"Μωρό από Ατόφιο Χρυσάφι",Μάργκαρετ Ντράμπλ


Η Τζες ,η Άννα και οι φίλοι τους στο Λονδίνο του ΄60 και του ΄70 και ζήσαμε εμείς καλά(λέμε τώρα) κι αυτοί καλύτερα(ξαναλέμε τώρα).




Η 77χρονη Αγγλίδα συγγραφέας Μάργκαρετ Ντραμπλ,η οποία όπως πληροφορούμαι έχει δεκαοκτώ (!) μυθιστορήματα στο ενεργητικό της(να ζήσει και να τα χαίρεται κι εκείνη κι οι αναγνώστες της και να γράψει άλλα τόσα αν μπορεί και θέλει),κινείται οριακά -κατά την ταπεινή μου και σε καμία περίπτωση απόλυτη γνώμη- μεταξύ μιας προβλέψιμης,σ΄αυτό της το μυθιστόρημα τουλάχιστον,στα άλλα δεν ξέρω,και μάλλον μέτριας λογοτεχνίας η οποία επαναλαμβάνει μοτίβα που μας είναι οικεία από γυναίκες συγγραφείς που έχουν αναδείξει καλύτερα,θα ισχυριστώ,το μείζον και λεπτό θέμα του προβληματικού παιδιού (την έξοχη Ντόρις Λέσινγκ και την θαυμάσια Περλ Μπακ που τις αναφέρει και η ίδια η Ντραμπλ θάβοντας όμως την Μπακ μετά μανίας,έτσι εξέλαβα την ειρωνεία της καθώς την αμφισβητεί και δη ατεκμηρίωτα ως προς την λογοτεχνική της αξία και σε προσωπικό επίπεδο της επιτίθεται με απροκάλυπτη αγένεια) κι εκείνης της κυρίαρχης των καιρών μας,της όχι απαραιτήτως κακής,όχι,διόλου κακής,μα οπωσδήποτε και εμφανώς κιόλας εμπορικών προδιαγραφών γυναικείας πεζογραφίας*,με τα υλικά της συνταγής της ενισχυμένα στο φουλ:ταύτιση,συγκίνηση,αυτοδιηγητική μη γραμμική ,πασπαρτού αφήγηση,μάλιστα εσωτερικής εστίασης-η πανταχού παρούσα,η παντού  θα μπορούσα  να παραφράσω περιπολούσα φίλη που αναλαμβάνει ρόλο αφηγητή και ξερνάει τα πάντα φιλτράροντάς τα ακάματα σαν ντικενσική κουτσομπόλα που συμπάσχει αλλοθικά με τους στόχους τής πάρλας της χωρίς να βάζει γλώσσα μέσα,εν τέλει βαραίνοντας το κείμενο με δικές της έγνοιες και θέσεις (κουραστικός και επικίνδυνος ένας τέτοιος δαιδαλώδης τρόπος αφήγησης αν δεν είσαι ο Σαραμάγκου και η Ντραμπλ δεν είναι ούτε άλλωστε χρειάζεται να είναι),με πολλά πρόσωπα ήσσονος σημασίας να διεκδικούν έτσι για να διεκδικήσουν μικρό ή μεγάλο ρόλο στα διαδραματιζόμενα και τελικά να ανακατεύονται οι πάντες παντού σταθερά φλυαρώντας σε βάρος της μυθοπλασίας,ριγμένοι επιμελώς ατημέλητα σε ερωτικά γαϊτανάκια και σχέσεις και φιλίες και ό,τι άλλο μαθαίνουμε ότι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει στην χαμηλών τόνων Τζες που είναι η μητέρα και την γλυκιά, καλόβολη Άννα που είναι το παιδί ,όλα σε ποπ και ροκ καιρούς που με την σειρά τους,οι ωραίοι αυτοί καιροί, δανείζουν αφειδώς λάμψη στο όλο σκηνικό ενισχύοντας το τρυφερό δίπολο (ανύπαντρη) μητέρα-(προβληματικό ή αν θέλετε εδικό) παιδί σ΄ένα Λονδίνο ωραίο κι αυτό σαν ντεκόρ στο οποίο όλοι οι καλοί χωράνε μια χαρά κι αυτοί:οι φίλοι, καλοί και με κατανόηση,προοδευτικοί,έξυπνοι ή και τρελούτσικοι μα καλόψυχοι και ακίνδυνοι, διανοούμενοι απαξάπαντες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, ηθοποιοί που παρά την αναγνώριση δεν καβάλησαν καλάμι,κορυφαίες γιατρίνες που είναι για πάντα κολλητές με τις κολλητές τους(μπλιαχ),αυτοκτονικοί ποιητές που κατσικώνονται στα σπίτια των φίλων ειδικά αυτών που έχουν σοβαρά ζητήματα και λοιποί προσθέτοντες το μάλλον σημειολογικό κατιτίς τους στο ατελείωτο υφαντό της Ντραμπλ έτσι όπως το ξεδιπλώνει πολυλογάδικα η φιλενάδα/αφηγήτρια,η πανταχού περιπολούσα κυρία Έλινορ τάδε,την ξέχασα κιόλας την αντιπαθίλα.

Πάμπολλες είναι οι αναφορές διανθίσματος που έρχονται καταιγιστικές να προσδώσουν κι άλλη ποικιλία στο ήδη ποικίλο και ατελείωτο αυτό υφαντό,πολλές οι ανθρωπολογικές πληροφορίες ας πούμε μια και η Τζες Σπέιτ είναι ανθρωπολόγος αλλά και οι επιμέρους λογοτεχνικές που καίνε την Ντραμπλ/φίλη/αφηγήτρια,τι έκανε και γιατί ο Άρθρουρ Μίλερ ως πατέρας ή ο Σολ Μπέλοου,πώς και έζησε τόσα χρόνια ο αδελφός της Ώστεν,τι συνέβη με τους χάρτινους ήρωες του σπουδαίου Ιάπωνα Κενζαμπούρο και δεν θυμάμαι τι ακόμα διότι είναι τόσα πολλά,ρισκάροντας με τις μουσικές και σινεφίλ που επιστρατεύονται κι αυτές σ΄ένα κρεσέντο διακειμενικότητας να πνίξουν το κυρίως θέμα,καταλήγοντας παραφυάδες που αποσπούν την προσοχή του αναγνώστη.
Το βασικό αφήγημα, ευτυχώς,την γλυτώνει στο τσακ(άραγε η πείρα των δεκαοκτώ μυθιστορημάτων που έχουν προηγηθεί λειτουργεί σαν φύλακας άγγελος της μυθοπλασίας την κρίσιμη στιγμή;)και ενώ σχεδόν ξεχειλώνει για να χωρέσει όλα αυτά τα πλαγίως ερχόμενα δευτερεύοντα,τα παρμένα από μεγάλες δεξαμενές κοινωνικών μεταβάσεων και αλλαγών σε όλα τα επίπεδα που έφεραν μπόλικες οι δεκαετίες του'70 και του '80,παρά τα ανοίγματά του δηλαδή σε 400+ σελίδες και την αναπόφευκτη πλαδαρότητα στο τέλος καταφέρνει και κρατά το συνολικό ενδιαφέρον του αναγνώστη λόγω της εγγενούς δύναμης που έχει σαν θέμα,αφήνοντάς του,του αναγνώστη, μια πολύ γλυκιά,συμπονετική και καλή αίσθηση και τελικώς άπειρη συγχωρητική διάθεση για τις τεχνικές της δημιουργού του, όταν πια το έχει διαβάσει ολοκληρωμένο.
Η Ντραμπλ συχνά - και δεν νομίζω ότι είναι η μόνη ή πως δεν το ξέρει κι αυτή και πολλοί  εξ αυτών που (πρέπει να) ψειρίζουν λιγάκι περισσότερο την εκδοτική παραγωγή-πατάει την διαχωριστική λωρίδα που υπάρχει ανάμεσα στην Λογοτεχνία και την λογοτεχνία του εφήμερου ** ,δεν φεύγει βέβαια εκτός δρόμου μα γράφει, ας πούμε,κι εκείνη κάτι αχρείαστα διμούτσουνα κλισέ που βγάζουν μάτι σαν εκείνα στα οποία είναι πρωταθλήτριες οι καλύτερες μεν αλλά πάντως εμπορικές συγγραφείς που πολλοί βιβλιόφιλοι κοροϊδεύουν και δεν έχουν κι άδικο αν και γίνονται ώρες ώρες υπερβολικοί και δεν νομίζω αυτό να έχει να κάνει με την μετάφραση που η εμπειρότατη Κατερίνα Σχινά έκανε για τις εκδόσεις Πόλις.
Βεβαίως περί ορέξεως κολοκυθόπιτα -χαζή φράση μα εκφράζει μαι μεγάλη αλήθεια- εμείς εδώ στα μπλογκς δεν παριστάνουμε τους ειδήμονες,αναγνώστες είμαστε οι οποίοι λέμε ελέω ίντερνετ την γνώμη που δικαιούμαστε και έτσι από την μια θα πω ότι δεν είναι κακό να περάσει κάποιος λίγες ώρες διαβάζοντας βιβλία σαν αυτό με την συγκινητική ή που θέλει να σταθεί ως τέτοια ιστορία της Ντραμπλ (αντί να δει βλακωδώς τηλεόραση ας πούμε ή να σπαταλήσει χρόνο και χρήμα σε μια ταβέρνα) όμως παράλληλα θα επιμείνω πως πρέπει να διακρίνουμε τι κρατάμε στα χέρια μας και βιβλίο με μεγάλη λογοτεχνία εντός του σε τούτη την περίπτωση,όχι, δεν κρατάμε.
Από την άλλη-και κλείνω εδώ- δεν ξέρω μεν πόσο μπορεί να διατηρηθεί η αφήγηση αυτή ζωντανή στο μυαλό μα κανένας,όσο στριμμένος και να είναι -καλή ώρα -,δεν θα χάσει από την ανάγνωση της ιστορίας της Τζες και της Άννας και των φίλων τους αυτή καθαυτή που διατυπωμένη με γραφή μάλλον εύκολα προσλήψιμη και σίγουρα εξωστρεφή,είναι εξαρχής βέβαιο ότι θα αρέσει στο ευρύ κοινό -βασικό και σταθερό ζητούμενο για μένα-και δεν θα απογοητεύσει , ίσως,και τον μυημένο σε πιο απαιτητικά διαβάσματα αναγνώστη.Τι καλύτερο;

Να σας πω και περί τίνος ομιλεί η Ντραμπλ:
Η Τζες Σπέιτ μεγαλώνει μόνη της στο Λονδίνο την κόρη της Άννα, ένα "μωρό από ατόφιο χρυσάφι", σχεδόν αγγελικό,ένα παιδί που δεν θα μεγαλώσει ποτέ.Η Άννα,η οποία πάσχει από ελαφρά νοητική στέρηση,είναι ένα πλάσμα ακτινοβόλο, χαρούμενο και καλότροπο,που ορίζει τη ζωή όσων την αγαπούν.Το βιβλίο μας μιλά για τη ζωή τους,όπου τα καθήκοντα της Τζες ως μητέρας δεν τελειώνουν ποτέ, χωρίς όμως αυτό να την εμποδίζει να ζει μια ζωή γεμάτη φίλους,έρωτες και νέες γνωριμίες.Είναι επίσης η ιστορία μιας γενιάς.Μέσα από το δίπολο της Τζες και της Άννας σκιαγραφείται μια ολόκληρη κοινωνία γυναικών, γυναικών που εργάζονται, κάνουν καριέρα, παντρεύονται, χωρίζουν,ανακαλύπτουν τη μητρότητα, την αρρώστια, την επιτυχία και την αποτυχία. Και, ταυτόχρονα, είναι η ιστορία μιας πόλης, του πολυπολιτισμικού Λονδίνου της δεκαετίας του 1960 και του 1970, όπου τα πάντα μοιάζει να αλλάζουν. Η Μάργκαρετ Ντραμπλ τοποθετεί τους ήρωές της στην καρδιά του Λονδίνου που, μετά τη μεταπολεμική γκριζάδα του,ανακαλύπτει ξαφνικά το χρώμα,την κίνηση,τη μουσική,την Κάρναμπυ Στρητ και τους Μπητλς. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινούνται όλοι,διανοούμενοι, ανθρωπολόγοι, ηθοποιοί,γιατροί, δημοσιογράφοι,ποιητές, μποέμ και φιλελεύθεροι.
** Οι αντίστοιχοι άντρες αρέσκονται σε ιστορικό μυθιστόρημα
* Είναι πια τόσο επισφαλή και δυσδιάκριτα τελικά, αναρωτιέμαι,τα όρια μεταξύ Λογοτεχνίας και λογοτεχνίας ή και λογοτεχνίας του εφήμερου στην εποχή μας;

υγ.1Δεν είχα διαβάσει Μάργκαρετ Ντραμπλ και δεν νιώθω άσχημα,σιγά μην ξέρω τους πάντες απ΄ έξω κι ανακατωτά,το έπραξα τώρα με σπουδή,δεν με ενθουσίασε,είπαμε,ο τρόπος που αφηγείται -τουλάχιστον εδώ-,δεν νομίζω πως θα αναζητήσω σύντομα άλλα της βιβλία,μπορεί και να αλλάξω γνώμη,πάντως ειδικά αν έχετε πάθει κατάθλιψη από καταγγελτικά,βαριά κι ασήκωτα διαβάσματα, δείτε το σαν το εύληπτο εκείνο κοινωνικό μυθιστόρημα που διαβάζοντάς το δεν θα έχετε σπαταλήσει άδικα τον χρόνο σας.

υγ.2 Η Κατερίνα Μαλακατέ έχει εντελώς άλλη γνώμη,στην διάθεσή σας εδώ, εμείς είμαστε γνήσια τέκνα του πλουραλιστικού αποτέτοιου,που την θυμήθηκα την λέξη και τι έχουμε τραβήξει και με δαύτην,τι πλουραλισμό έχουμε φάει,Παναγία μου,στην μάπα σαν λαός...


Σχόλια

  1. Θα συμφωνήσω μαζί σου Βιβή μου!Δε μου αρέσει να με βομβαρδίζουν με χιλιάδες ανούσιες για μένα πληροφορίες όχι μόνο για το Λονδίνο της εποχής αλλά και ανθρωπολογικές και άλλες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. εγκυκλοπαιδικόν μυθιστόρημα,ουφ...

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος2/2/16 18:05

    Η συγγραφέας καταπιάνεται με θέμα σοβαρό που την ξεπερνάει,δε το γνωρίζει.Διάβασα το βιβλίο και διέκρινα κατάπληκτος την ευκολία όπου το έκανε λαϊκό μυθιστόρημα.Εμένα δε με νοιάζει αν είναι καλό ή μέτριο ούτε σε τι είδος ανήκει.Δικαίωμά της να γράψει αλλά γιατί το ωραιοποιεί, τι θέλει να δείξει,ότι πρέπει να είμαστε γενναίοι και να το παίρνουμε ελαφρά;Είναι τεράστιος πόνος σε όσους το ζουν και δε φαίνεται να το καταλαβαίνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. τι να πω,τίποτα,κι εγώ ένιωσα αμήχανα(το λιγότερο)

      Διαγραφή
  3. Συμφωνώ με όλους τους προλαλήσαντες, πολύ γλυκερό μου φάνηκε το βιβλίο και δεν θα αφιερώσω χρόνο να ξαναδιαβάσω Ντράμπλ.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αυτό δεν το είπα,ναι,είναι και γλυκερό

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου