"Οι Ποδηλάτισσες",Ρέα Σταθοπούλου

Ευρείς λεωφόρους διασχίζουν
φευγαλέα οι ποδηλάτισσες...
Οδυσσέας Ελύτης
(Δυτικά της λύπης)


Η πρώτη μου γνωριμία με την Ρέα Σταθοπούλου έγινε πριν χρόνια με το μυθιστόρημά της "Η Αφή της Παλάμης σου"που μου άφησε πραγματικά πολύ καλές εντυπώσεις.Όταν έκλεισα λοιπόν το Degas (το καλλιτεχνοβιβλιοπωλειάκι μου ντε)ανάμεσα στα (πολλά) βιβλία που κράτησα ήταν και δικά της. Το ένα,αυτό που εκδόθηκε το 2004 με τον ωραίο τίτλο "Οι Ποδηλάτισσες" τρυφερά εμπνευσμένο/δανεισμένο από τον Ελύτη,ήρθε φέτος η στιγμή του να μου κρατήσει συντροφιά και να ανατρέψει την μόνιμη επιφύλαξη που καλώς ή κακώς έχω για όλα εκείνα με φόντο την Μικρασία,την Κατοχή και τον Εμφύλιο,την Κωνσταντινούπολη και τις πιο πρόσφατες εθνικές συμφορές γενικά επειδή τις βλέπω να γίνονται αντικείμενο αισχρής συχνά εκμετάλλευσης και υλικό αν όχι για κραυγαλέα παραλογοτεχνία πάντως για κακή λογοτεχνία και του σωρού.

Η Ρέα Σταθοπούλου μου πρόσφερε γενναιόδωρα για μιαν ακόμα φορά την λιτή,αψεγάδιαστη,γλυκιά και νοσταλγική μα όχι γλυκερή,την μεστή,τρυφερή και πάνω απ΄όλα αρμονική και μετρημένη γραφή της που δεν ακκίζεται,δεν υπερβάλλει,δεν καμαρώνει για την γλωσσική της ομορφιά,είναι πυκνή, δίνει δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις και πολλά ενδιαφέροντα πολιτικά εναύσματα για να ψάξει κανείς (αν θέλει)τις λεπτομέρειες και το παρασκήνιο της Ιστορίας στο κρίσιμο χρονικό κομμάτι της οποίας τοποθετεί την πλοκή και σκέφτομαι και θα το πω ευθέως ότι αν δικαιούνται -σε τελική - κάποιοι να αφηγηθούν για τα τον ελληνισμού της Πόλης εν προκειμένω και για τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τα όσα πέρασαν και υπέφεραν,αυτοί βεβαίως και είναι οι Κωνσταντινουπολίτες πρώτοι απ΄ όλους και η άξια συγγραφέας είναι η ίδια γέννημα θρέμμα της Πόλης και της Ίμβρου που είναι ο ένας εκ των δυο τόπων στους οποίους υφαίνεται αλλά και ξετυλίγεται το μεγαλύτερο κουβάρι της ιστορίας των παιδικών και νεανικών χρόνων των τριών κοριτσιών,της Σοφίας,της Νίκης και της Μαργαρίτας και των γονιών,συγγενών,γειτόνων και φίλων τους που ο καθένας με την δική του βελόνα τραβώντας νήμα απ΄αυτό το ίδιο κι ατελείωτο κουβάρι πλέκουν με σταθερό ρυθμό σε 400 περίπου σελίδες τον ιστό ενός πολύ καλού μυθιστορήματος.


http://photobucket.com/images/imvros


Δεκάδες τα κομβικά σημεία της τριτοπρόσωπης και -μέσα από το ημερολόγιο της μιας εκ των τριών αδελφών- πρωτοπρόσωπης αφήγησης στα οποία θα μπορούσα να σταθώ διεξοδικά ,προτιμώ όμως να δώσω τον λόγο στην ίδια την συγγραφέα δίνοντάς σας τον σύνδεσμο του μπλογκ της,εδώ ,και σκανάροντας εγώ μερικά αποσπάσματα που τεκμηριώνουν πειστικά όσα επιχειρήματα πρόβαλα πιο πάνω για την τεχνική αρτιότητα και την λιτή ομορφιά συνολικά του μυθιστορήματος.





Η μικρότερη αδελφή,η Μαργαρίτα,ενώ ετοιμάζεται το 1975 να φύγει αεροπορικώς για την Ελλάδα στην οποία έχει διοριστεί ως καθηγήτρια σε γυμνάσιο της Βοιωτίας,βρίσκει το ημερολόγιο της μεσαίας και πιο απείθαρχης,της Νίκης,και διαβάζοντάς το ανασύρει από την μνήμη χίλια δυο όμορφα και λιγότερο όμορφα πράγματα από το παρελθόν αλλά επίσης ανακαλύπτει μέσα σ΄αυτό το εφηβικό τετράδιο της αδελφής της και πράγματα που δεν ήξερε,μυστικά που ούτε φανταζόταν ότι θα είχε εκείνη μα και η μητέρα τους και παράλληλα θυμάται δεκάδες καλές και μελαγχολικές στιγμές από τότε που ήταν μικρή και με τα ποδήλατά τους κι αυτή κι οι αδελφές της αλώνιζαν την φιλική Ίμβρο,την γενέτειρα του πατέρα τους στην οποία πήγαν φεύγοντας εξ ανάγκης από την Πόλη.
Η νεαρή Μαργαρίτα που είναι το στερνοπούλι της όμορφης οικογένειας του Κώστα και της Γλύκως Πατεράγκα προβληματίζεται τώρα που θα ανοίξει τα δικά της φτερά μακριά από το πατρικό της σπίτι πώς θα αφήσει πίσω της τους γονείς μα και όλη της την ζωή σ΄ένα ευλογημένο,πολυαγαπημένο μα και τόσο ταλαιπωρημένο από τις πολιτικές των κυβερνήσεων και τους θρησκευτικούς φανατισμούς των μικρόμυαλων τόπο. 
Πότε με μέσο το ημερολόγιο της Νίκης και πότε τριτοπρόσωπα παρακολουθώντας την Μαργαρίτα η Ρέα Σταθοπούλου σκιαγραφεί με καλά συνδεδεμένες μεταξύ τους λεπτομέρειες,που δεν κουράζουν, χαρακτηριστικούς τύπους Ελλήνων και αρκετών Τούρκων,διανθίζει με μέτρο με πολίτικες ή αμιγώς τούρκικες λέξεις και φράσεις το κείμενο,περνάει με εξαιρετική μαστοριά από την μια εγκιβωτισμένη ιστορία/μνήμη στην άλλη και τελικά με την αν και μη γραμμική αφήγηση που διαλέγει σαν τεχνική καταφέρνει ούτε λίγο ούτε πολύ να μας ταξιδέψει στον χρόνο και στον τόπο και θα τολμήσω να πω ότι αυτό το πολύπαθο κλισέ -το να λες ότι σε ταξιδεύει ένα βιβλίο- ισχύει σε τέτοιο βαθμό που εδώ ξαναβρίσκει πραγματικά το αρχικό νόημά του.Παρόλο που δεν είναι λίγα όλα αυτά τα πρόσωπα που περνούν από το ημερολόγιο και τον πραγματικό και ιστορικό χρόνο καλύπτοντας  την ροή όσων διηγείται για τα πραγμένα και τις προσωπικές τους ιστορίες καρφιτσωμένες άψογα στον μεγάλο καμβά της μυθοπλασίας για περισσότερο από μια εικοσαετία η συγγραφέας πετυχαίνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του  αναγνώστη που  όχι μόνο δεν κουράζεται στιγμή αλλά έχει συγκρατήσει και τα ονόματα και τις στιγμές και αγωνιά να μάθει κι άλλα γιατί έχει αγαπήσει όλους αυτούς τους τυπικώς χάρτινους ήρωες μα που υποψιάζεται με εύλογη συγκίνηση και συμπάσχοντας ότι υπήρξαν στ΄ αλήθεια και έζησαν αυτές ή περίπου αυτές τις ζωές στις όμορφες, χαμένες τους πατρίδες. 

ΥΓ.Κρίμα που το τόσο καλό αυτό βιβλίο (από τις εκδόσεις Ωκεανίδα) είναι εξαντλημένο.Πρέπει κάτι να γίνει,κάπως να μπει ένα φρένο στην κακή προϊοντοποίηση των βιβλίων,είναι πολύ θλιβερό να τα μεταχειρίζονται σαν κονσέρβες με ημερομηνία λήξης κι όσο αυτό δεν διορθώνεται, και φοβάμαι ούτε πρόκειται,μια είναι η εναλλακτική :οι δημόσιες και δη δανειστικές βιβλιοθήκες .Για τις οποίες τόσες φορές και τόσο αναλυτικά έχει γράψει η Κατερίνα Τοράκη.
Γιατί,θα μου πείτε,υπάρχει και καλή;Είναι προϊόντα τα βιβλία;Λοιπόν είναι καιρός να πάψει το χοντρό δούλεμα και να σταματήσουν να λέγονται παχιά λόγια,ναι,προϊόντα είναι ,οικονομικής φύσης διαδικασία ακολουθείται για να φτάσουν στον αναγνώστη κι όταν κακοπέφτουν σε στυγνούς ή υποκριτές εμπόρους τότε συμβαίνουν καραγκιοζιλίκια.
Αν όλοι οι εκδότες παραδέχονταν ότι είναι και έμποροι  και αναγνώριζαν ότι οφείλουν να σέβονται τον εαυτό,την δουλειά,τους εργαζόμενους,τους πελάτες τους και τελικά το ίδιο το προϊόν τους τότε θα είχαμε γλυτώσει πολλά παρατράγουδα και κομπασμούς και η εντιμότητα αυτή μόνο σε κακό δεν θα μας είχε βγει.

Σχόλια

  1. Ομολογώ δεν έχω διαβάσει, όμως μια και ανέφερες τις βιβλιοθήκες (και σ' ευχαριστώ για την προσωπική αναφορά επίσης), θα προστρέξω σε μία από τις βιβλιοθήκες που χρησιμοποιώ τακτικά και που έχουν το συγκεκριμένο βιβλίο, της βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου ή τη Δημοτική της Αγίας Παρασκευής.
    Τώρα, σχετικά με το αν το βιβλίο είναι προϊόν, εμπόρευμα κτλ, εκ των πραγμάτων είναι βέβαια, όμως οι ενστάσεις εγείρονται όταν καθίσταται μόνο τέτοιο, δηλαδή ένα καταναλωτικό είδος χωρίς διάκριση από τα άλλα, τα νεσσεσέρ, τα μπλουζάκια, και όλα αυτά που συνοδεύουν ως κράχτες τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Ένα καταναλωτικό είδος, συχνά χωρίς αισθητική (άλλο ένα προς συζήτηση θέμα, αλλά ...για άλλη φορά), που μετά, μια φορά το χρόνο πλέον, ως κατοχυρωμένος θεσμός, εκτίθεται προς πώληση σε παζάρι για ένα ευρώ (άλλο ένα θέμα για συζήτηση, αλλά ... για άλλη φορά).
    Καλή βδομάδα στην Ελλάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα είπες, Κατερίνα, όλα και δεν τα λες πρώτη φορά ούτε εσύ ούτε εγώ μα κι ένα σωρό ακόμα βιβλιόφιλοι. Άπειρα τα θέματα,δεδομένη η ανυπαρξία κεντρικής πολιτικής για το βιβλίο μα και η διάθεση συνεννόησης των ενδιαφερομένων μερών σε μια κοινή βάση επιβίωσης και στοιχειώδους βιβλιοφιλικής παιδείας κτλ κτλ κτλ.
      Ίσως αν ,ίσως λέω,δεν ξέρω,αν άφηναν κατά μέρος τις φανφάρες για το πνευματικόν του πράγματος (που εκεί μπροστά στο ταμείο εξανεμίζεται)και έλεγαν όλοι τα πράγματα με το όνομά τους, ίσως, τότε λειτουργούσαν σαν έντιμοι έμποροι οι μεν,απαιτητικότεροι πελάτες οι δε σε μια ισορροπημένη τελικά σχέση με αμφίδρομα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

      Διαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ, Βιβή, για τα καλά σου λόγια! Οι "Ποδηλάτισσες" ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα και πιστεύω πως είναι ένα ειλικρινές βιβλίο. Μεταφράστηκε στα Τουρκικά και γράφτηκαν πολύ καλές κριτικές σε εφημερίδες, περιοδικά και σε μπλογκ της Τουρκίας. Όσο για τα σχόλιο σου, στο τέλος, εδώ έγιναν "προϊόν" ακόμη και οι ιδέες, το βιβλίο θα γλίτωνε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρέα,απόλαυσα τις "Ποδηλάτισσες" και έχω στα προσεχώς την "Αστυνομικίνα που Είχε Άγγελο"(που ο τίτλος της,να σου πω την αλήθεια,δεν με έλκει).Νομίζω ότι η ίδια είσαι πολύ σεμνή και δεν πολυπροβάλλεις τα βιβλία σου ,οπότε χαίρομαι αν κάποιοι αναγνώστες -λάτρεις του πάντοτε αλάνθαστου «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ᾿ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ»- δελεαστούν και σε αναζητήσουν.

      Για την συζήτησή μας και με την Κατερίνα πιο πάνω παίρνω μια δική σου λέξη από το σχόλιο: ειλικρινές.
      Ό,τι ,μα ό,τι ,είναι ειλικρινές δεν θα χαθεί.Και αν πάσχουμε από κάτι σαν κοινωνία αυτό είναι η έλλειψη ειλικρινούς... ειλικρίνειας καθώς συχνά βαφτίζουμε την ξεδιαντροπιά μας ειλικρίνεια και καθαρίσαμε,νομίζουμε,αμ δε.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου