"Ιδεολογικά ύποπτη",Ελένη Γκίκα

Διήγημα (ή ποίηση ή και τα δυο) της Ελένης Γκίκα. Εξαιρετικό,πολύσημο,διαρκές.Από τα πιο πολύτιμα του σεντουκιού.


"Woman at the window",Edgar Degas,1875

Ιδεολογικά ύποπτη


υγ1:
 
Η ζωή σε τρία υστερόγραφα. Κι από την πρώτη λέξη θα γράψω αλήθεια. Είναι ο μόνος τρόπος για να μη σε πιστέψει κανείς. Αλήθεια, μόνο αλήθεια, τώρα που ξέρω το πόσο τυχεροί κάποτε υπήρξαμε. Εκείνο το Καλοκαίρι που δεν σου το είπα και δεν μου το είπες. Λες κι είχαμε μπροστά μας μια αιωνιότητα. Κρατώ ό,τι έγραψα. Τα διαβάζω σαν ψέμα, μια άλλη. Κάποτε, όμως, σ’ αυτήν εδώ τη ζωή εμείς τα ζήσαμε. Ανυποψίαστοι για το μέγεθος, τόσο σίγουροι ότι αυτή η χρυσόσκονη θα κρατήσει για πάντα.
Ας είναι, εγώ θα σου γράψω, αφού τ’ αποφάσισα.
Κι ας μη το διαβάσεις. Αλλά ποιος ξέρει… Μπορεί ήδη να ξέρεις.
Και αυτή τη φορά ούτε διεύθυνση θα χρειαστεί
ούτε όνομα
ούτε τίποτα
υγ2:
«Τυχαίνει όμως
η ζωή
να σου γυρίζει
και την άλλη όψη
και το μεγάλο
το καταλαβαίνεις
από τις σαχλαμάρες».
Ιδεολογικά ύποπτη μπήκα στο σπίτι σας, ευθύς εξαρχής.
Έδειχνα δυνατή, υπήρξα το πιο αδύναμο και τρομαγμένο πλάσμα της γης.
Έδειχνα επιτυχημένη, ήμουν σαν άστρο στραβοπεσμένο πάτωμα ή στο διάστημα.
Έδειχνα αλώβητη, είχα ήδη δεχτεί στη κοιλιά και στο στήθος χιλιάδες μαχαιριές.
Έμοιαζα φίλη σας, ήμουν μια ξένη που ήλπισε λίγη απ’ τη θαλπωρή σας.
Δήλωνα ελεύθερη, κι ήμουνα σκλάβα ακόμα και της ανάσας των άλλων.
Κι όσο πιο σκλάβα γινόμουν, τόσο πιο αλώβητη φαινόμουν. Πάγος, σου λέω, ψυγείο, μάρμαρο.

Όμως μέσα μου λιώναν οι πάγοι.Μέσα μου μια μοναξιά κατρακυλούσε σαν σκαντζόχοιρος και με μάτωνε.
Ήρθα ντυμένη στην τρίχα. Γκρίζο κοστούμι για να φανώ ισχυρή και οπωσδήποτε γυαλιά, που με κρατούσαν απόμακρη. Το είχα αυτό το προσόν. Υπερμετρωπίας, ηλίου, ό,τι να ‘ναι, ακόμα και η οθόνη του υπολογιστή ή το τζάμι του αυτοκινήτου ή το παράθυρο’ με ασφάλιζαν. Έτσι πορεύθηκε μια ζωή: από γυαλί σε γυαλί κι από τζάμι σε τζάμι. Από παράθυρο σε παράθυρο κι από θερμοκοιτίδα σε σκάφανδρο: τα κιλά μου. Κανένας ποτέ δεν το κατάλαβε το πόση μεγάλη ασφάλεια μου παρείχαν.
Έφτασα, επίσης, στην ώρα μου. Πάντα το φρόντιζα αυτό. Ο καλύτερος τρόπος για να περάσεις απαρατήρητη. Ούτε και πρώτη και καλύτερη εκεί πάγκο, αναπληρωματική μαζί με τους οικοδεσπότες να περιμένεις τους άλλους, αλλά ούτε κι αργά να σε παρατηρούν όλα τα μάτια και να σε κρίνουν λες και το έκανες εξεπιτούτου.
Ήρθα, λοιπόν, όπως πάντα ντυμένη καθωσπρέπει με μια μονόχρωμη μονοτονία. Έφτασα, λοιπόν, όπως πάντα στην ώρα μου ρυθμισμένη σαν ακριβείας αθέατο ελβετικό ρολόι.
Λειτούργησα ανάμεσά σας, ακριβώς, με τον ίδιο τρόπο: ευπρέπειας, κατάφασης και ασφάλειας. Σχεδόν με τον αυτόματο πιλότο. Μειδίαμα κατανόησης και ευήκοον ους λες και συνέλαβα λέξη από τα μάστερ, τα ντοκτορά και τα εξωτερικά των παιδιών τους. Λες και μετρούσαν καθόλου οι περγαμηνές του κυρίου βιομηχάνου που είχε πάντοτε δίκιο- και όλοι μοιάζουμε μεταξύ μας, είναι θέμα ευκαιριών- όμως δεν είχα καθόλου δίκιο εγώ κι ούτε ευκαιρία καμία- λες κι αποκτούσε βαρύτητα το εκτόπλασμα του αεροπαγίτη, αρεοπαγίτη, αρειοπαγίτη, ποτέ δεν το πέτυχα το σωστό και τ’ όνομά του το ξέχασαν στις συστάσεις.
Όποτε ερχόμουν στο σπίτι σας μονάχα μ’ εκείνες μας συστήνατε, με ιδιότητες. Και σύμφωνα μ’ αυτές μας καλούσατε. Καθόλου δεν μετρούσε αν γνωριζόμαστε μεταξύ μας ή αν ταιριάζαν τα χνώτα μας, αν πλήγωνε ο ένας τον άλλον, αν ήμουν η αγαπημένη του στο παρελθόν και τώρα απόψε πολύ με πονούσε που ήταν έτσι εκεί απέναντί μου με την σύζυγο. Που είχαν επιστρέψει από την Κωνσταντινούπολη που είχανε πάει σε ένα συνέδριο και που ήτανε «το κάτι άλλο». Η Αγιά Σοφιά, «το κάτι άλλο». Το φόρεμά της, «το κάτι άλλο». Το δικό μου κοστούμι, «το κάτι άλλο». Η τούρτα παγωτό που φέρανε, «το κάτι άλλο».
Κι εσύ, «το κάτι άλλο» ήσουν απόψε. Καμιά σχέση με εκείνο το λαβωμένο, τρομαγμένο απ’ την αρρώστια κι απ’ την απώλεια ψηλό αγοράκι που γνώρισα. Ένας γκρίζος άντρας ήσουν κι εσύ απόψε με ιδιότητα. Διπλή. «Στους έχοντες και τους κατέχοντες». Δική σου η έκφραση. Με σύζυγο που μαγειρεύει καλά, είναι υπάκουη και αντέχει, με παιδιά που έχουν μάστερ και ντοκτορά, είναι όμορφα, ψηλά και σερβίρουν, και εικόνα γυαλιστερή και ασάλευτη, σαν σε παράσταση διαρκή σε δικαστήριο.
Η τελεία και παύλα, δίκιο- άδικο, έπρεπε πάντα να είναι δική σου. Λες και υπάρχει τελεία και παύλα πουθενά στη ζωή.
Πιρούνι με το χέρι τ’ αριστερό, μαχαίρι με το δεξί, πλάτη στητή και χαμόγελο. Απόψε συμφωνούσα με όλους. Τα ονόματά σας δεν τα θυμόμουν- εξάλλου μου τα ‘πατε; Τα ταμπελάκια και οι περγαμηνές σας, λες σε σύννεφο.
Κάπου αυτή η ατέλειωτη συμφωνία σαν το απέραντο γαλάζιο, πρέπει να μ’ έκανε σ’ όλους σας συμπαθητική. Άλλωστε, για αυτό ακριβώς με καλούσατε. Επειδή συμφωνούσα. Γιατί δεν σας δημιουργούσα προβλήματα. Επειδή ήμουν συμπαθητική. Και ας ξερνούσα όλη μέρα την άλλη μέρα με το λούστρο σας.
Ξέρναγα, ξέρναγα και τελειωμό δεν είχε. Τα ψεύτικα χαμόγελα, την απατηλή ευτυχία, την κενή σιγουριά, την αυτοπεποίθηση του αμαξιού, του σπιτιού και του τίτλου. Τη σύζυγο που την εξαπατάς και σε εξαπατάει. Που την απατάς και σε απατάει. Τα παιδιά που σε επιβεβαιώνουν. Την εικόνα που σε εξασφαλίζει. Κι αυτό το ελάχιστο, τρυφερό, ευαίσθητο βλέμμα που – πού και πού- σου ξεφεύγει και με εξευτελίζει.
Γιατί ορκιζόμουνα το απόγευμα ότι φέτος δεν θα πατήσω και ήρθα. Γιατί υποσχόμουνα όλη τη βδομάδα πως θ’ αρρωστήσω και έφτασα κι άρρωστη. Γιατί ακόμα και τώρα που σας χλευάζω αδιαφορώντας, μέσα μου σκίζομαι. Γιατί ακόμα και τώρα που δείχνω δυνατή, είμαι το πιο αδύναμο και τρομαγμένο πλάσμα. Γιατί ακόμα και τώρα που με παρουσιάζεις επιτυχημένη, είμαι σαν άστρο στραβοπεσμένο στο πάτωμα ή στο διάστημα.
Γιατί ακόμα και τώρα που μοιάζω αλώβητη, έχω γεμίσει μαχαιριές από την προσποίηση και το ψέμα. Γιατί φαίνομαι φίλη σας κι είμαι μια ξένη σαν εκείνη τη κούκλα του εξωφύλλου στα λασπόνερα. Γιατί ακόμα και τώρα δηλώνω ελεύθερη, αλλά είμαι σκλάβα της αδυναμίας μου και της ανάσας σου.
Κι όσο πιο σκλάβα ήμουν, τόσο πιο αλώβητη φαινόμουν.
Πάγος σου λέω, ψυγείο και μάρμαρο.
Όπως τότε παλιά στη σχολή. Που οι Ρηγάδες με θεωρούσαν κνίτισσα, οι κνίτες ρηγού κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν εισοδισμό απ’ την ΟΚΔΕ.
Κανείς από μας δεν έμεινε όρθιος. Ο Τριαντάφυλλος τρελάθηκε. Ο Χρήστος είχε ένα αλλόκοτο θανατηφόρο ατύχημα. Η Ιουλία πήδησε από τον τρίτο. Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει την Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος.
Εγώ, απλώς παραμένω μια ζωή ιδεολογικά ύποπτη. Έξω ψυγείο, μάρμαρο, πάγος. Όμως μέσα μου λειώνουν οι πάγοι μου. Και μια μοναξιά σαν σκαντζόχοιρος κατρακυλά και με ματώνει.
Απόψε το βράδυ στο σπίτι σου, έχει το βλέμμα σου.
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2000
(η πρόσκληση ήρθε Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου που το ημερολόγιο έγραφε «Ανάμνησις θαύματος, Αρχαγγέλου Μιχαήλ» κι ο ήλιος ανέτειλε στις 6.59΄ το πρωί κι έδυε στις 19.48΄ στο μούχρωμα. Στο σπίτι σας έφτασα ακριβώς στις 9 και μισή. Ως όριζε το πρόγραμμα κι ως όφειλα «ιδεολογικά ύποπτη»).
Μαύρα Καλοκαιρινού,
για την αντιγραφή
Λόλα Λαμπίρη.
(από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Μια καρδιά στο στομάχι»)
υγ3:
κι όμως, δεν έμεινε τίποτα. Άλλοι «έφυγαν». Έτσι δε λένε επειδή φοβούνται τον θάνατο; Μπορεί, ποτέ δεν ξέρει κανείς, όμως να υπάρχει και το «επέκεινα». Η εποχή άλλαξε, φάνηκε επιτέλους ο Χειμώνας που ερχόταν. Κι εγώ που τα γράφω έχω γίνει μια άλλη, αγνώριστη. Ακόμα κι ο τίτλος για τα διηγήματα άλλαξε. Το «ανέκδοτο» μόνο παραμένει στη θέση του. Το μόνο αναλλοίωτο. Όπως το ανέφικτο Τώρα και το ανεκπλήρωτο Τότε.
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014
κι ακόμα δεν έμαθα πώς να υπογράφω,
μου διαφεύγει για την ώρα το καινούργιο μου όνομα,
αλλά αν το μάθω,
θα σας το γράψω, θα ξαναγράψω…

Σχόλια

  1. Νομίζω πρέπει να το διαβάσω! Καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα,αγαπητή Κατερίνα,ναι,είναι ενδιαφέρουσα η Γκίκα.Αγαπώ την ευαίσθητη,ιδιαίτερη γραφή της .

      Διαγραφή
  2. Βάλια Οικονόμου24/7/15 00:06

    Εξαιρετικό.Δεν είχα ξαναδιαβάσει Γκίκα.Τι μου προτείνετε από δικά της μυθιστορήματα;
    Βάλια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το "Μπολερό δεν Ήταν του Ραβέλ"που είναι και το αγαπημένο μου,διαβάστε την παρουσίαση που του είχα κάνει και μην φοβηθείτε τις δυσκολίες του.
    Ενδιαφέρον έχει και η παλαιότερη Γκίκα πχ "Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας","Μετεβλήθη εντός μου ο Ρυθμός του Κόσμου", "Οι Κούκλες δεν Κλαίνε".Η γραφή της είναι πολύ ιδιαίτερη,παίρνει ένα θέμα απολύτως κοινό και χιλιοειπωμένο και το μετατρέπει σε εντυπωσιακή λογοτεχνία.Δεν είναι εύκολη,πρέπει να εστιάσεις και να της αφοσιωθείς,να κάνεις δεύτερη και τρίτη ανάγνωση για να καταλάβεις τον κόσμο της κι όταν εμβαθύνεις,πιστέψτε με, έχεις καταλάβει πολλά που δεν φανταζόσουν καν,έχεις γίνει πνευματικά πλουσιότερος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου