"Οι Maytrees",Άννυ Ντίλαρντ/Dillard Annie

Εντυπώσεις από το βιβλίο (δυστυχώς ξέροντας και όχι νιώθοντας ότι είναι ένα καλό βιβλίο).





Το θέμα των "Maytrees" της Αμερικανίδας Άννυ Ντίλαρντ είναι παρμένο από την καλή -κι αυτό δεν σημαίνει την χωρίς πόνο- πλευρά της αληθινής ζωής των θεωρούμενων απλών ανθρώπων, εκείνων που συναντάμε (μπορεί να είμαστε κι εμείς σε παραλλαγές χώρου και συγκυριών) σ΄όλους τους καιρούς,τις κουλτούρες,τις γλώσσες και τους τόπους ειδικά στην περίπτωση που αυτοί οι άνθρωποι , οι οπωσδήποτε ευφυείς,αναζητούν ή φτιάχνουν λίγο λίγο οι ίδιοι το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής τους ζώντας με επιλογή τους στην μαγική και υπέροχη απλότητα της φύσης.
Είναι ο έρωτας, που με τα χρόνια θα γίνει μια  βαθιά αγάπη, του Τόμπι Μέιτρι που ήταν μαραγκός μα και ποιητής και της Λου Μπίγκελοου που διάβαζε πολύ και ζωγράφιζε,δυο καλόγνωμων πλασμάτων με ανοιχτό μυαλό,διάφανες καρδιές και καλλιτεχνικές τάσεις που συναντήθηκαν στην δεκαετία του΄ 40 στο ειδυλλιακό κι απόμερο Πρόβινσταουν των ΗΠΑ,ερωτεύτηκαν ρομαντικά και ήσυχα και έζησαν μαζί δεκατέσσερα χρόνια ήρεμου και μάλλον χαρούμενου γάμου με τις γλυκές και λιγότερο γλυκές του φάσεις που κάρπισε με ένα παιδί και που στην διάρκειά του οι τρεις τους γέμιζαν με πολλή αγάπη τον χρόνο που τους αναλογούσε στο σύμπαν κι αυτός ο χρόνος ως καθημερινότητα έφεγγε αρχικά σαν το φαναράκι που τους οδηγούσε στα δύσκολα.Είναι ο έρωτας που τελικά δεν τα κατάφεραν να τον κρατήσουν ζωντανό σαν γάμο αλλά που δεν ξέφτισε ποτέ σαν αγάπη.
Γιατί δεν τα κατάφεραν;Επειδή δεν πρόλαβαν,ίσως, να δουν καν αν κάτι και τι είχε πάει στραβά και να ξαναπροσπαθήσουν.Ο Τόμπι ξαφνικά δεν δίνει χρόνο στον γάμο του,θα φύγει με μιαν άλλη γυναίκα,μια φίλη τους καλή,την καλύτερη της Λου και μη βιαστείτε αυτήν την φίλη,την Ντίρι,να την αντιπαθήσετε άκριτα και απόλυτα σαν αντροχωρίστρα κι ας ήταν,μίσος δεν θα βρείτε σε κανέναν τους ,ούτε πρόθεση να κάνει κακό ο ένας στον άλλο κι ας το έκανε σε κάποια στιγμή,μην βιάζεστε λοιπόν να πάρετε το μέρος κάποιου,απλά πρώτα διαβάστε την ιστορία τους.Και τότε θα δείτε.Τι;
Ότι αυτός ο ίδιος Τόμπι είκοσι χρόνια μετά είναι πάλι που γυρίζει στο Ακρωτήρι Κοντ με αφορμή το ότι  του το ζητά η άρρωστη πια Ντίρι που θέλει να πεθάνει εκεί, μα βαθιά μέσα του ξέροντας ότι αυτό επιθυμούσε κι η δική του καρδιά,αυτή που εύκολα χάρισε στην παλιά Ντίρι αναποδογυρίζοντας τα πάντα,αλλάζοντας ολότελα τρόπο ζωής στο πλάι της ακόμα κι όταν αυτή κάνει στροφή μοιρών και Μοιρών και γίνεται δραστήρια επιχειρηματίας που σχεδιάζει,χτίζει και μοσχοπουλάει σπίτια στο επίσης όμορφο μα διαφορετικό Μέιν που οι δυο τους απαγκιάζουν.Η Ντίρι η ερωμένη του,η Ντίρι η νέα του σύζυγος,η Ντίρι η συνεταίρος του.Ο Τόμπι δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα πια παρά να ξανα-αφεθεί στον χρόνο.
Και κάποτε ο Τόμπι Μέιτρι και η Ντίρι (του) θα ξαναγυρίσουν και θα γίνουν δεκτοί έτσι απλά,τόσο απλά που η λέξη μεγαλοψυχία και κυρίως ανθρωπιά είναι λίγες για να περιγράψουν μια χάρτινη ηρωίδα που αγγίζει το ιδανικό και γι αυτό (μας) φαίνεται απίστευτη,τρωτή και μαζί τέλεια όπως η Λου που λυτρωμένη από την όποια πικρία τής είχε φέρει εκείνη η αθέλητη,μα που συνέβη ερωτική προδοσία,ειλικρινής με τον εαυτό της πρωτίστως,μόνον ώριμη πια,κατασταλαγμένη, φιλοσοφημένη και ανεξίκακη κι αυτή κι ο γιος της/τους δίνουν αγάπη και μόνο αγάπη ανοίγοντας διάπλατη αγκαλιά για την ετοιμοθάνατη Ντίρι,την "κλέφτρα" την οποία η Λου φροντίζει σαν να΄ναι η αδελφή της ή κάτι περισσότερο κι όχι η αιτία που ανατράπηκε η φωλιά-ολόκληρος-ο-κόσμος-της στο μικρό κι ήσυχο Προβινστάουν

Γιατί κυλάει αυτή η ερωτική ιστορία έτσι;Νομίζω γιατί έτσι βρίσκει τρόπο η Ντίλαρντ να προτείνει ανυπόκριτες στάσεις ζωής.Αυτή η αγκαλιά ανθρώπων σαν την Λου και τον γιο της/τους παραμένει άδολα και ανυπόκριτα ανοιχτή και για τον Μέιτρι που αφού η Ντίρι πεθαίνει ειρηνικά αυτός μένει κι ως τον δικό του θάνατο μαζί της/τους.
Μυαλό ή ψυχή;Λογική ή κάτι άλλο για το οποίο δεν επινοήσαμε λέξη;
Διδακτισμός και πρότυπα συμπεριφορών από την Ντίλαρντ με την δημιουργία ιδανικών κι ανάξιων εραστών για να κρατήσουν και να κάνουν δικό τους κάτι απ΄όλα αυτά τα τέλεια οι αναγνώστες της γενόμενοι στην αληθινή τους ζωή καλύτεροι άνθρωποι;Ίσως,δεν ξέρω,μπορεί. 

Ό,τι έφερε αυτός ο συμπαντικός χρόνος ή έλκυσαν οι ίδιοι οι Maytrees κι ο περίγυρός τους-ψαράδες, διανούμενοι,δάσκαλοι,ξενοδόχοι κι ένα σωρό τύποι σαν ευωδιαστός χυλός στο ίδιο καθαρό καζάνι του Ακρωτηρίου Κοντ πάνω στον Ατλαντικό που βρέχει την ευλογημένη στεριά της Αμερικής- διαδραματίστηκε σαν μια ονειρεμένη εκδοχή ζωής στις ΗΠΑ εκτός πολύβουων μεγαλουπόλεων κι αυτή την πλευρά εμείς στην άλλη άκρη, σκέφτομαι,θα την αγνοούσαμε ή δεν θα την ζηλεύαμε  ώστε κάτι απ΄αυτήν να θέλουμε να κάνουμε δικό μας αν δεν φρόντιζε (;)το Χόλυγουντ πρώτο και καλύτερο με τις χαλαρές εξωμητροπολιτικές ταινίες του που βασίζονται στα βιβλία τού όπως τον λένε μαιτρ του είδους κυρίου Νίκολας Σπαρκς που αγαπά τόσο να τοποθετεί τους ήρωές του to the small coastal towns, να μας την αποκαλύψει ,έστω για τους λόγους του και τελικά γιατί όχι;





Οι φωτογραφίες είναι παρμένες από εδώ 







Ο Μέιτρι ,βλέπετε,αφήνει την ολιγόλογη και ολιγαρκή Λου και τον γιο τους έτσι ξαφνικά αλλά μην έχοντας πάψει να την/τους αγαπά.Φεύγει γοητευμένος με την μεγαλύτερή τους στην ηλικία Ντίρι,την μποέμ, τρελούτσικη κοινή τους φίλη που αν και πλούσια κόρη αστών,σπουδαγμένη αρχιτεκτόνισσα και γνήσιο παιδί ενός περίκλειστου και λεφτάδικου αστικού κόσμου εκείνη προτιμούσε ως τότε να ζει ανέμελα σε θαλασσινές καλύβες και να τριγυρίζει στους ψαρότοπους του Ακρωτηρίου Κομπ, να τρέχει και να συντρέχει τους πάντες,να κοιμάται στις παραλίες τυλιγμένη μ΄ένα ζεστό,χοντρό σεντόνι από καραβόπανο και να παντρεύεται τους εραστές της που το ίδιο μποέμικα και ανέμελα και ρομαντικά ερωτευόταν και ξε-ερωτευόταν.
Ο Μέιτρι δεν έμοιαζε να είναι ο ποθητός τύπος άντρα,ο τέλειος στο οπτικό και ερωτικό πεδίο της Ντίρι του τότε κι η Ντίρι γενικά δεν ήταν ούτε τότε ούτε μετά καμιά μοχθηρή και ζηλιάρα που χάλαγε σπίτια μα  αυτά τα πράγματα δεν προγραμματίζονται και φυσικά δεν μαζεύονται εύκολα ειδικά όταν πρέπει πάσει θυσία να κρατηθούν σε πλαίσια,τύπους και κοινωνικές νόρμες και φόρμες.
Όμως από την άλλη γιατί να κρατηθούν και τότε πιθανότατα να φέρουν μίσος,τι θα νόημα θα είχε μια ακόμα υποκρισία,μια πληγή που θα ποτιζόταν συνέχεια με το πύον της απάτης;΄Eκαναν λοιπόν κατά την Ντίλαρντ εξαιρετικά καλά όλοι τους,ο καθένας τους ξεχωριστά μα όλοι μαζί στο τέλος,να πράξουν όπως ένιωσαν,ίσως για τους απ΄ έξω ανεξήγητα ενεργώντας και πάντως όχι όπως οι κοινωνικοί κανόνες πρότειναν και συνεχίζουν και στις μέρες μας να προτείνουν.

Η Άννυ Ντίλαρντ κάνει λογοτεχνία αναμφίβολα υψηλής αισθητικής,δεν το συζητώ,έχει γράψει ένα πυκνότατο,αρμονικό φιλότιμο,αισθηματικό μυθιστόρημα που ξεχειλίζει από αγάπη για την φύση και την απλή ζωή σ΄αυτήν και το κάνει κρατώντας ωραίους αφηγηματικούς ρυθμούς που δεν κάνουν κοιλιά πουθενά και που έχει πολλά και λογής ουσιαστικά πράγματα να πει για να τα μοιραστεί με τον αναγνώστη της ως φιλοσοφημένες σκέψεις και προβληματισμούς με σοφό μέτρο δοσμένες,πάνω στον έρωτα/αγάπη κι αυτά επιπλέον της αισθητικής απόλαυσης που προσφέρει γενναιόδωρα με την ίδια την όμορφη γραφή της,την πλούσια σε καλολογικά καλούδια και στολίδια (κύκλους,μεταφορές, ευφάνταστες παρομοιώσεις, σύνθετες λέξεις,αλληγορίες,πρωθύστερα σχήματα και πολλά άλλα σαν κι αυτά όλα που μας έβαζαν να βρίσκουμε στα κείμενα των σχολικών ανθολογίων, θυμάστε εκείνη την ανατομία της αγγαρείας και δεκάδες φιλολόγους προκρούστηδες που δεν έχουν υπάρξει ποτέ αναγνώστες εκτός δουλειάς οι κατακαημένοι; )

Η ιστορία των Maytrees είναι όμορφη κι ας μη με άγγιξε(ε,τι να πω ψέμματα;),ας μην υπήρξε καμία ταύτιση,ας ήξερα και όχι ένιωθα την ατμόσφαιρα που το ίδιο το θέμα από τα υλικά της φτιαξιάς του προοωνίζει.Ήμουν απ΄έξω σταθερά σε όλη την ανάγνωση και παρατηρούσα με ενδιαφέρον μεν πως κινούνταν τα πρόσωπα και πως θα εξελίσσονταν μυθοπλαστικά τα πράγματα και οι καταστάσεις μα χωρίς να πειστώ να διαβώ το κατώφλι του κειμένου για να μπω παραμέσα,κάπου ίσως επηρεασμένη από τα δικά μας εδώ και τώρα στην Ελλάδα της κρίσης των αξιών, αρνούμενη έτσι να υιοθετήσω ως μοντέλα ζωής τους τέλειους ήρωες/άτομα της Ντίλαρντ,τους ανώδυνους και γι αυτό ιδανικούς για χάρτινους κυρίως ρομαντισμούς που δεν (νομίζω να) ανατρέπουν και τίποτα.Προσωπική  επιφύλαξη, μπορώ να την έχω,ε;

Θα σκεφτείτε λοιπόν πως έγινε και το αγόρασα.Μάλλον είχα καρμική οφειλή προς τους "Maytrees", το μόνο μεταφρασμένο * της Άννυ  Ντίλαρντ στα ελληνικά (για τις εκδόσεις Ίνδικτος από τον Γιώργο Μπαρουξή ),διότι όλο πάνω τους έπεφτα,έβλεπα το βιβλίο συνέχεια σε πραγματικά και ηλεκτρονικά ράφια και άκουγα γι αυτό σε σχετικές παρέες-φυσικά στενές βιβλιοφιλικές,δεν θέλει και ρώτημα, ποιος άλλος λέτε να ασχολείται αν δεν είναι καραβαρεμένος βιβλιόφιλος όπως εμείς **καλή ώρα - και τελικά η χαμηλή τιμή και η καλή του φήμη ήταν το ιδανικά συνδυασμένο δέλεαρ γιατί δύσκολα επιλέγω τέτοια μυθιστορήματα όσες περγαμηνές κι αν έχουν οι συγγραφείς τους και η Ντίλαρντ έχει και πολλές μάλιστα και κουβαλάει στις λογοτεχνικές της αποσκευές και ένα Πούλιτζερ με το πιο γνωστό της βιβλίο που δεν είναι μυθιστόρημα,το "Pilgrim at Tinker Creek" του 1974. 


Καλοί μου επισκέπτες,λάτρεις ή όχι των ατελείωτων αμμόλοφων και της ομορφιάς αυτής της γης, συν-αναγνώστες που είστε περισσότερο ή λιγότερο παθιασμένοι φίλοι του καλογραμμένου,τρυφερού και ανθρωποκεντρικού και κουλτουρέ matrix της (κάθε) καλής και ικανής παραμυθούς Ντίλαρντ,αν καταλαβαίνετε από τα παραπάνω που με κάθε ειλικρίνεια και φυσικά πάντα υποκειμενικά έγραψα , αν ψυχανεμίζεστε ότι σας πάει η Άννυ Ντίλαρντ -και γιατί να μην σας πάει εσάς δηλαδή- στην φάση που (μπορεί να θέλετε να)είστε,τότε μη διστάσετε,διαβάστε την και θα δείτε,χαρά Θεού:και θα περάσετε καλά και θα σκεφτείτε πράγματα και θα ταξιδέψει ο νους σας και θα ευφρανθεί η καρδιά σας τόσο που θα συγχωρήσετε,ελπίζω κι εμένα που θα συνεχίσω, η παράξενη, να διαβάζω μόνον από απόσταση ασφαλείας για τους τέλειους έρωτες και τις τέλειες αγάπες που τέλεια προστατεύονται στο τέλειο κουκούλι των τέλειων βιβλίων


*Σ΄ένα κομματάκι που αναφέρεται στον γιο των Μέιτρις ο οποίος είναι ψαράς και επομένως ο αναγνώστης καταλαβαίνει πολύ καλά τον θαλασσινό του τρόπο να προσεγγίζει τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω του διαβάζουμε:
-πώς ήταν δυνατό λοιπόν αυτά τα μπαγιάτικα ψαροκόπαδα μνησικακίας,αυτοί οι μονότονοι κυματισμοί φυκιών,πώς ήταν δυνατό αυτές οι μαρίδες των ενσταντανέ να του σπάνε το ηθικό;
Όπως έχω πει άπειρες φορές είμαι ευγνώμων στους μεταφραστές και βρίσκω την πιστότητα στο αυθεντικό κείμενο μεγάλη αρετή και καλώς να είναι κορώνα στο κεφάλι τους/μας.Αλλά θυσίες στην πιστότητα τύπου μαρίδες των ενσταντανέ μήπως ήταν υπερβολική;

**Η γλυκιά οικοδέσποινα του lemon,ενός μπλογκ που μ΄άρεσε πάντα πολύ και που ήρθαν έτσι τα πράγματα και την γνώρισα και βρισκόμαστε που και που και της χρωστάω την τελική απόφαση να διαβάσω αυτό το  βιβλίο.Τι μικρός που είναι ο μεγάλος μας κόσμος.

Σχόλια

  1. Υπέροχη προσέγγιση , Βιβή μου!
    Θα συμφωνήσω μαζί σου. οι χαρακτήρες απείχαν πολύ από αυτό που έχουμε στο μυαλό μας ως συνήθεις ανθρώπους ... Μορφές που τις έχει στρογγυλέψει η πένα...Η γενναιοδωρία ψυχής της ηρωίδας είναι σπάνια. Στην αληθινή ζωή δεν μπορω να σκεφτώ παρά ένα μοναδικό παραδειγμα μιας φίλης...

    Χρυσάνθη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευγενική μου Χρυσάνθη,που αγαπάς την ποίηση και το υπέροχο μπλογκ σου συμβάλει με τόση σεμνότητα στην διαδοσή της σε περισσότερους ανθρώπους ,εύστοχα μιλάς για στρογγύλεμα της πένας εδώ.Σκόπιμο στρογγύλεμα ίσως.Η Ντίλαρντ ικανή μαστόρισσα και πιθανότατα ένας πολύ καλλιεργημένος και ευαίσθητος άνθρωπος η ίδια -η βιογραφία της κάτι τέτοιο μαρτυρά εξάλλου -συνειδητά θα έκανε,λέω, τους Maytrees να μοιάζουν παραμύθι αγάπης, όνειρο,κάτι σχεδόν εξωπραγματικό που ειδικά στις σκληρές μέρες που ζούμε δεν μας φαίνεται δυνατόν να υπάρχει.Για να μας εμπνεύσει να γίνουμε γενναιόδωροι και να βρούμε και αυτούς που υπάρχουν;Μάλλον.Θέλω να το πιστεύω.
      Και να που έχεις στην δική σου αληθινή ζωή ένα παράδειγμα φίλης(πιστεύω πως κι εσύ είσαι ένας δοτικός άνθρωπος) κι εγώ άλλο ένα και η γλυκιά μας Δέσποινα του Lemon ένα άλλο και πολλοί κάποιους ακόμα.
      Αυτή όμως η ρημάδα η μοχθηρία των καιρών δεν μας αφήνει και πολλά περιθώρια .Τουλάχιστον ας βλέπουμε αλά Ντίλαρντ μισογεμάτο κι όχι μισοάδειο το ποτήρι.Κάτι είναι κι αυτό.

      Διαγραφή
    2. Πάντα μου άρεσε μια τέτοια σκέψη , Βιβή μου!
      Υπάρχουν άνθρωποι που στο να δίνουν βρίσκουν λόγο ύπαρξης και φυσικά δεν εννοώ μ'αυτό τους γιατρούς χωρίς σύνορα στην Αφρική. :-) Λιγοστοί βέβαια, αλλά δεν πειράζει...Ας τους αφήσουμε να μας εμπνέουν...

      Διαγραφή
  2. Έλα, πάρε, πάρε, μαρίδες των ενσταντανέ έχω, λέμε, φρέσκες λέμε, σπαρταράνε, σου κλείνουν το μάτι! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πες κι εσύ βρε Μαραμπού,έχω άδικο;Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε ότι ως ψαράς και ως βαρκάρης ψαρίσια και βαρκαρίσια θα τα λέει ο άνθρωπος αλλά στα ελληνικά ψαρίσια και βαρκαρίσια δεν είναι όμορφο,αν το διατύπωνε κάπως αλλιώς ο μεταφραστής θα γέλαγες εσύ τώρα;

      Διαγραφή
    2. Πάντως το "ψαροκόπαδα μνησικακίας" μού άρεσε!! Δεν ξέρω όμως κατά πόσο δικαιολογείται από τον ψυχισμό του ήρωα να μιλάει και να σκέφτεται έτσι και κατά πόσο το χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο υπόλοιπο βιβλίο.

      Και εγώ νιώθω απεριόριστη ευγνωμοσύνη στους μεταφραστές. Γελάω, επειδή το επισήμανες. Σε αντίθετη περίπτωση μάλλον θα το προσπερνούσα κατά την ανάγνωση. Καλή συνέχεια!

      Διαγραφή
  3. Πείτε μου πώς γίνεται και μερικά βιβλία τα βρίσκουμε συνέχεια μπροστά μας, μέχρι που νιώθουμε επιτακτική την ανάγκη να τα διαβάσουμε εδώ και τώρα, ενώ είναι για χρόνια στη λίστα;
    Και γιατί αυτά και όχι άλλα;
    Αυτό ακριβώς μου συνέβη και με το βιβλίο της Άννυ Ντίλαρντ "Οι Maytrees". Περίπου όπως και σε σας.
    Με άλλα λόγια, τι ωραία που το παρουσιάσατε και μου το ξανά-μανά θυμίσατε και θέλω να το διαβάσω ντε και καλά τώρα.

    Για (πολύ) κακή μου τύχη, άνοιξε τελευταία σχεδόν δίπλα στο σπίτι μου ένα Public, στο οποίο αντιστεκόμουνα για καιρό, επειδή ακριβώς δεν συμπαθώ την πολιτική του. Πάντα προσπαθώ εκ πεποιθήσεως, όταν αγοράζω βιβλία, να ενισχύω τα μικρά βιβλιοπωλεία. Ελάτε που ο πειρασμός όμως έχει γίνει τόσο μεγάλος, ειδικά στα βιβλία με τιμές Πολιτείας, που με δυσκολία πλέον μπορώ να αντισταθώ.

    Συμφωνώντας με το Μαραμπού και μαζί σας, για τους μεταφραστές έχω να πω κι εγώ πολλά καλά, ακόμα κι όταν καμιά φορά κάνουν μεταφραστικές γκάφες. Γιατί, ως γνωστόν, δεν υπάρχουν μόνο μεταφραστικοί άθλοι. Σκεφτείτε μόνο πόσα βιβλία δεν θα είχαμε διαβάσει, αν δεν υπήρχαν αυτοί, οι συνήθως κακοπληρωμένοι αφανείς εργάτες. Τέλος, η γλώσσα της κάθε εποχής κάνει τη μετάφραση σύγχρονη ή ξεπερασμένη (βλ. Κοσμάς Πολίτης, Καζαντζάκης κλπ.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αγαπητή Rosa Mund δεν ξέρω πώς στο καλό γίνεται αυτό,έχω βεβαίως μια θεωρία ( ότι εμείς οι ίδιοι,μάλλον οι εσωτερικοί μας εαυτοί, ανάλογα -ή εξαιτίας- με το τι περνάμε στην αληθινή ζωή και τι κατά βάθος θα θέλαμε να περνάμε ,έλκουμε διάφορα) αλλά ας μη την αναπτύξω γιατί αντί για σεντόνι θα γράφω μέχρι αύριο σε πέντε τόπια ντιλαρντικό καραβόπανο.Νομίζω με πιάνετε,στην ίδια χώρα ζούμε.

    Για το Public κι όλα τα τύπου σουπερμάρκετ βιβλιοπωλεία (στα οποία ,σημειώνω κι ας με ξαναπούν λαϊκίστρια,δουλεύει κόσμος και βγάζει ένα ξεροκόμματο με παρτ τάιμ και άλλα ωραιότατα τερτίπια συμπυκνωμένα στην λέξη "κρίση")επίσης δεν θα πω τίποτα διότι κι εγώ μοιχεύω,πώς αλλιώς θα μπορούσα,όταν οι διαφορές δεν είναι απλώς δυο τρία ευρώ(που κι αυτά είναι καφές ή εισιτήρια κτλ για πολύ κόσμο και για μένα που ανήκω στον πολύ κόσμο)αλλά ολόκληρα σιχαμερά κολόχαρτα δεκάευρα και περισσότερα;

    Όσο για την μετάφραση και τους μεταφραστές θα προσυπογράψω κάθε σας λέξη.

    Τέλος να δηλώσω πόσο χαίρομαι που κάποιοι επιμένετε να μπαίνετε και να σχολιάζετε στα ιστολόγια.Σας ευχαριστώ όλους.Έχει μετατοπιστεί η συζήτηση κυρίως στο facebook κι όσο και να την κρατάς σε καλό επίπεδο χρησιμοποιώντας το,όπως θέλω να πιστεύω ότι κάνω κι εγώ,με μέτρο και σαν καλό εργαλείο επικοινωνίας και τίποτα,μα τίποτα άλλο,άλλο βάθος και ζεστασιά έχει ο σχολιασμός στο μπλογκ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πολλοί φίλοι μου προσπαθούν να με ψήσουν να μπω στο facebook. Δεν συμπαθώ το μέσον, ούτε μου λέει κάτι, για να το επιχειρήσω. Νομίζω ότι είναι το αποκορύφωμα της ματαιότητας. Υπερβολικό; Μπορεί. Αντίθετα, μου αρέσει να επισκέπτομαι κάποια λίγα μπλογκ που έχουν ενδιαφέρον για μένα. Και παρατηρώ διάφορα, ας πούμε:

    Οι επισκέπτες του μπλογκ δεν είναι απαραίτητα φιλικοί. Καμιά φορά ούτε καν ευγενικοί. Άρα και τα σχόλια είναι ανάλογα πώς θα τα δει κανείς:άλλοτε μια ανοιχτή αγκαλιά για συζήτηση, άλλοτε μια πολυλογάδικη εμμονή εκτός θέματος, άλλοτε κανονικό τρολάρισμα, άλλοτε αγενής και προσβλητική επίκριση σε όσα δε συμφωνεί ο σχολιάζων.Μου αρέσουν τα επικοινωνιακά σχόλια, που θέλουν να μιλήσουν για εκείνο που ξέρουν -ή νομίζουν πως ξέρουν- και να συμβάλλουν κάπως στο διάλογο, με τις σκέψεις τους και τον προβληματισμό τους, με καλές προθέσεις πάντα.

    Σας μιλάει μία εκ των εναπομεινασών σχολιαστριών της θεωρίας "Το σχολιάζειν εστί ...φιλοσοφείν"(!). Αν δεν έχεις να πεις κάτι, άστο. Καλύτερα μη λες τίποτα.

    ΥΓ. Δεν πιστεύω στα πολλά, ούτε στους πολλούς. Γενικώς.
    Ο αριθμός της επικοινωνίας είναι το "δύο". Τόσοι μόνο χρειάζονται συνήθως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Rosa Mund δεν είστε πνευματικός μου να με υποστείτε αλλά με κάνετε να θέλω να ομολογήσω (κοινώς να απλώσω σεντόνια).
    Λοιπόν ομολογώ ότι το fcb το κρατάω από μια -ματαιόδοξη βεβαίως και ναρκισσιστική στο βάθος της- ανάγκη να δείχνω κάπου αυτά που γράφω και αναρτώ στο μπλογκ,σ΄ένα πιο συμμαζεμένο αριθμό ανθρώπων που τους ξέρω ή τους "ξέρω", γιατί επικοινωνούμε καλά ως ένα βαθμό με αφορμή το βιβλίο γενικότερα.Έχει αποδειχτεί καλό μέσο και για να βρεθώ με παλιούς συμμαθητές και φίλους και μια και δεν ξέπεσα στην κατινοδρομιακή του χρήση,έτσι νομίζω -γιατί παραλίγο να με παρασύρουν σε μέτωπα και στρατόπεδα αλλά την γλίτωσα στο τσακ- υπάρχει μια ισορροπία που αν κοιτάξω καλά θα δω ότι είναι του τρόμου αλλά δεν πάω γυρεύοντας.
    Αν δεν έχετε λόγο δεν σας το προτείνω,εννοείται, μια χαρά είστε.Το καλοκαίρι ας πούμε που φεύγω και από επιλογή δεν έχω ίντερνετ καν, αφιερώνω περισσότερη ώρα σε άλλα σαφώς δημιουργικότερα πράγματα και τότε κι εγώ μια χαρά είμαι.

    Οι επισκέπτες του μπλογκ,ναι,δεν είναι πάντα φιλικοί.Θυμάμαι την επίθεση του αριστερού εκδότη του καρακοπτόμενου περί δημοκρατίας δημοσίως που θίχτηκε επειδή τόλμησα να πω ότι δεν είναι καλό το χαρτί σε σχέση με την τιμή μιας μπεστσελεριάς που εξέδωσε κι ότι θα ήταν καλό μες την τόση δουλειά της μεταφράστριας να είχε μισή σελίδα ακόμα γλωσσάρι με μερικές λέξεις που γιατί να τις ξέρουμε,δεν τις λέμε και καθημερινά κι αυτός με πρόσβαλε με όση κακία του ήταν εύκαιρη και απορώ με την αγένειά του. Δεν ήταν ο μόνος,στους δέκα σχολιαστές τρεις,ναι είπαν χοντρές αγένειες ή τρολάρισαν δόλια.
    Αλλά εκείνοι οι λίγοι που σχολιάζουν και τους απαντάς πάνω σε θέματα που βάζει η ανάρτηση, δηλαδή το βιβλίο και όχι μόνο αυτά καλή ώρα,είναι καλόδεχτοι και κάνουν την (ποιοτική) διαφορά.Εσείς είστε τέτοια σχολιάστρια!

    Κάποτε -δηλαδή ως χτες- πίστευα στην δύναμη και στην εν δυνάμει αγνότητα της διαλεκτικής των πολλών,το έβλεπα,ήθελα να το δω κυρίως πολιτικά μα ανιδιοτελώς κτλ κτλ και γι αυτό δρούσα και κινούμαι ακόμα έχοντας το συλλογικό και ανιδιοτελές στο μυαλό μου κι όχι το ατομικό ή δυαδικό.
    Εντάξει,την έχω πατήσει,όλα γύρω το μαρτυρούν και απελπίστηκα αυτή την φορά για τα καλά και άρχισα να φτιάχνω στα γεράματα το κουκούλι μου που περιλαμβάνει ελάχιστους.Αλλά γκρεμίστηκαν ελπίδες και όνειρα ότι θα άλλαζε λιγάκι ο κόσμος και με πονάει αυτό.
    Ουφ,τα΄πα και (δεν) ησύχασα.

    ΥΓ.Δεν θα μου προτείνετε κανένα ιδιαίτερο βιβλίο;Δεν μπορεί, όλο και θα έχετε ξετρυπώσει κάποιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  7. Δεν είχα δυο μέρες ίντερνετ. Μόλις έφυγε ο τεχνικός, σπεύδω να σας απαντήσω. Αυθωρεί και παραχρήμα. Συμπάθειες είναι αυτές, βλέπετε.

    Λέω μια λέξη και καταλαβαίνει εκατό, είναι φίλος, λέει ένας στίχος. Πείτε, πείτε ό,τι θέλετε στο ...ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Είμαι ο προσωπικός σας ...Ίρβιν Γιάλομ!
    Καλά κάνετε και προσπαθείτε να επικοινωνήσετε, όπως νομίζετε, τη στιγμή που δεν ενοχλείτε κανέναν -κι όσοι ενοχλούνται, είναι δικό τους το πρόβλημα.

    Παρακολουθώ τα τεκταινόμενα χωρίς να πολυσχολιάζω κι εφαρμόζω, όσο γίνεται, την παροιμία "Το βραδινό σου το θυμό κράτα για το πρωινό", γιατί αλλιώς, χάνω το δίκιο μου. Μου θυμίζω(!) τον τύπο στην Ξύλευση του Μπέρνχαρντ, που προσκεκλημένος σ' ένα καλλιτεχνικό δείπνο παρακολουθεί από μια μπερζέρα τους συνδαιτυμόνες.

    (Παρεμπιπτόντως, διαβάστε οπωσδήποτε Μπέρνχαρντ. Είναι πολύ ιδιαίτερος. Και αριστουργηματικός, κατά τη γνώμη μου. Και τα τέσσερα βιβλία του, που έχω διαβάσει, έχουν όλα το ίδιο εκπληκτικά υποβλητικό ύφος για τέσσερα διαφορετικά θέματα.)

    Ο αριθμός της επικοινωνίας -όχι της συζήτησης- είναι "δύο". Ή, τουλάχιστον, ανά δύο. Το έχω σκεφτεί πολύ. Δεν σημαίνει βέβαια ότι έχω το αλάθητο.
    Όσο για το συλλογικό ...συνειδητό και ασυνείδητο, τελευταία κρατάω (πάρα πολύ) μικρό καλάθι. Έχω φοβηθεί την πολλή δημοκρατία και την πολλή συλλογικότητα.

    Όπως λέει και ο Αναγνωστάκης:

    Φοβάμαι τους ανθρώπους
    που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
    και τώρα σε λοιδορούν
    γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
    Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
    Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κλέβω ασυστόλως παροιμία,τρόπο σκέψης και μικρό καλάθι(και το δικό μου μικρό είχε γίνει αλλά τόσα χρόνια στο αριστερό κουρμπέτι/μετερίζι/τραμπάλα/τσουλήθρα μας έμεινε το ηρωικό μπλαμπλα κι άντε να το χωρέσεις στα αχώρεστα τώρα,έχω γίνει λάτρις της σιωπής).
      Το κυριότερο,αγαπητέ Ίρβιν/Rosa Mund,είναι η πρότασή σας,δεν έχω διαβάσει Μπέρνχαρντ και πριν πέσω με τα μούτρα στον "Ζοφερό Οίκο" ,αφού τελειώσω τον δεύτερο Μάντη (την τιμητική του έχει εσχάτως στα ιστολόγια και το "Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί" κι εμένα δεν μου είχε φανεί διόλου κακό) δρομολογώ έναν Μπέρνχαρντ.
      Απολαμβάνω πολύ τις επισκέψεις σας.Να΄στε καλά.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου