα αυτή,την κλαυσίγελω και σε δεύτερο επίπεδο ηθογραφική. Ό,τι διηγείται,κατά προσφιλή του συγγραφική συνήθεια κρατάει λίγο χρονικώς και συμβαίνει εκτός κάποιου μεγάλου αστικού κέντρου,η δε εξιστόρησή του είναι συνεχής και καλύπτει μιαν αλληλουχία γεγονότων έτσι ώστε τα πάντα να κουμπώνουν χωρίς κενά μεταξύ τους .Η νουβέλα αυτή καθαυτή είναι ευφάνταστη,πρωτότυπη,ευκολοδιάβαστη,έχεις να κάνεις με μιαν ανατρεπτική και με έξοχα γλωσσικά ακκίσματα μυθοπλασία η οποία έχει ένα διακριτό δια ταύτα.Ο Γιάννης Μακριδάκης-κι αυτό αν τον έχεις παρακολουθήσει το περιμένεις- κατασκευάζει με ευφυή τρόπο το τέλειο σκηνικό για να γράψει για μιαν ακόμα φορά πειστικά και ελκυστικά για το μείζον θέμα που τον απασχολεί: την Ύβρη και το Χάος(ας μπουν οι επικριτές του στον κόπο να δουν τι εννοεί μ΄αυτά)
Το "Αντί Στεφάνου" έχει έξυπνη αρχή,ωραία εξέλιξη που κρατάει την φρεσκάδα και το ενδιαφέρον της,τέλος που σηματοδοτεί αρχή υγιούς προβληματισμού,εναλλαγή ρεαλιστικών αλλά και αρκετών απρόβλεπτων καταστάσεων,ποιοτικό χιούμορ,διεισδυτικότητα και ανθρωπιά.Ο συγγραφέας εδώ πιο ώριμος από κάθε άλλη φορά,με τις αναγνωστικές του καταβολές αφομοιωμένες δημιουργικά(και αυτό είναι πάντα ο ιδανικός συνδυασμός με το πηγαίο ταλέντο) επιχειρεί με σιγουριά να περπατήσει σε δύσκολο μονοπάτι,κάνοντας από την αρχή ως το τέλος συνθετική,πολύσημη αφήγηση η οποία εστιάζει μεν στις ενέργειες του Στέφανου Λαδικού,μα είναι αφορμή για να αναδειχτούν προβλήματα τρισχειρότερα,αυτά που ταλανίζουν την ανθρωπότητα ολόκληρη.
Έτσι ο Μακριδάκης φτιάχνει με τα απλά,τα βασικά υλικά -ταλέντο,γνώση,φαντασία- μια νηφάλια, πολιτική λογοτεχνία αξιώσεων που σε αιφνιδιάζει με την μαστοριά της,που ρέει χωρίς ψεγάδι και είναι ελπιδοφόρα αν και της έχει ενσταλάξει πίκρα μα όχι χολή για την αδράνεια των ανθρώπων, ημών που παθαίνουμε συνεχώς νίλες μα αντί να μαθαίνουμε,αναπαράγουμε μιμητικά την φαυλότητά μας,άπληστοι απέναντι στην Φύση διαιωνίζοντας ένα κύκλο εξαρτήσεων που βαφτίστηκαν από τους κερδομανείς πρόοδος μα όλο αυτό δεν είναι παρά η χειρότερη σκλαβιά μας αφού δεν παράγουμε με φυσικό τρόπο τίποτα .
Όσο για τα γέλια που σου προκαλεί ο ανέμελος σε πρώτη ανάγνωση τρόπος που γράφτηκε και η έκπληξη από την γκροτέσκο γλώσσα -πανέξυπνο ανακάτεμα καθαρεύουσας με τα τοπικά ιδιώματα της νησιώτικης κοινωνίας στην οποία συμβαίνουν τα γεγονότα και με τα σημερινά ελληνικά όλων- γρήγορα βγαίνουν ξινά και νιώθεις αμηχανία για το πόσο χαμηλά αφήσαμε να μας ρίξουν ολέθριες πολιτικές.Ο συγγραφέας ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη των απαιτήσεων της σύγχρονης πολιτικής πεζογραφίας μ΄αυτή του την νουβέλα.

Ο Μακριδάκης και είναι προς τιμήν του (και) αυτό ,έχει ξεκαθαρίσει από την αρχή της παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα τι λογοτεχνία θέλει εκείνος να κάνει και για ποιους.Διάλεξε,κι αυτό είναι ολοφάνερο,να γράφει και "να ξοδεύει τα αφηγηματικά του χαρίσματα" -απαράδεκτη φράση που ειπώθηκε πολύ μίζερα για τον Ισίδωρο Ζουργό αλλά περιλαμβάνει και τον ίδιο και εγώ δεν θα την ξεχάσω ποτέ-για ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που και νοήμον είναι και εκλεκτικό και καταλαβαίνει πολύ καλά τι γίνεται στον χώρο του βιβλίου και στο οποίο κοινό αξίζει λίγος σεβασμός .
Δεν είναι τυχαίο ούτε αμελητέο λοιπόν ότι τον Γιάννη Μακριδάκη και ευτυχώς αρκετούς ακόμα πνευματικούς ανθρώπους με έντιμη και μη ανταλλάξιμη πολιτική άποψη τον εκτιμούν και πίνουν νερό στο όνομά του εκείνοι που πρώτοι και ύστατοι δικαιούνται να έχουν όποια άποψη θέλουν,οι αποδέκτες του καλλιτεχνικού του έργου :οι αναγνώστες.

*ένας καλός γιος κάνει απλά και αυτό 

Σχόλια