"Οι Αφετηρίες",Μαρία Λιάκου

Ανακαλύπτοντας το σωστό εκείνο μονοπάτι που μας βγάζει(ξανά)στην αφετηρία μα που μονάχοι δεν θα το διακρίναμε ποτέ πάνω στον βρεγμένο από δάκρυα χαράς και λύπης χάρτη της ζωής μας.




Αρχή,επανεκκίνηση,νέος αγώνας μετά τις ήττες ή τις δυσκολίες.Απόρριψη των παλαιών,υιοθέτηση των νέων πλαισίων.Διαδικασίες επιστροφής στην ζωή.Ζωή που ναι μεν δεν έχει τελειώσει μα στους πρωταγωνιστές του βιβλίου της Μαρίας Λιάκου δεν έχει δώσει απλόχερα την χαρά εκείνην που τους άξιζε,όμως τώρα τους χαμογελά ξανά και ιδού,αλλάζουν θαρρετά σελίδα στο βιβλίο της βοηθούμενοι από τα σαν φύλακες-αγγέλους καλόγνωμα πρόσωπα,που εμφανίζονται στην κρίσιμη φάση του βίου τους,θεόσταλτα λες,και την κατάλληλη στιγμή τους δίνουν εκείνη την ωραία ώθηση,την ανιδιοτελή ηθική υποστήριξη,που χρειάζονται οι θλιμμένοι άνθρωποι έτσι ώστε να βρουν την δύναμη να ψάξουν για την αφετηρία των νέων και εξαγνισμένων διαδρομών της υπόλοιπης ζωής τους.

Εστιάζω στα χέρια μου,έτσι ώστε με το σάλι να κρύβω το φως του φεγγαριού στον κύκλο. Να κάνω το σκοτάδι.Μετά με άλλη κίνησή μου να απλώνεται το φως.Περπατάω ξυπόλητη τον χαραγμένο κύκλο, βουβή.Σε ένα δέντρο που είναι κοντά μου κρεμάω τα χαρτόνια-πίνακες.Τα εικαστικά μου υλικά.Τρεις σατέν κορδέλες ενσωματώνονται στο σκηνικό.Είχα γράψει τις ευχές μου.'Ηταν οι δικές μου λαμπάδες στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης. Ξεκινάω να λέω σαν μονόλογο,σημεία από τις χειρόγραφες σημειώσεις του ερημίτη με βλέμμα αργόσυρτο και νιώθω την αναπνοή μου.

"Άκου πώς μας καλούνε από τη θάλασσα.Τον ουρανό.Τα αστέρια.Στο σκοτάδι και στο φως είναι ριγμένη η ζωή του ανθρώπου.Συνεχώς ζει μέρες Αποκάλυψης ανά τους αιώνες. Αόρατη φωνή μας καλεί να βρει καθένας μας τη δική του αποκάλυψη.Να ανοίξουμε τα μάτια μας και το νου μας και να προετοιμάζουμε τον εαυτό μας κάθε ώρα για αυτά που θα συμβούν.Γιατί ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια διαρκή αλλαγή.Στο φως και στο σκοτάδι."

Το ολιγοσέλιδο μα πυκνό και πλούσιο σε ιδέες και συναισθήματα βιβλίο"Οι Αφετηρίες"(εκδόσεις Βακχικόν,2015)της Μαρίας Λιάκου περιέχει δυο πολύ ενδιαφέρουσες ως προς την κεντρική τους ιδέα νουβέλες που η συνεχής τους ευρηματικότητα στην ανάπτυξη της μυθοπλασίας με έξυπνες ανατροπές και προσθήκες στοιχείων με εντυπωσίασε και χάριν αυτής προσπέρασα τις μικρές,τις σχεδόν ασήμαντες τεχνικές αδυναμίες* (οι οποίες δεν εντοπίστηκαν, υποθέτω,ελλείψει επιμελητή έκδοσης γιατί δεν υπάρχει πχ επαρκής στίξη στο κείμενο,έχει συντακτικά λαθάκια, είδα σε αρκετά σημεία ανακολουθία ρηματικών χρόνων και επίσης ένιωσα να γίνεται μια ξαφνική διακοπή ή μάλλον άνευ σοβαρού λόγου συγκράτηση της ορμής της αφήγησης -με ξένισε ο αποστασιοποιημένος τρόπος αναφοράς στην φίλη αρχαιολόγο στην δεύτερη ιστορία- που όμως είναι κατά την γνώμη μου εκ του θέματός της και μόνο, ικανή να αντέξει το ρίσκο ενός πιο καταιγιστικού λόγου,κάτι που ο μέσος πλην διορατικός επιμελητής** λογικά πρέπει να το βλέπει και να το συζητά με τον συγγραφέα, ώστε αυτός να πράξει ανάλογα,εφόσον βέβαια συμφωνεί).

Οι νουβέλες,με τίτλο "Παράσταση για Ένα Θεατή" και "Πνίγεσαι και στη Στεριά", καταπιάνονται η καθεμιά με το τρόπο της με το ίδιο υπαρξιακό στον πυρήνα του ζητούμενο:πώς ξαναβάζει μπροστά κάποιος την ζωή του όταν έχει υποστεί απώλειες, έχει φθαρεί από τον χρόνο και από τις αντιξοότητες του βίου και ήδη βρίσκεται κοντά ή λίγο μετά την , καλώς εχόντων βέβαια των πραγμάτων, μέση του. 
Η Μαρία Λιάκου με ωραία,καλοζυγισμένη και απλή μα όχι απλοϊκή γλώσσα,με εύληπτη αλλά δίχως εκπτώσεις στην ποιότητά της γραφή και με μια χαμηλών τόνων,πρωτοπρόσωπη,πειθαρχημένη και λειασμένη αφήγηση, που ανεβάζει κλιμακωτά και προσεκτικά τους ρυθμούς της όσο εξελίσσεται η μυθοπλασία, επινοεί και χτίζει  με πειστικότητα ως πρωταγωνιστές της δυο κατ΄αρχάς οικείους μας τύπους ανθρώπων και δίπλα σ΄αυτούς τοποθετεί με  μαστοριά δυο ακόμα χαρακτήρες που χωρίς να υπερκαλύπτουν τους βασικούς είναι καθ΄όλα άξιοι της προσοχής μας.

Στην πρώτη νουβέλα μια γυναίκα στην πέμπτη πια δεκαετία της ζωής της βρίσκεται ξαφνικά, μέσα στην κρίση,χωρίς δουλειά οπότε τα χάνει και αρχίζει να λιγοψυχά και στην δεύτερη ένας 40χρονος άνδρας επιστρέφει στο πλούσιο πατρικό σπίτι στο χωριό και προσπαθεί,χωρίς επιτυχία,να σταθεί κοντά στους δικούς του σαν καλός γιος, δίχως όμως μ΄αυτή του την συμπεριφορά να θυσιάσει τα οράματά του στον βωμό της καθημερινότητας που αυτοί επιθυμούν για εκείνον.


Διαβάζω στο οπισθόφυλλο,συμπληρώνοντάς το και τονίζοντας κάποια στοιχεία,ότι

  • η Ελένη,μια γυναίκα πενήντα χρόνων που βιώνει την κατάρρευση της ζωής της και την ανεργία, ψάχνει την προσωπική της αναδόμηση και μετά από παρότρυνση της αδελφής της πηγαίνει ένα ταξίδι στην Πάτμο. Εκεί γνωρίζει την Θάλειαμια ηλικιωμένη κυρία του τόπου, που της ασκεί μια επιρροή γαλήνης. Την ίδια στιγμή ανακαλύπτει τυχαία τις σημειώσεις ενός ντόπιου ερημίτη, του Θεόφιλου, και μέσω αυτών αποφασίζει να συμμετάσχει σε μια θεατρική παράσταση που θα ανέβει στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης. 
  • Επιστρέφοντας στο ορεινό του χωριό, ο ιταλοσπουδαγμένος Ανδρέας Κερασοβίτης παλεύει στο μεταίχμιο δύο εποχών να δημιουργήσει το καινούργιo, δίνοντας προοπτική ζωής στον ίδιο και στον τόπο του ώστε να μη μαραζώσει. Το τυχαίο ή το πεπρωμένο είναι αυτό που φωτίζει την αδιέξοδη σχέση με τον πατέρα του, κυριαρχικό και ισχυρό άνδρα της περιοχής . Τι μαύρες τρύπες άφησε στην οικογένειά του, ο πνιγμός του αδελφού και της θείας του στο ποτάμι του χωριού; Ένας φιλοξενούμενος στο αρχοντικό τους,ο τοπογράφος Δημήτρης Γιώτης, που έχει έρθει για δουλειά στις αρχαιολογικές ανασκαφές που γίνονται στην περιοχή, καταφέρνει να αναδείξει την εσωτερική ζωή τους, να διαλύσει τα μαύρα σύννεφα, κι έτσι, να οδηγηθούν προς την εξιλέωση.

Η Ελένη λοιπόν,μια καλλιεργημένη,καλοζωισμένη Αθηναία που της ήρθαν αναποδιές στην ζωή της καλείται τώρα να αντιμετωπίσει και την ματαίωση της παράστασης,πάνω που  βρήκε μια διέξοδο στην λύπη της,και το καταφέρνει με εύρημα που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη,για την τρυφερότητα και μαζί την ήρεμη σοφία που κουβαλά εντός του:η παράσταση/τελετή κάθαρσης και μύησης στην αυτογνωσία -διότι εν τέλει αυτό θα θεωρήσουμε ζητούμενο- γίνεται και ο μοναδικός θεατής είναι αυτός ακριβώς που χρειάζεται η Ελένη  ώστε να αναγεννηθεί ψυχικά την κρίσιμη στιγμή και έχοντας ένα μη υλικό,πολύτιμο αναμνηστικό βάλσαμο από τις λίγες μέρες του ταξιδιού της στην Πάτμο της Αποκάλυψης να επιστρέψει στην Αθήνα για να ξαναβάλει μπροστά την μηχανή της ζωής της.Η Θάλεια,ο δικός της μειλίχιος φύλακας άγγελος,έχει ολοκληρώσει την αποστολή της.
Κι εκεί στο παγκάκι του λιμανιού που συχνά η καλόγνωμη ηλικιωμένη γυναίκα συνηθίζει να κάθεται και να ξεκουράζει την σκέψη της,ίσως,ποιος ξέρει,κοντοσταθεί ένας ακόμα μπερδεμένος και πικραμένος άνθρωπος που μόλις έχει έρθει στο νησί -ο επόμενος που αναζητά τα όριά του -να της εξομολογηθεί την αγωνία του και να βρει,μόνος του μα και μαζί της,δύναμη για να εντοπίσει μια νέα αφετηρία. 

Πήρε στα χέρια του μικρές πέτρες και τις πέταξε στο ποτάμι.Μικροί στρογγυλοί κύκλοι σχηματίζονταν στο νερό.Είχε διάθεση για παιχνίδι ή να είναι μια τυπική συνήθειά του, αναρωτιόμουν.Τη χαρά του παιχνιδιού δεν την διέκρινα.Το πρόσωπό του σκοτείνιασε και πάλι.Το σημείο αυτό στο ποτάμι με το μονότοξο γεφύρι είναι το στολίδι του χωριού.Μόλις το πατάς μεταμορφώνεσαι.Αναβλύζουν από μέσα σου συναισθήματα χαράς.Αισθάνεσαι χίλια χάδια.Βλέπεις τα χρώματα της ψυχής σου.Ακούς την ηχώ της φωνής σου.

Ο Ανδρέας Κερασοβίτης, ο κεντρικός ήρωας της δεύτερης νουβέλας,δεν μπορεί να σπάσει το τείχος ανάμεσα σ΄αυτόν και στους ηλικιωμένους και πείσμονες στις αντιλήψεις τους γονείς του.Επιστρέφει μεν στο χωριό του ύστερα από πολλά χρόνια παραμονής στην Ιταλία μα συγκρούεται με τον πατέρα που δεν θέλει να δει και να αποδεχτεί την αυτόφωτη,διαφορετική από την δική του, προσωπικότητα του γιου του.Ο Δημήτρης Γιώτης έρχεται σαν από μηχανής Θεός για να βοηθήσει ως τοπογράφος στην ανασκαφή την αρχαιολόγο φίλη του που είναι επί κεφαλής και ως φιλοξενούμενος καταφέρνει σε λίγες μόνο μέρες να καταλάβει τι συμβαίνει στο σπιτικό των Κερασοβίτηδων όταν οι πόρτες του πλούσιου σπιτιού κλείνουν και εκείνοι βγάζουν τις μάσκες δύναμης και περηφάνιας που φορούν και δείχνουν στο χωριό επί χρόνια ολόκληρα.Ο επισκέπτης ανακαλύπτει τους λόγους της σύγκρουσης και παίρνει πρωτοβουλία προκειμένου να γεφυρώσει το χάσμα συνειδητοποιώντας ότι αν κοιτάξει να κάνει απλώς την δουλειά του και να φύγει δίχως να ανακατευτεί, αυτοί οι άνθρωποι δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τους δαίμονες του εγωισμού που τους καταδιώκουν και ειδικά ο Ανδρέας θα χαθεί στην δίνη της ζωής .Η κίνηση του τοπογράφου είναι κίνηση σωτήριας εμπλοκής αλλά όχι διαπλοκής αφού δεν υπάρχει ιδιοτέλεια και μοναδικό του κέρδος θα είναι η χαρά ότι έκανε το καλό.
Καταφέρνει να ανακαλύψει το μυστικό που έχει ο γιος -και φυσικά δεν είναι ό,τι  φημολογείται στο χωριό και μάλιστα αδικεί κατάφωρα αυτή η φημολογία τον Ανδρέα-και να φέρει γονείς και γιο σε μια καλώς εννοούμενη αντιπαράθεση με συντονιστή τον ίδιο και όταν φανερώνεται η απλή στην ουσία της αλήθεια, πρυτανεύει η λογική,επικρατεί  η αγάπη,το πρώτο βήμα το κάνει η μητέρα και έτσι τότε μπαίνει  το πρώτο λιθαράκι για την επανεκκίνηση της ζωής και των τριών τους.
Ο επισκέπτης τους μπορεί να γυρίσει κι αυτός στην καθημερινότητά του χαρούμενος και ανάλαφρος ως προς την συνείδησή του,γιατί ακριβώς δεν έκλεισε τα μάτια (σκεπτόμενος αυτό το ρημάδι "και τι με νοιάζει εμένα") στην δυστυχία που εξυφαινόταν μπροστά του και επιπλέον βρήκε ειρηνικό τρόπο να την σταματήσει.
Χωρίς να κάνει εύκολο ή μονόπλευρο διδακτισμό η Μαρία Λιάκου περνά στον αναγνώστη της με σεμνότητα τα διδάγματα και τις παραινέσεις που θέλει με όχημα δυο έξυπνες και γερές ιστορίες και ανοίγοντας έτσι διάπλατα με τα ωραία και ανθρωποκεντρικά της κείμενα τα παράθυρά μας στο φως.Ας το ακολουθήσουμε αυτό το φως άφοβα καθώς απλώνεται με αγάπη και ως αγάπη το ίδιο πάνω στους ανθρώπους και τους ωθεί στο Καλό.Το χρειαζόμαστε.



*Kι αφού τις θεωρείς σχεδόν ασήμαντες,θα με ρωτήσει κάποιος,τότε γιατί τις αναφέρεις;Μα γιατί βαρέθηκα να διαβάζω κάλπικους διθυράμβους που ο συντάκτης τους  -και ξέρω πολύ καλά τι λέω- δεν τους πιστεύει και διότι μόνο κακό δεν είναι το να κάνουμε(καλοπροαίρετες)παρατηρήσεις,το αντίθετο. Αυτές,πιστεύω, έχει ανάγκη ειδικά ο φρέσκος συγγραφέας και όχι τις δημοσιοσχετίστικες κολακείες ή τις ατεκμηρίωτες κακίες.
** Αν υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα οι εκδότες να έχουν έναν πραγματικά καλό επιμελητή (γιατί δεν αγνοώ πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα και πως λόγω οικονομικής δυσπραγίας τα βολεύουν πια όπως όπως).

υγ.Έχω την εντύπωση ότι δεν γράφονται πια καλά και περιεκτικά νεανικά διηγήματα (αν και δεν έχω την απαίτηση να είναι σαν της Σαρρή και της Ζέη ας πούμε),εκείνα τουλάχιστον τα φωτεινά που (εγώ) θα ήθελα (διότι πήξαμε στο βαμπίρ κι αν και γουστάρω και την καλτίλα και την βαμπιριά-είναι ολόκληρο κεφάλαιο στην λογοτεχνία και όχι μόνο- δεν είναι δυνατόν σ΄αυτήν την περίπτωση αυτά να είναι τα κυρίαρχα θέματα).
Όταν λοιπόν ολοκλήρωσα την ανάγνωση της πρώτης νουβέλας σκέφτηκα αμέσως ότι θα μπορούσε άνετα η "Παράσταση για Ένα Θεατή"να σταθεί και ως ένα πολύ καλό νεανικό διήγημα και πως η συγγραφέας έχει τα φόντα να υπηρετήσει το είδος.Βέβαια η ηρωίδα δεν θα μπορούσε , φαντάζομαι, να είναι μια 50χρονη γυναίκα αλλά πιστεύω ότι η συγγραφέας όντας τόσο ευρηματική στο χτίσιμο των χαρακτήρων και των καταστάσεων όπως διαπιστώνω στις νουβέλες της θα εύρισκε κι εδώ ταιριαστή φόρμουλα και πάλι θα ξεκλείδωνε ψυχές.
Η θεματική αλλά και ο τρόπος γραφής της μου φανερώνουν μεγάλες δυνατότητες και επειδή θεωρώ σπουδαία και κρίσιμη υπόθεση την συνέχιση της συγγραφής καλής νεανικής λογοτεχνίας ρωτώ μέσω της ανάρτησής μου:μήπως πρέπει να το σκεφτείς, αγαπητή Μαρία,και να επιχειρήσεις; 

Σχόλια

  1. Ευχαριστώ πολύ για την εξαιρετική τιμή που έτυχαν "οι αφετηρίες".Πολύτιμες και σημαντικές για μένα "οι υποδείξεις σου".Πολλά πολλά ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία,προς εκδότη και επιμελητή μεριά,που λένε,κοίταζαν αυτές οι υποδείξεις και φυσικά ειπώθηκαν καλοπροαίρετα,δεν (πρέπει να )είναι δουλειά του συγγραφέα το κυνήγι του Αόριστου και της τελείας!Γράφεις ωραία,ευρηματικά και έχεις ποικιλία θεμάτων,κάτι από το οποίο πάσχει η νουβέλα ως είδος.Αξίζεις κάθε προσοχή!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου