"Η Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου",Μαρία Ξυλούρη



σύνθεση εικόναςV.G.
Σαν έγινε η χάλαση,πήραν μερικοί να κουτρουβαλάνε στην πλαγιά για να γλιτώσουν,ενώ κατέβαινε το χώμα,ενώ δεν ήξεραν αν είχαν αφήσει πίσω τους παιδιά και γέροντες ή αν θα μπορούσαν, κάποτε, να τα ξαναβρούν,εξάλλου δεν θα μπορούσαν να είναι σίγουροι αν το πίσω ήταν όντως πίσω, φοβούνταν ότι θα το ξανάβρισκαν μπροστά,αν υπήρχε μπροστά,ο κόσμος είχε αναποδογυρίσει, το μέσα είχε έρθει έξω,το πάνω είχε γυρίσει κάτω,κι όσο για το μέλλον,προς στιγμήν ήταν μόνο μια λέξη,δεν υπήρχε, υπήρχε μόνο το μεγάλο στόμα της γης,η Αγγέλα να κατηφορίζει με τη μαγκούρα της φωνάζοντας,"Τα ύστερα του κόσμου", σκυλιά και πρόβατα και γίδια και γατιά ανάστατα-κάποιοι αργότερα είπαν ότι τα φίδια κι οι σαλαμάνδρες είχαν φύγει από νωρίτερα,πολύ νωρίτερα-να σκορπάνε κι αυτά στο άγνωστο, αλλού χέρια,αλλού πόδια, αλλού φωνές,"Παντού κομμάτια έβλεπα, μόνο κομμάτια", έλεγε αργότερα κάποιος απ΄αυτούς, αργότερα,όχι τότε -τότε ακόμα κομμάτια κι έτρεχε να σωθεί απ΄τον βρυχηθμό της γης-,και βάλθηκε το σκυλί να τρέχει μαζί τους, χαρούμενο στην αρχή γι αυτό το καινούργιο παιχνίδι,μα με την υποψία....
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το τρίτο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη "Η Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου",αρχίζει στην εικοστή πέμπτη σελίδα του και ολοκληρώνεται,εκεί που μπαίνει η πρώτη και μοναδική τελεία,στην εικοστή όγδοη.Ο μακροπερίοδος λόγος, καρμανιόλα από την φύση του και την λογική που τον διέπει,δίνει αδρή μορφή στην ευφάνταστη μυθοπλασία, δεν αναχαιτίζεται από άνω τελείες και οι αναγκαίες ανάπαυλες/ ανάσες του κειμένου γίνονται με άλλα σημάδια στίξης και χρήση κεφαλαίων σε φράσεις-κλειδιά εντός εισαγωγικών.
Στο μυθιστόρημα,είτε μακροπερίοδος είτε όχι,ο λόγος συνολικά είναι πανέμορφος,ενισχυμένος με συμβολισμούς και αλληγορίες που προκαλούν έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη και αγωνία για την εξέλιξη γραπώνοντάς τον στην σκοτεινή,βαριά,καταθλιπτική ατμόσφαιρά του.Η ταύτισή μας με κάποιο ή πολλά από τα πάσχοντα πρόσωπα, που υφαίνουν ηθελημένα κι άθελά τους τραχύ καμβά, καραδοκεί και πώς αλλιώς θα γινόταν, αφού μοιραζόμαστε το ίδιο σκληρό παρελθόν και βαρύ παρόν,αναγνώστες εμείς,χάρτινοι ήρωες του βιβλίου αυτοί,εκφραζόμενοι αμφότεροι στην ίδια γλώσσα για την ίδια Ιστορία. Η καταγγελία και η οιμωγή,η εκδίκηση, ο πόνος και η ελπίδα,η ζωή και ο θάνατος είναι η μόνη πραγματικότητα γύρω και εντός μας.Κι εκείνων και ημών.Οι εθνικές μας Ερινύες έχουν ξυπνήσει, βλέπετε,για τα καλά και μας κυνηγούν για μιαν ακόμα φορά.

Η συγγραφέας είχε ήδη στο ενεργητικό της δυο κατά κοινή ομολογία πολύ ενδιαφέροντα μυθιστορήματα, μια μετάφραση πολλών καρατίων και αρκετά διηγήματα.Τα δυο βιβλία της-το "Rewind"του 2009 και το "Πώς Τελειώνει ο Κόσμος" του 2012 και η μετάφραση του μιτσελικού μπεστσέλερ "Τα Χίλια Φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ" του 2014 διεκδίκησαν βραβεία άμα τη εμφανίσει τους στην εγχώρια εκδοτική σκηνή (και τα πήραν) κι αν σε κάποιον της γενιάς της θέλαμε να δώσουμε τον τίτλο του άμεσα δικαιωμένου/ αναγνωρισμένου ή απλά του πιο συζητημένου νέου συγγραφέα αυτός θα πήγαινε σ΄εκείνη, νομίζω.Η συζήτηση για το τι άραγε και πως σκέφτηκε και έγραψε και τούτη την φορά η βραβευμένη Ξυλούρη είχε προηγηθεί της κυκλοφορίας του βιβλίου και η περιέργεια είχε δώσει διπλό περιεχόμενο στην αναμονή.Να έγραψε,είπαν αμέσως πολλοί εκ των αναγνωστών,κάτι τόσο αξιοπρόσεκτο και πάλι με το οποίο να συνεχίσει να παίρνει βραβεία; 
Μετράνε τα βραβεία [1] και σε τι ακριβώς εκτός από την τόνωση της πώλησης των βιβλίων, πράγμα οπωσδήποτε θεμιτό (και αναγκαίο αν το καλοσκεφτούμε ) και ποια εξ αυτών -γιατί είναι πολλά- παίζουν,και πώς,έναν ρόλο καθοριστικό ως προς την αναγνώριση και παραδοχή της λογοτεχνικής αξίας αυτής καθαυτής;
Όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις στα πιο πάνω,στο τέλος του 2015 προστέθηκε αισίως στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή το πυκνότατο αυτό μυθιστόρημα με τον μάλλον ασυνήθιστο,δεκτικό αρκετών ερμηνειών και οπωσδήποτε ελκυστικό τίτλο "Η Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου",βιβλίο που από τις πρώτες σελίδες δίνει στίγμα για την ιστορία που φωλιάζει στα σπλάγχνα του,καλή έκδοση από τον Καλέντη,με μινιμαλιστικό και μαζί φευγάτο εξώφυλλο,που αξίζει να το προσέξουμε.Το μυθιστόρημα έφτασε στους κύριους αποδέκτες και βασικούς κριτές του(που είναι οι αναγνώστες, γιατί,θυμίστε μου,γι αυτούς δεν γράφουν οι συγγραφείς;) και ξεκίνησε μαζί τους το φιλόδοξο και μακρύ, όπως προβλέπεται,ταξίδι του στους λογοτεχνικούς και αναγνωστικούς ωκεανούς.
(από το οπισθόφυλλο)

Το Νιόφυτο ολισθαίνει και οι κάτοικοί του θα ζήσουν με οριστικό τρόπο τη χάλαση.Και καθώς το άλλοτε ορεινό χωριό μετατρέπεται σε παραθαλάσσιο θέρετρο,τρεις Ραγκουδαίοι, ο Λουκάς,ο πρωτότοκος γιος του και ο εγγονός του Αδαμάντιος,το φτερωτό αγόρι που θα γίνει ο καλλιγράφος,θα ζήσουν μέσα σε έναν λαβύρινθο από γλυπτά πουλιά. Και οι τρεις θα πληρώσουν το ακριβό αντίτιμο για το αίμα που κουβαλά η οικογένεια στις πλάτες της γιατί το αίμα επιστρέφει,το αίμα δεν ξεχνά, αχνίζει εκεί όπου χύθηκε κι όταν ακόμα το έχει ρουφήξει η γη.Το μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη διαδραματίζεται σε ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας, μεταξύ 1965 και 2012,με ένα μικρό μέρος του να εκτυλίσσεται σε ένα νησί που συνεχώς μετακινείται σαν μια σχεδία που ποτέ δεν ρίχνει άγκυρα.Οι ενότητες του μυθιστορήματος είναι τρεις (Φεύγει το νησί, Μια σύντομη ιστορία της ορνιθολογίας, Ο αετομάχος), όσα και τα κεντρικά πρόσωπα της οικογένειας Ραγκούδη που αποτελούν τον κορμό του. Ένας γιος κι ένας πατέρας διασχίζουν τις μέρες τους ανάμεσα στα δικά τους φαντάσματα,συνυπάρχουν σε έναν κόσμο γεμάτο από στρατιές πουλιών, αναζητώντας την εξιλέωση, πατώντας πάνω σε έναν ασταθή τόπο,σε έναν τόπο που ολισθαίνει -ίσως αναπόφευκτα- προς τον χαμό...

Η "Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου" φυσικά πρέπει να κριθεί όπως κάθε άλλο βιβλίο,στην αποδεκτή όμως απ΄ όλους πια βάση ότι η συγγραφέας έχει το ταλέντο εκείνο που της επιτρέπει να ακονίζει την πένα της σε ολοένα και πιο απαιτητικά θέματα,αλλά ας κριθεί χωρίς τα βαρίδια των βραβείων.Θα ισχυριστώ πως κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο διότι με την "Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου"η ταλαντούχα Ξυλούρη πέρασε σε άλλο λογοτεχνικό επίπεδο,έτσι λέω, και πιθανόν και άλλη συγγραφική περίοδο, δείχνοντας ότι ήρθε ο καιρός (της) για τα μεγαλύτερα πράγματα  πως μπορεί να γράψει.Για το magnum opus της.
Η Μαρία Ξυλούρη, κατά την ταπεινή μου γνώμη,έχει μεγάλη γλωσσική και λογοτεχνική ικανότητα, κρατά στο κοφτερό μυαλό της πολύτιμες θεματικές υποθήκες και διαθέτει πολλαπλές σημειωτικές και δομικές αρετές στην γραφή της,δομές σημασίας,δομές επιφάνειας και δομές κλιμάκωσης του αφηγηματικού βάθους,εγγενή προτερήματα που φάνηκαν από τα πρώτα της βιβλία και εδώ,στην "Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου",απογειώνονται. 
Η Ξυλούρη σαν συγγραφέας είναι επίμονη,ευρηματική,πολυσχιδής και επιστρέφει ξανά και ξανά με πολύσημες εμμονές και ιντριγκαδόρικες αλληγορίες στο ζόρικο,ψυχογραφικό και πολυσύνθετο θέμα της (Ελλάδα-Εμφύλιος-Κοινωνία-Μεταπολίτευση-Άτομο-Κρίση-Ελλάδα)που εξαρχής το χειρίζεται σαν μια περίτεχνη τεράστια ομπρέλα-ας κάνουμε κι εμείς έναν συμβολισμό-,την οποία ανοίγει με τσαγανό,μαζεύει στο άνοιγμα της ακτίνας της πολλά και πολλούς και την ανοίγει,την κλείνει και το αυτό,ξανά και ξανά.
Η αφηγηματική αυτή ομπρέλα ανοιγοκλείνει συνέχεια,πότε γρήγορα πότε νωχελικά,αποκαλύπτοντας τι κρύβει η προστατευτική σκιά της και η Ξυλούρη επινοεί ενδιαφέροντες χαρακτήρες,έχοντας πάρει τα βασικά τους χαρακτηριστικά από αληθινούς,ενίοτε κωμικοτραγικούς, τύπους ανθρώπων οι οποίοι γεννιούνται στην κοινή, ρεαλιστική καθημερινότητα, αντιγράφουν άθελά τους ή εντελώς μιμητικά ο ένας τον άλλο,περνούν μηχανικά ή συνειδητά τα πάθη και τις παθογενείς νοοτροπίες τους,δουλικές συμπεριφορές κι όλα όσα στην πραγματικότητα είναι οι καταδίκες τους, στα παιδιά τους κι αυτά στα δικά τους,αντι- ή και μη δρώντας σαν ηρωικές και αντιηρωικές φιγούρες, ριγμένες αλύπητα στην κιμαδομηχανή των μετεμφυλιακών συγκυριών επί δεκαετίες μα και τώρα.
Κάθε πρωί στους τοίχους άνθιζαν καινούργια συνθήματα,κακογραμμένα και χωρίς πεποίθηση, εφόσον γράφονταν για μια χώρα που δεν ήταν πλέον σίγουρο ότι υπήρχε, εφόσον γράφονταν πατώντας σ΄ένα χώμα κατάστικτο απ΄τα θρύψαλα μιας φαντασίωσης, το φάντασμα μιας ευδαιμονίας που τώρα έβγαζε ψιλές κραυγές κάτω απ ΄τα βαριά παπούτσια του πανικού που έκοβε βόλτες σε 131.957 τρεμάμενα τετραγωνικά χιλιόμετρα αυτού του κόσμου.
Την σύνθετη ιστορία της η Ξυλούρη την εμπλουτίζει συνεχώς,ειδικά στο δεύτερο και τρίτο μέρος της πλοκής με πρόσωπα παρμένα από την ελληνική επαρχία και τα λογής άπλυτά της.Αυτήν την επαρχία είναι φανερό ότι την γνωρίζει καλά κι αυτά τα άπλυτα είναι σε θέση να τα αποκωδικοποιεί σωστά, διανθίζοντας την ιστόρηση με καταστάσεις που προέρχονται είτε από την ίδια μυθοπλαστική μήτρα είτε τις επιμέρους συγκλίσεις και συγκρούσεις των χαρακτήρων και των συμφερόντων ή απλώς της ατομικής και συλλογικής Ειμαρμένης τους μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον σ΄αυτά (τα πρόσωπα) χωρίς εκείνη να ξεχνά την αρχική επιλογή/αιτία του θέματος και απαρχή της αφήγησης, καλύπτοντας με εξόχως χαμαιλεοντική γλώσσα [2] μια μεγάλη ημερολογιακή έκταση στην οποία την απλώνει -πιάνουν και οι λέξεις σκόνη,ταξιδεύουν κι αυτές στις εποχές και μερικές που (μπορεί να) ακούγονταν καλά κατά την δεκαετία του ΄60 και του ΄70 με ένα α τρόπο,στον απόηχο των γεγονότων μα και της ίδιας της ένταξής τους στην γλώσσα στην οποία ανήκουν και στο ζύμωμα εκείνης με τον χρόνο δεν επέζησαν ή λέγονται αλλιώς στις επόμενες-ανατέμνοντας έτσι,η Ξυλούρη,με μαχαίρι της την γλώσσα (που μια δομή επιφάνειας είναι κι αυτή πλην σημαντική,ίσως η σημαντικότερη,ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε μυθιστορηματικού οικοδομήματος)αδιάκοπα την ελληνική κοινωνία και αναπλάθοντας χάριν της παραστατικότητας της αφήγησης μέσα από την ιστορία της ζωής των Ραγκουδαίων κατά κύριο λόγο και των κατοίκων του συγκεκριμένου χωριού, του Νιόφυτου,την ταξική διάρθρωση της χώρας (το Νιόφυτο που ολισθαίνει είναι αλληγορικά ολόκληρη η μετεμφυλιακή Ελλάδα) σε εστιασμένες φάσεις από το 1949 μέχρι και τώρα χωρίς να κάνει ιστορική αναδίφηση ούτε αμιγώς πολιτική λογοτεχνία.
Η Ξυλούρη αποκαλύπτει, με αιχμή του δόρατος την γλώσσα στην οποία εκφράζεται, την εκτός μεγάλων αστικών κέντρων (ίδια στο βάθος και μόνον επιφανειακά διαφορετική) ελληνική κοινωνία η οποία χωρίς να έχει χωνέψει τον εμφύλιό της και όλα τα δεινά της γενικώς φτάνει -σαν μια εκ των άνω φτιαγμένη πολυάριθμη μεσαία τάξη/χωνευτήρι- να πορεύεται δίχως να δείχνει σύνεση,με δάνεια,σπατάλες,λαμογιές και άκρατο καταναλωτισμό,χωμένη στην επίπλαστη ευμάρεια που της ρίχνουν ως δόλωμα οι ταγοί της ,βολεμένη στο χυδαίο εφήμερο ενώ διακρίνει την αλλοτρίωσή της, παραμένοντας ένα λεφούσι από ρουσφετολάγνους επαρχιώτες και φοβικούς, πουριτανούς και δίχως καμιά πειστική εξήγηση ψηφοφόρους/πελάτες αφερέγγυων πολιτικών που είναι τα πρότυπά της, ριγμένη σε μια πρωτοφανή μάσα που γρήγορα μετατρέπεται σε μπούμερανγκ που δεν ξεχωρίζει ένοχους και αθώους και στην συμφορά της διαστρωματωμένης κρίσης που πρωτίστως αυτή και πάλι ως τάξη βιώνει στο χιλιοχαρακωμένο πετσί της.

Όλα τα παραπάνω (είναι οι δομές βάθους στην αφήγησή της και είναι εξαιρετικές) η Ξυλούρη δίχως να κάνει εκκωφαντική πολιτική λογοτεχνία,όπως ήδη είπα,τα ρίχνει αρχικά ένα ένα στην σύνθεση σε μη κρίσιμο αφηγηματικό σημείο σοφά πράττοντας,όμως μετά αρχίζει να ρισκάρει πολύ με το να προσθέτει πρόσωπα και ιστορίες, εκτιμώντας ότι η αφήγηση μπορεί να τα αντέξει.Αντέχει πράγματι μα εκεί στις ενώσεις,στις ραφές των μικρότερων ιστοριών του μυθιστορήματος με την κύρια ,αυτήν που νομίζαμε ως τώρα κύρια, θα εντοπιστούν και μερικές,μικρές,αδυναμίες[3].
Ο πήχης έχει τοποθετηθεί ψηλά λόγω του μεγαλόπνοου θέματος που η συγγραφέας το αναπτύσσει ευρηματικά ανοίγοντας παράλληλα αφηγηματικά μέτωπα και έτσι έχει εκ των πραγμάτων αυξηθεί το ρίσκο της διάτρησης της εκπληκτικής βασικής ιδέας της από εκείνες που προστίθενται.Η αφήγηση σαν να ζορίζεται,ο αναγνώστης φοβάται για λίγο μήπως γίνει η ιστορία ένα ατίθασο παζλ χιλιάδων κομματιών που θα φύγουν από το οπτικό του πεδίο γιατί οι 290 σελίδες είναι μάλλον λίγες για ένα τόσο πυκνό μυθιστόρημα.Σκέφτομαι ότι έπρεπε να του δοθούν μερικές ακόμα,όχι πολλές,καθώς σ΄αυτό και με αυτό θέλει η συγγραφέας του με μιας να τα πει όλα γιατί όλα είναι απαραίτητα και εξίσου σημαντικά.Υπάρχουν λοιπόν μερικά σημεία τα οποία ξέφυγαν της προσοχής (της δικής της ή του επιμελητή άραγε;),μα ευτυχώς η γενική συνοχή δεν πλήττεται,η σύνδεση των πολλών πράγματι ιστοριών που αποτελούν ό,τι φτάνει ως ενιαίο στον αναγνώστη δεν χαλαρώνει παρά για λίγο και η αφήγηση παραμένει ευρηματική,παθιασμένη,ελκυστική και ο αναγνώστης μπαίνει ξανά στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος,ενός μυθιστορήματος για το ευρύ κοινό.Επιτέλους!

Όλοι οι αναγνώστες (αναγνώστες κάθε επιπέδου για να το πω χωρίς υπεκφυγές) παρακολουθούν με άνεση τα συγκλονιστικά δρώμενα κι ας είναι πολλά και ας πλέκεται πυκνός ιστός καταστάσεων από δεκάδες πρόσωπα.Αυτό είναι το ζητούμενο,οι πολλοί,οι δεκάδες,οι χιλιάδες απλοί άνθρωποι που γράφουν με τις δικές τους μικρές ή μεγάλες ιστορίες την κοινή,αυτήν που περνάει στον μύθο και στην Ιστορία.Και αυτοί είναι και οι αναγνώστες.
(Κάποιοι το στοιχείο του αναγκαίου δαιδαλώδους θα το απολαύσουν και θα δουν αργά ή γρήγορα την σημειωτική και τις προθέσεις της Ξυλούρη.Άλλοι δεν λειτουργούν έτσι, θα είναι λιγότερο δεκτικοί επομένως σε μια τόσο καλειδοσκοπική αλληγορία όπως αυτή, μονταρισμένη με τεχνικές που,όπως διατυπώθηκε σε προσεγγίσεις που διάβασα και άκουσα -ας μου επιτραπεί να μην συμφωνώ ιδιαίτερα- παραπέμπουν (και) στην μαρκική ή σχεδόν μαρκική αισθητική κι έχουν άρωμα μαγικού ρεαλισμού.Τέλος,αρκετοί,λάτρεις της δωρικότητας εκείνοι,θα βρουν το μυθιστόρημα φορτωμένο με πρόσωπα και ιστορίες αλλά ας μη βιαστούν να το πουν τελεσίδικα πριν αφήσουν να περάσει λίγος καιρός για να βεβαιωθούν).
Το μυθιστόρημα της Ξυλούρη,έτσι νομίζω, δεν μπορούμε να το κρίνουμε βιαστικά,δεν προσφέρεται για γρήγορο και ευχάριστο διάβασμα,είναι μυθιστόρημα βραδείας καύσεως και σε καλεί να κοιτάξεις προσεχτικότερα εντός του.Το καταθέτω αυτό από την δική μου εμπειρία γιατί το διάβασα πριν πολλές εβδομάδες και τώρα που καταλάγιασε η πρώτη εντύπωση είδα ότι μπορώ να μιλήσω πχ για την  ευρηματικότητα της συγγραφέως και να ισχυριστώ ότι άλλες είναι οι αναγνωστικές επιρροές που την εμπνέουν ή ότι δεν είναι μόνον οι εκ του μαγικού ρεαλισμού που εύκολα διακρίνονται.
Είναι εξαιρετικές ελληνικές επιρροές,και αξίζει να τις ανακαλύψουμε γιατί είναι ανάγκη να ανθίσει ξανά μια ευφάνταστη,σύγχρονη και επιθετική κοινωνικοπολιτική λογοτεχνία για το ευρύ ελληνικό κοινό που να το συγκινεί,να το φέρνει σε επαφή με τάσεις και σχολές αφήγησης από την ντόπια και την παγκόσμια λογοτεχνία και την ίδια στιγμή να μην το βαλτινώνει (πάρτε το όπως θέλετε),να μην το παρασύρει ακούσια ή εκ του πονηρού σ΄ ένα ακόμα περί τον εμφύλιο αφήγημα που κάνει πολιτική υπέρ του ενός και κατά του άλλου μα,μέσα από την ελληνικότητά του,να καταλήγει σε ένα νηφάλιο, πλατύ,και ως προς τα καθ΄ημάς αλλά και γενικότερα,ανθρωποκεντρικό,μεγαλόψυχο και ειλικρινές δια ταύτα.

Η Μαρία Ξυλούρη το πετυχαίνει και πιστεύω ότι (έχει το χάρισμα να)συνομιλεί με ορισμένους από τους μεγάλους μας λογοτέχνες της γενιάς του΄30 κι αυτούς διέκρινα στο φόντο του αφηγηματικού της ιστού ως τις ισχυρές της επιδράσεις κι ας υπάρχει το νησί που ταξιδεύει στα νερά ή ο τόπος που κατ-ολισθαίνει ή εκείνη η μαυρομπλέ μυστηριώδης γυναίκα που έρχεται σαν θεραπεύτρια και εξαφανίζεται σαν φόνισσα,τα βαζάκια με το μαγικό (;) μέλι που προκαλεί ένα παραισθητικό κάτι,η παρασκευή των κόλλυβων που απαλύνουν την λύπη και ανιχνεύουν την σωτηρία της ψυχής και κάμποσα ακόμα, εξαιρετικά κλειδιά όλα που ανοίγουν πόρτες στην ερμηνεία των συμβολισμών με τους οποίους η συγγραφέας δαμάζει την ορμή της μυθοπλασίας που εκείνη τροφοδότησε με τόσα φαντασιακά στοιχεία και εξωπραγματικά στοιχειά,αίμα και βία,τύψεις που δεν εξαγνίζονται με νέες βίαιες πράξεις και καταφυγή στην τέχνη (γλυπτική πουλιών,μα τι έξοχος συμβολισμός) μέσα από γνώση (ορνιθολογία) που δεν λυτρώνει ,πάντως δίνει μια διέξοδο στους εγκλωβισμένους στα πάθη και την άφατη τρέλα τους ήρωες . 

Η Μαρία  Ξυλούρη επιβεβαιώνει [4] την δυναμική της γραφής που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε και στα προηγούμενα βιβλία της.Υπάρχουν κάποια τρωτά όπως προείπα,που μια καλύτερη επιμέλεια θα (όφειλε να) τα είχε διακρίνει πριν τον αναγνώστη,έστω τον ένα και μοναδικό που μπορεί να υπήρχε η περίπτωση να τα δει,κι έτσι δεν θα έμενε σε κανέναν η βιαστική,πιστεύω, διαπίστωση ότι το κείμενο είναι "φορτωμένο"και άλλα ευκολάκια που εκστομίζονται όπου οι παρέες μιλάνε για βιβλία δίχως να ακούνε τι λένε-γιατί επαναλαμβάνουν στερέοτυπες ατάκες άλλων-και το κυρότερο;Δεν θα κινδύνευε να γίνει δέσμιος του πρώτου μέρους.Γιατί αυτό;Επειδή το περισσότερο συναισθηματικό υλικό το δίνει ο εμφύλιος και λαθεμένα τον οδηγεί,καθώς έχει εθιστεί σε εμφυλιακά και για την μικρασιατική καταστροφή βιβλία σαν να μην υπάρχει άλλο θέμα ή απλώς έχει κουραστεί από την επανάληψή τους, να βλέπει και να θέλει ένα δεύτερο ή κι ένα τρίτο βιβλίο/νουβέλα που θα εξιστορούσε  ξεχωριστά, βολικά και νοικοκυρεμένα ως εξής:
• τον εμφύλιο,τους δυο Ραγκουδαίους (πατέρα και πρωτότοκο γιο),τις τύψεις και την χρεία ή τον ψυχαναγκασμό της εκδίκησης στο πρώτο
• την πορεία της άλωσης τόπου και αλλοτρίωσης των κατοίκων στο όνομα της τουριστικής ανάπτυξης του παλιού και του κατοπινού Νιόφυτου στο δεύτερο και
• την μετάβαση στην πολυποίκιλα εκφρασμένη μεταπολιτευτική βαρβαρότητα και ηθική κατάπτωση της ελληνικής κοινωνίας την οποία έρχεται να επισφραγίσει δραματικά η κρίση στο τρίτο.
Μ΄αυτήν την λογική ο καλλιγράφος και ορνιθολόγος και φτερωτό αγόρι/ήρωας στο βιβλίο του Κλωντ και της Μάγκι-εξαιρετικά δομημένοι χαρακτήρες που λειτουργούν σαν αντίβαρο στους κατοίκους του Νιόφυτου-,εγγονός και γιος των παλιότερων Ραγκουδαίων που κουβαλάνε τα αβάσταχτα σακιά του μίσους και της εκδίκησης,ο Αδαμάντιος,θα διεκδικούσε βιβλίο ξεχωριστό και εκείνος και δικαίως.Η "Νυχτερινή Βάρδια του Καλλιγράφου" όμως δεν είναι το νοικοκυρεμένο μυθιστόρημα μιας κεντρικής ιστορίας με αρχή,μέση και τέλος που θα απομακρύνει τον αναγνώστη από τις σκοτούρες του,είναι πάνω απ΄όλα το αποτέλεσμα μιας παθιασμένης και όχι εμπαθούς λογοτεχνίας,το όχημα της καλής πεζογραφίας κι ας πατάει καμιά φορά την διαχωριστική νησίδα και βγαίνει στο αντίθετο ρεύμα,ένα βιβλίο διάρκειας που μπορεί να ανασυνθέτει με πυξίδα το πάθος -χρησιμοποιώ χωρίς φειδώ την λέξη γιατί ταιριάζει στην Ξυλούρη- την πρόσφατη ιστορία της χώρας μας,είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που αφήσαμε ή συμβάλαμε βλακωδώς να φτιαχτεί άνιση και άδικη κι αν κοιτάξουμε σ΄αυτόν τον καθρέφτη χωρίς παρωπίδες θα δούμε τους εαυτούς μας.
Και μόνον αν τους δούμε καλά τότε ίσως,ίσως, καταλάβουμε γιατί ήταν ό,τι ήταν και τι ήταν ή τι δεν ήταν και όχι μόνο σε επίπεδο αλληγορίας ο Αδαμάντιος Ραγκούδης,ο καλλιγράφος της Μαρίας Ξυλούρη.


υ.γ.Την Μαρία Ξυλούρη την γνωρίζω λιγάκι[5],την συμπαθώ πάρα πολύ και την θεωρώ ιδιαίτερα ταλαντούχα. Το λέω (πως την γνωρίζω) επειδή μου αρέσουν οι ειλικρινείς κουβέντες,είδα λοιπόν τα έστω λιγοστά τρωτά σημεία -πάντα κατά την γνώμη μου- και δεν είχα αποφασίσει αν θα τα σχολίαζα ή όχι και αν ναι,πώς(αν τα πω,σκέφτηκα, ίσως την στεναχωρήσω και κάτι τέτοιο φυσικά δεν το ήθελα,αν πάλι αποφάσιζα να μην τα θίξω,ενώ τα διέκρινα,τότε γιατί να κάνω κριτικό σχολιασμό βιβλίων,ας γράφω ένα διθύραμβο να με αγαπάνε όλοι και ας πάει η κριτική περίπατο),σιγά και τα τραγικά τρωτά σε τελική.Φρόντισε ο καλός Θεός να μου λύσει το δίλημμα:όταν σκοπεύω να πω κάτι για βιβλίο κάποιου τον οποίο γνωρίζω και φαίνεται ότι θα γίνει φανερό και κρυφό μήλον της έριδος ο μόχθος του,συνήθως αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι γνώμες άλλων μα τώρα δεν τα κατάφερα,άκουσα δίχως να το επιδιώξω αντιφατικά σχόλια και διάβασα σε έντυπα (που πάντως δεν εκτιμώ) ατεκμηρίωτες χολές που αυτές κι αν με προβλημάτισαν για τους πρόχειρους τρόπους που διαβάζουν ορισμένοι και ακόμα περισσότερο για τους τρόπους που σχολιάζουν. 
Έτσι θεωρώντας ότι εκτός από λίγα κείμενα (σε μπλογκς προς μεγάλη μου ικανοποίηση) δεν έγιναν τεκμηριωμένες κριτικές (ευνοϊκές ή όχι,αυτό είναι δευτερεύον)για ένα βιβλίο που αν μη τι άλλο είναι παθιασμένο,εντυπωσιακό από άποψη θέματος και άξιο προσοχής,αποφάσισα να γράψω όλα όσα ένιωσα και σκέφτηκα,τα θετικά κατά βάσιν και τα έστω ελάχιστα κριτικά μαζί,στο ίδιο κείμενο βαλμένα,αφού έτσι ήταν και η προσέγγισή μου. 

Σημειώσεις

[1]Οι βραβεύσεις βεβαίως δίνουν χαρά μα δεν καθορίζουν την εξέλιξη ενός λογοτέχνη,εδώ που τα λέμε,καθώς τα πάντα είναι ρευστά και στους καιρούς μας δεν υπάρχει παρθενογένεση,η δε εύρεση θεμάτων είναι η αχίλλειος πτέρνα της πλειοψηφίας των λογοτεχνών.Οι αναγνώστες (και ό,τι άλλο συμβαίνει να είμαστε και να μην είμαστε,επειδή σαφώς δεν είμαστε μόνον πελάτες που μετά το ταμείο γινόμαστε περιττοί και ας σταματήσουν πια να μας θεωρούν αδαείς που δεν μπορούν να ασκήσουν κριτική),δεν πιστεύουμε εδώ και χρόνια στα πολλά πολλά,και κλείνουμε -χωρίς να βγαίνουμε σε ρούγες να το διαλαλούμε- αυτιά και μάτια στις παραγγελιές (διθυράμβους τε και αφορισμούς) και μια χαρά μπορούμε να διακρίνουμε το όξος αλλά και το σιρόπι εκείνου που την έχει δει κριτικός και (νομίζει ότι) μανουβράρει τα αγράμματα πλήθη (εμάς),τρομάρα του,γνωρίζουμε δε καλά και ποιοι είναι οι πραγματικοί νεκροθάφτες της λογοτεχνίας.

[2] Από την μια στα 1960,΄70 μπορεί να λέγεται για παράδειγμα η φράση "να μάσουν καρύδια",άρα καλώς μεταφέρεται στον γραπτό λόγο,τώρα ακούγεται σπάνια και ,νομίζω,μόνο σαν ντοπιολαλιά. Από την άλλη στα 2010+ δεν χρήζει καμίας επεξήγησης η φράση "το μεσημέρι ξέπλενε το hangover της απλωμένη στη σεζ λονγκ της στη βεράντα".Τα δυο αυτά αρκούν για να εξηγήσω πλήρως γιατί αποκάλεσα την γλώσσα της Ξυλούρη εξόχως χαμαιλεοντική.

[3] Φράσεις όπως η παραπάνω και "οι κόρες της έγιναν τάσια και τον ζύγισαν" ή "τους έβρισκαν δίπλα στα κούτσουρα και τα γυαλιά να τους κοιτάζουν με μάτια χάρτινα" ή "με τη βρύση ανοιχτή να ξερνάει νερό αβέρτα" και αρκετές αυτού του τύπου θα προτιμούσα να μην υπήρχαν,επειδή αν δεν πιάσει με την μια ο αναγνώστης την λεπτή ειρωνεία τους και το που αναφέρονται,άντε να βγει άκρη μετά.
.
[4] Λίγες μόλις σελίδες -105,106,107 και 108 -είναι η πιο άμεση απόδειξη του ιδιαίτερου ταλέντου της Ξυλούρη,μόνο γραφιάς κλάσης μπορεί να συλλάβει την ιδέα ενός γράμματος σαν αυτό που ο Κλοντ-ένας πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας του δεύτερου και τρίτου μέρους του βιβλίου- γράφει δίχως να γράψει, όταν άνθρωποι και τόπος έχουν αλωθεί από το χρήμα και όχι μόνον απ΄αυτό.

[5] Tην υποδεχθήκαμε με πολλή χαρά σε δυο συναντήσεις λέσχης ανάγνωσης.Η Μαρία έχει άποψη και πάθος για το γράψιμο.Και τις δυο φορές που την συναντήσαμε είχε το σημειωματάριό της και κατέγραφε τα ποικίλα σχόλια που κάναμε και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις,που δεν ήταν διόλου ανώδυνες ,με τον πιο ατόφιο,ζεστό και ειλικρινή τρόπο που έχω δει εδώ και καιρό.


Αυτό το σημειωματάριο,τι τραβάει το καημένο!
Συζητήσεις και για το εξώφυλλο του προηγούμενου βιβλίου,όλα τα σχολιάζουμε,αλίμονο. 
2015,η Μαρία στην λέσχη ανάγνωσης ,ψειρίζει παρέα με την Μπέτυ στα δεξιά της το 
"Πώς Τελειώνει ο Κόσμος"!

2016,υπογραφές αντιτύπων της "Νυχτερινής Βάρδιας του Καλλιγράφου"
και αντί αφιερώσεων σκιτσάρισμα πουλιών!


Σχόλια

  1. Ανώνυμος27/2/16 15:38

    Προσυπογράφω και συμφωνώ.Όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω το βιβλίο και μου μένουν τα καλά του. Αυτά που γράφεις τα είχαμε πει πιο απλά και στην ίδια όταν ήρθε στη λέσχη και τα είχαμε πει με πολλή αγάπη, ειλικρίνεια και θαυμασμό.Είναι πολύ μεγάλο ταλέντο η κοπέλα και καλώς ή κακώς έχουμε απαιτήσεις.Από τους σπουδαίους λογοτέχνες ζητάμε τελειότητα και μόνο με αυτούς αξίζει να είμαστε αυστηροί, για να τους πιέσουμε με τον τρόπο μας να γίνουν οι μελλοντικοί μεγάλοι.Εδώ ακόμα και στους κλασικούς και υπάρχουν γκρίζα σημεία, δεν είναι κακό να τα λέμε. Ωραία η κριτική σου.Σήμερα που οι συγγραφείς έρχονται συνεχώς σε επαφή με τους αναγνώστες όταν οι παρατηρήσεις τους είναι ακριβείς και καλοπροαίρετες πιάνουν τόπο. Συγχαρητήρια στην Μαρία Ξυλούρη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μακάρι.Γιατί αν γίνεται αυτό γίνεται στεναχωρώντας τους και ερχόμενοι εμείς από τα μπλογκς,όσοι προσπαθούμε να κάνουμε τεκμηριωμένη αποτύπωση των εντυπώσεών μας, αφήνοντας το προσωπικό στοιχείο εκτός,σε δύσκολη θέση.
      Ίσως όμως μ΄αυτά και μ΄αυτά αναπτυχθεί ξανά η κριτικογραφία, εκείνη η αληθινή και εμπνευσμένη και σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητη (δεν λέω αλάνθαστη γιατί αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν)που λείπει στις μέρες μας και τότε θα έχουμε συμβάλει με τον τρόπο και τις δυνάμεις μας στην αναγέννησή της κι ας μη μας το αναγνωρίζουν οι επικριτές μας που αντί να μελετήσουν για να ακονίσουν την δική τους και να μη λένε χαζομάρες ασκούνται στο βρισίδι και την αυθαίρετη υποτίμηση ημών,ότι τάχα δεν είμαστε σε θέση να μιλάμε ως κριτικοί και το πολύ πολύ μπορούμε να λέμε μια γνώμη σαν κάτι περισσότερο από μέσοι αναγνώστες, ιδιότητα που ισχύει φυσικά αλλά αμυντικά την επικαλούμαστε κι οι ίδιοι ενώ είναι φανερό ότι μας ενδιαφέρει η βιβλιοκριτική σαν τέχνη,ένα είδος τέχνης και δουλεύουμε σκληρά πάνω σ΄αυτήν.Στο κάτω κάτω η βιβλιοκριτική έχει σημαντικές διαφορές από την κριτική λογοτεχνίας κι ας κάτσουν να διαβάσουν πάνω σ΄αυτά τα ζητήματα κι ας δουν χωρίς παρωπίδες πως έχουν τα πράγματα στην εποχή μας.Γιατί ποιος μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι γίνεται σοβαρή και εκτενής κριτική λογοτεχνίας και την υπηρετεί μάλιστα καλά και ανεξάρτητα και με τα σωστά επιστημονικά εργαλεία;

      Διαγραφή
    2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ28/2/16 20:46

      Δεν είμαι σίγουρος ότι με τους καλούς πρέπει να είμαστε πιο αυστηροί,εξάλλου το βιβλίο έχει πια γραφτεί,τι εξυπηρετεί η εκ των υστέρων αυστηρότητα ή ακόμα και το παίνεμα;Λες ότι οι συγγραφείς γράφουν για μας τους αναγνώστες.Ωραία λοιπόν,ας πούμε ότι μας άρεσε ή ότι δεν μας άρεσε και πάμε παρακάτω.

      Διαγραφή
    3. Όχι,Παναγιώτη,δεν συμφωνώ.Τι είναι τα βιβλία;Σουβλάκια;Χλαπ και κάτω και πάμε για άλλα;Οι συγγραφείς πάντα νοιάζονταν για τους αναγνώστες ακόμα κι όταν αυτοί ήταν αυστηροί και φειδωλοί στην κρίση τους.Αποκτούν επιπλέον εφόδια για την συγγραφή του επόμενου βιβλίου τους,βοηθιούνται από την αποδοχή του προηγούμενου και τι έχει πει το κοινό.Και αυτά δεν τα λέω εγώ αλλά σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι κριτικοί Λογοτεχνίας.

      Διαγραφή
    4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ28/2/16 22:22

      Δε συμφωνείς και το βλέπεις έτσι ρομαντικά επειδή εσύ καταβάλλεις τον επιπλέον κόπο να γράφεις κανονική βιβλιοκριτική για την οποία θα κριθείς με τη σειρά σου ή θα σου επιτεθούν γιατί δε τους χάιδεψες τα αυτιά.Εγώ σε εμπιστεύομαι επειδή σε θεωρώ έντιμη,σε παρακολουθώ και νομίζω ότι ταιριάζουν οι προτιμήσεις μας οπότε πήρα το βιβλίο και δε κάθισα να το ψειρίσω,το απόλαυσα όπως είναι.Και είναι καλό, έχει τα σουσούμια του μα δεν ένιωσα ότι πήγαν τα λεφτά μου χαράμι.Τώρα αν εγώ που είμαι σκέτος αναγνώστης κατάλαβα το ένα και έχασα το άλλο μικρό το κακό.Ήδη διαβάζω το επόμενο.

      Διαγραφή
    5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ29/2/16 00:36

      Τριλοβίτες.Φοβερά διηγήματα.Στη στήλη σου το είδα το βιβλίο.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος27/2/16 16:34

    Μα συμπληρώσω αυτό που είπες,πως είναι μεγαλόπνοο το θέμα, ότι και η ίδια επισήμανε πως ο εμφύλιος έχει φτάσει από τις διηγήσεις και τα κείμενα αυτών που τον έζησαν σαν ιστορία και σε εκείνη και στους νεότερους.Ακόμα και για εμάς που γεννηθήκαμε 1960 και 1970 είναι μόνο διήγηση.Οπότε το έχει χειριστεί πολύ καλά. Είναι πολλές οι άλλες ιστορίες που βάζει στο τέλος,εμένα με κούρασαν τόσα πρόσωπα αλλά αν θέλει να το φτάσει στη σημερινή εποχή σωστά συνεχίζει ως τις μέρες μας και πιάνει και τη κρίση.Κι εγώ το καταλαβαίνω τώρα που έχει περάσει καιρός και μένει το βιβλίο πολύ έντονα στο μυαλό μου.Τώρα με εντυπωσιάζει η πολυπλοκότητά του,πώς τα σκέφτηκε και τα συνέδεσε όλα αυτά.Φυσικό ήταν να έχει ατέλειες με τέτοιο ζόρικο θέμα.Θα γράψει μεγάλο μυθιστόρημα πάντως κάποια στιγμή,συμφωνώ μαζί σας κι εγώ το πιστεύω.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πραγματικά είναι εντυπωσιακή και η κεντρική ιδέα και το πώς και σε τι την απλώνει, πώς χτίζει μέσα από την γλώσσα και την έκφρασή της αυτό το τεράστιο οικοδόμημα. Είμαι σίγουρη ότι θα συνεχίσει ανοδικά,το βιβλίο ετούτο το δείχνει πολύ πιο καθαρά από τα προηγούμενα και γι αυτό είναι σημαντικό να της πούμε ό,τι βλέπουμε σαν έστω μικρή αδυναμία,για να την απαλείψει από την γραφή της.Αυτό πιστεύω.

      Διαγραφή
  3. Δέσποινα28/2/16 04:48

    Χαοτικό βιβλίο,πολλές ιστορίες,πολλά πρόσωπα,πολλή κατάθλιψη.Αλλά έχει κάτι ιδιαίτερο και δε θα το ξεχάσω,είναι από εκείνα τα περίεργα βιβλία που σου μένουνε.Οπωσδήποτε έχει μεγάλο ταλέντο.Δε ξέρω από τι πρέπει να απαλλαγεί η γραφή της γιατί και μένα κάτι δε μου πήγαινε καλά με τόσα μαζεμένα στο ίδιο βιβλίο όμως η Ξυλούρη δεν είναι από αυτούς που θα περάσουν απαρατήρητοι από τα ελληνικά γράμματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αθηνά28/2/16 15:22

      Δέσποινα,από φράσεις τύπου [το μεσημέρι ξέπλενε το hangover της απλωμένη στη σεζ λονγκ της στη βεράντα] που θύμιζε ροζ,όχι τίποτα άλλο μετά κοροϊδεύουμε τη Μαντά κτλ και από ιστορίες σαν αυτή με την καμήλα.Περιττή,μη χρήσιμο ζιζάνιο.Και μια και λες Βιβή μου για επαρχία να σας πω να ξέρετε ότι τα ζιζάνια συχνά μοιάζουν με λουλούδια και άλλα είναι χρήσιμα και φαγώσιμα και άλλα δεν είναι.Πρέπει να τα ξέρεις καλά.Για πρακτικούς επομένως λόγους,για να αραιώσει το κατάφορτο με καλό στάρι χωράφι από τα ζιζάνια.Απλά πράγματα.

      Διαγραφή
    2. Δέσποινα28/2/16 15:45

      Τι σχέση έχει τώρα η εξαιρετική Ξυλούρη με αυτό το κατασκεύασμα που λέγεται ροζ το οποίο απλά δε διαβάζεται;

      Διαγραφή
    3. Ανώνυμος28/2/16 17:00

      Καμία. Απλά η προηγούμενη σχολιάστρια διάβασε τη φράση κυριολεκτικά, σα να σοβαρολογούσε η Ξυλούρη. Η φραση είναι στο κμμάτι αυτής της ξεπλυμένης μελαγχολικής κυρίας που διαβάζει ρομάντζα που όλο είναι ειρωνικό. Για αυτό και οι επιλογές της στο εκφραστικό κομμάτι είναι τέτοιες. Εγώ πάντως έτσι το εξέλαβα και μου κάνει εντύπωση που δεν σχολιάζεται καθόλου το ειρωνικόν του βιβλίου και το χιούμορ του.

      Χ.

      Διαγραφή
    4. Αν ρωτάτε εμένα ευχαρίστως να σας πω ότι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν με απασχόλησε το ειρωνικόν του βιβλίου,δεν το είδα καν,με απασχολούσε συνεχώς το πολιτικό του κομμάτι.Γι αυτό και θεώρησα έξοχη ιδέα να το φτάσει ως τις μέρες μας σαν μια και δη την ίδια ιστορία.Όσο για χιούμορ πού το είδατε,θέλετε να μου πείτε;Μη με παρεξηγήσετε αλλά διαβάζατε και γελούσατε;Εγώ έκλαιγα με το μαύρο χάλι αυτής της χώρας,στην ουσία με έκανε κομμάτια η σκληρότητά του και καλά έκανε η Ξυλούρη και τα είπε όλα αυτά.Έγραψε ένα βιβλίο πυκνό που καθένας μας -εκτός από κάποιες ακραίες αναγνώσεις που μπορεί να κάνει για χίλιους δυο λόγους- διαβάζει όπως είναι έτοιμος ή μη έτοιμος να το διαβάσει. Και γι αυτό είπα ότι δεν θα τις ήθελα ορισμένες φράσεις.Έχουν ακριβώς αυτό το ρίσκο να μην γίνει αντιληπτή η συνάφειά τους με το κείμενο.Και δεν έγινε,πιστεύω.Θα μου πείτε, αυτό είναι το βιβλίο και έτσι θα παραμείνει και καθόμαστε τώρα και το ψειρίζουμε;Φυσικά.Ένα σημαντικό βιβλίο δεν διαβάζεται και τέλος,πάμε να χλαπακιάσουμε το επόμενο.Μας κρατάει κοντά του και του ασκούμε κριτική,με ψάξιμο,με καλοπροαίρετη συζήτηση,με αγάπη αλλά και δίχως να μασάμε τα λόγια μας. Έγινε αυτή η συζήτηση και σε δυο παρουσιάσεις που ήμουν παρούσα κανείς δεν είδε το χιούμορ και το ειρωνικό του πράγματος.Στην μεν λέσχη που ήρθε η Μαρία ήμασταν τυχεροί γιατί μας διαφώτισε για πολλά και ξεκλείδωσε το βιβλίο και σε μια άλλη παρουσίαση που ήμουν κι εγώ συνέβη περίπου πάλι το ίδιο.Ψιψιρίζανε διάφορα και είναι ζήτημα κάνας δυο να είχαν εντοπίσει τα κλειδιά της αφήγησης.Η Ξυλούρη τα έλεγε!Την ρωτούσαν διάφορα και η κοπέλα εξηγούσε.Αλλά δεν είναι δυνατόν ο συγγραφέας να είναι πανταχού παρών και να εξηγεί.Οπότε κάνουμε κι από εδώ μια κάποια κουβέντα στην βάση ότι το βιβλίο είναι σημαντικό κι εγώ απλώς θα παρακαλέσω να είναι αυτή η κουβέντα αυστηρή, ναι,ειλικρινής,υποκειμενική κτλ αλλά όχι να συγκρίνουμε τώρα την Ξυλούρη με τα ροζ.Αυτό είναι άδικο και τρελό.

      Διαγραφή
    5. Ανώνυμος28/2/16 20:42

      Αυτά σεβαστα. Δεν κρίνω τις προθέσεις της συζήτησης. Όμως πιαστηκα στη συγκεκριμένη φραση γιατί το κομματι της κυρίας είναι παρωδία νεοπλουτισμου και ναι, εχει χιούμορ. Και μεσα στο πλαίσιο αυτο η συγκεκριμένη φράση δικαιολογειται απόλυτα όπως είπα παραπάνω. Είναι εμφανες ότι η αφηγηση εκεί ειδικά, όπως και στο συγγραφέα που πεφτει από το γκρεμό, είναι tongue in cheek που λένε και οι Άγγλοι. Το να έχει κατι χιούμορ δεν το κάνει λιγότερο σοβαρό η οδυνηρό. Εγω γέλασα σε πολλα σημεία του βιβλίου. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν με προβλματισε. Μάλιστα ένα πρόβλημα που είχα με τα προηγούμενα της ήταν ακριβώς ότι οι αναλαμπές χιουμορ ήταν ελάχιστες. Θεωρώ ως πολυ θετικό του καινουριου ότι κανει άγρια πλακα με τα χάλια μας. (Τα περι χιουμορ στο δεύτερο, ας πουμε, μισο του βιβλίου που αλαφραίνει το κλίμα με τις πολλες ιστορίες. το πρωτο ήταν μαύρη μαυρίλα)

      Χ.

      Διαγραφή
    6. Α,μα εσείς τότε είστε η άλλη ματιά,η κόντρα τέμπο που λέμε.Των περισσότερων απ΄ όσο είδα η tongue δέθηκε κόμπος.Υπήρξε αναγνώστης σε παρέα (πολύφερνος και άνετος θεωρούμενος)που στη σελίδα 266 χρειάστηκε υπογλώσσιο. Γιατί καλέ μου,τον ρώτησα, πού ζεις,τα παιδάκια σου-που έχουν την ηλικία των ηρώων της συγγραφέως-είναι από άλλο πλανήτη;
      Αυτό για να πάρετε μια ιδέα τι κουβέντα έχει προκαλέσει ο βιβλίο.Και μόνο τα σημαντικά βιβλία το πετυχαίνουν αυτό έστω κι αν τα βλέπουμε εντελώς διαφορετικά ο καθένας.

      Διαγραφή
    7. Ελισάβετ29/2/16 09:30

      Ποιος γέλασε....ποια άγρια πλάκα....Με συγχωρείτε μάλλον δε διαβάσαμε το ίδιο βιβλίο,αυτό με το γιο που κόβει τα δάχτυλα του δοσίλογου πατέρα,την αυτοκτονία του ξεπεσμένου ,τη τρέλα του Αδαμάντιου γιατί μη μου πείτε ότι ήταν στα καλά του αυτός ο άνθρωπος που εκτός των άλλων έβγαζε... προεκλογικά φυλλάδια και κατά καιρούς χανόταν και διάφορα,την απελπισία της Αλεξίας,τού Άλκη και της Ευαγγελίας και σχεδόν όλων των ηρώων.Από τα πιο ζοφερά μυθιστορήματα της χρονιάς το μόνο σίγουρο.Το πόσο καλό το συζητάμε.Ούτε κακό πάντως.Δε μπορώ να πω κάτι τέτοιο.Όταν σε ένα πιάτο βάζεις πολύ φαγητό και τρέχει απ΄έξω και πας και ρίχνεις από πάνω αλάτια,πιπέρια, μπαχάρια και διάφορα μόνο που το βλέπεις μπουχτίζεις και με όλα αυτά τα καρυκεύματα η κύρια γεύση χάνεται κι εδώ χάθηκε, αυτό ακριβώς έγινε,δεν υπήρχε ένα θέμα και μερικές συμπληρωματικές ιστορίες να το τονώσουν,ένα χάος από διηγήσεις και γεγονότα στριμωγμένα σε ένα μικρό πιάτο γι αυτό και η κύρια γεύση χάθηκε.

      Διαγραφή
    8. Προφανώς δεν τα λες σε μένα,Ελισάβετ,τα παραπάνω αλλά στον /στην Χ.Κάθε γνώμη σεβαστή αλλά δεν σου προκαλεί εντύπωση ότι το βιβλίο προκαλεί συζητήσεις;Αν ήταν ένα άγευστο πιάτο,όπως λες,θα το είχαμε κιόλας χωνέψει.

      Διαγραφή
  4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ28/2/16 22:02

    Αν χρειάζεται ανάλυση ένα βιβλίο δηλαδή άλλο ένα να το συνοδεύει σαν οδηγίες διαβάσματος τότε κάτι δεν έχει γίνει σωστά είτε από τη μεριά του συγγραφέα είτε από τον αναγνώστη.Η Ξυλούρη επιχειρεί ένα πάντρεμα τεχνικών και ειδών.Αυτό δεν λέτε;Λοιπόν δεχτείτε ότι δεν πέρασε,δεν έγινε φανερό στους περισσότερους και από τους λίγους που το διέκριναν ακόμα πιο λίγοι το πήραν καλά.Βιβή μου,είδες το πάντρεμα των τεχνικών και το επαίνεσες αλλά δε βρήκες πετυχημένο το πάντρεμα των ειδών.Εγώ έτσι κατάλαβα εκεί που λες για τις ραφές των ιστοριών.Σωστά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μπαράζ σχολίων κάνεις,Παναγιώτη!Σωστά.Ναι,το θεώρησα ρίσκο και τελικά αποδείχτηκε ότι έπεσα διάνα.Μιλήσανε άνθρωποι που δεν το περίμενα να παρασυρθούνε σε τόσο λαθεμένη κρίση μέχρι και για έλλειψη σύνδεσης και πως θα έπρεπε να το κάνει δυο βιβλία.Μας νοιάζει τι λένε οι αναγνώστες;Εμένα ναι.Πάρα πολύ.Γιατί;Είναι μεγάλη ιστορία και κάποτε θα την πω.

      Διαγραφή
  5. Ανώνυμος29/2/16 00:27

    Αν δηλώσω προτίμηση στο Πώς τελειώνει ο κόσμος θα μου θυμώσετε;Τον Καλλιγράφο ακόμα δεν τον έχω αποκρυπτογραφήσει.Με βοήθησε η ανάρτηση σου και η κουβέντα που κάναμε τη δεύτερη συνάντηση αλλά έχω θέματα.
    Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι,βέβαια.Συχνά δεν μας αρέσει το καλύτερο βιβλίο ενός συγγραφέα αλλά κάποιο άλλο του διότι σ΄αυτό βρήκαμε πράγματα,βρεθήκαμε και οι ίδιοι.

      Διαγραφή
  6. Ανώνυμος29/2/16 10:53

    Βρε Βιβή,τα βιβλία έχουν γίνει προϊόντα κατανάλωσης και οι περισσότεροι εκδότες είναι μόνο έμποροι και μάλιστα δε διαβάζουν.Τους γνωρίζουμε και είναι για γέλια,τα δύο τρίτα τους δε μπορούν να αρθρώσουν λέξη.Στο χορό και οι συγγραφείς και πολλοί σχετικοί υποτίθεται.Ποιοι είναι οι συγγραφείς μας δηλαδή,για πείτε μου.Αυτοί που πάνε και πληρώνουν για να τους βγάλουν...και μετά παρακαλάνε να πάμε στις παρουσιάσεις τους...Καλά να πάθουν με τη ματαιοδοξία που τους δέρνει.Κάτι λίγοι ρομαντικοί,σαν εσένα δεν αμφιβάλω,αλλά αφελείς δε σώζουν την κατάσταση,σας εκμεταλλεύονται αλλά ας προσέχατε,γιατί το δέχεστε;Για λίγη δόξα και μια πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα παίζετε κι εσείς το παιχνίδι τους...
    Αυτό το βιβλίο εγώ από μόνη μου αυτή τη χρονική στιγμή δε θα το διάλεγα.Και η φάση με τη λέσχη είναι μεν πάρα πολύ καλή αλλά λέσχη μόνο με τα βιβλία του οίκου ντε και καλά δε το καταλαβαίνω γιατί να γίνεται και δε ξέρω αν θα συνεχίσω.Με τα ίδια λεφτά θα είχα πάρει δυο βιβλία κλασικά από πολιτεία ή κανένα παζάρι,δεν έχω κανένα ενδοιασμό και δε με νοιάζουν πια ούτε τα μικρά βιβλιοπωλεία γιατί κι αυτά εμπόριο κάνουν και μάλιστα διαπίστωσα ότι είναι πιο κάλπικοι γιατί το παίζουν κουλτούρα και δε σέβονται τον πελάτη τους.
    Σαν βιβλίο αυτό της Ξυλούρη είναι φλύαρο αλλά καλύτερο από πολλά σύγχρονα και με τα καλά και τα κακά του στοιχεία.Δε το βρήκα σημαντικό ούτε θεωρώ πως θα μείνει.Όχι μόνο η κοπέλα αυτή αλλά πολλά νέα παιδιά με ταλέντο έχουν πολλά ψωμιά ακόμα να φάνε για να φτάσουν τους σημαντικούς λογοτέχνες αυτής της χώρας.
    Προσωπικά με έχουν κουράσει τα μεγάλα λόγια περί μεγάλης λογοτεχνίας,πιο πολλή είναι η πολυλογία μας,τίποτα ουσιαστικό,τίποτα πρωτοπόρο.Επανάληψη και ο κλέψας του κλέψαντος. Κοιτάνε πώς να μας τα πάρουν με τα προϊόντα τους.Έχω αρχίσει και πηγαίνω σε παζάρια και παίρνω παλιά κλασικά βιβλία με ελάχιστα χρήματα και περιεχόμενο.Εγώ πιέζομαι πολύ και θα σταματήσω οριστικά να αγοράζω βιβλία που δε μου λένε τίποτα και σε λίγους μήνες δε θα τα θυμάμαι...Και γιατί να τα θυμάμαι δηλαδή..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μη με θεωρήσεις αγενή αλλά έβαλες τόσα θέματα που δεν μπορώ να απαντήσω από εδώ,θα έπρεπε να γράψω κατεβατά και δεν γίνεται.Αυτό το προσβλητικό "για λίγη δόξα και μια πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα παίζετε κι εσείς το παιχνίδι τους" να πιάσω μόνο,θα ξημερωθούμε. Ελπίζω επίσης η φράση "επανάληψη και ο κλέψας του κλέψαντος" να μην ειπώθηκε για το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί μπορείς να του βρεις ό,τι θες αλλά μην το αδικείς σαν επανάληψη(το άλλο δεν το συζητώ καν),δεν νομίζω να έχεις ξαναδιαβάσει κάτι ανάλογο.

      Διαγραφή
  7. Βέτα Θεοδώρου5/3/16 21:47

    Περίεργο βιβλίο.Αν και δεν ξέρω ακόμα αν μου άρεσε ή όχι το βρήκα πολύ ιδιαίτερο.Εκεί που έλεγα καταπληκτική συγγραφέας εκεί με χάλαγε κάτι.Ίσως προτιμούσα να εστιάσει σε μια ιστορία με λιγότερα πρόσωπα,να παρακολουθήσει μέχρι το τέλος αυτά και να πει αυτά που είχε σκοπό χωρίς να εμπλέκει τόσους χαρακτήρες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σεβαστή η γνώμη σας,όπως και του καθενός άλλωστε.Να πω μόνον ότι το βιβλίο είναι αυτό και δεν αλλάζει,και είναι αυτό που θέλησε να μας δώσει η συγγραφέας.Πάνω σε ό,τι έχουμε λοιπόν χειροπιαστό πρέπει να μιλάμε,όχι υποθετικά.Να σας ρωτήσω δηλαδή το εξής απλό:η ζωή μας ολόκληρη και όλων δεν είναι ένα αλισβερίσι αμέτρητων προσώπων σε ατέλειωτες εμπλοκές;Γίνεται η λογοτεχνία ειδικά αυτή που αγγίζει την πολιτικοκοινωνική μυθιστορία να το αγνοήσει αυτό;

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου