"Οι Απόψεις ενός Κλόουν",Χάινριχ Μπελ/Heinrich Böll, "Ansichten eines Clowns"


Μέσα μου, η πραγματικότητα των άλλων έχει μυθικές διαστάσεις

σύνθεση εικόναςV.G.



Σκεφτόμουν τελειώνοντας την ανάγνωση αυτή τι θα ήταν πιο χρήσιμο (άχαρη λέξη,ας είναι) να γράψω για ένα έργο πολύσημο και τόσο σημαντικό σαν το μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ "Οι Απόψεις ενός Κλόουν". Καλά λόγια που δεν είναι καν ανάγκη να τα τεκμηριώσω,επειδή το συγκεκριμένο βιβλίο έχει ήδη την δική του περίοπτη θέση στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα ή μια πιο προσωπική ανάλυση η οποία θα μπορούσε,ίσως,να προσθέσει κάτι στα ειπωμένα;

Αυτή την φορά ας μην κάνω τίποτα από τα δυο.Το ξαναδιάβασα,σε μετάφραση της δικής μας μυθικής Τζένης Μαστοράκη για τις εκδόσεις Γράμματα, μετά από χρόνια,το βρήκα και πάλι συγκλονιστικό και αισθάνομαι κατ΄αρχάς υποχρέωσή μου να το θυμίσω και να το προτείνω ως κλασικό πια,λέγοντας σ΄εκείνους, που θα θελήσουν να το διαβάσουν, να το προσεγγίσουν χωρίς φόβο αλλά με πάθος και να αποφασίσουν,όποτε εκείνοι κρίνουν,τι ακριβώς τους γοήτευσε,τι αποκόμισαν απ΄αυτό το έξοχο βιβλίο και γιατί.

Χάινριχ Μπελ λοιπόν,ένας σπουδαίος συγγραφέας κι ένα μυθιστόρημα γραμμένο αριστοτεχνικά το 1967 (αν και μου φαίνεται επιπόλαιο να χωρίζουμε τα βιβλία έτσι γενικά σε παλιά και νέα, καλύτερα ας λέμε πως υπάρχει καλή και λιγότερο καλή Λογοτεχνία, επειδή ξέρουμε και ποια είναι αυτή,η καλή,και ότι όλα τ΄άλλα που παράγονται,σωρηδόν και σε κάθε εποχή για διασκέδαση και σκότωμα της ώρας,κάτι όχι απαραιτήτως κατακριτέο,δεν μετράνε ως Λογοτεχνία )·γερμανική πεζογραφία αξιώσεων εν προκειμένω,βραβευμένη με Νόμπελ και με την καταξίωση που αυτό συνεπάγεται όσο κι αν μπάζει ως βραβείο λόγω των τακτικίστικων,συχνά,πολιτικών κριτηρίων του ,με μιαν εκπληκτική θεματική διαχρονικότητα,με υψηλή αισθητική,τσουχτερή μα σε καμία περίπτωση χυδαία γλώσσα, οξυδερκές χιούμορ και ευφυή αυτοσαρκασμό,πίκρα,τόλμη,θάρρος,απορία,θλίψη,βαθιά μελαγχολία, ανείπωτη αγάπη για τον πάσχοντα άνθρωπο, βαλμένη και όχι αδέξια κρυμμένη κάτω από την φαινομενικά αδιαπέραστη ειρωνική ασπίδα άμυνας του ήρωα,με την απελπισία του να εκφράζεται με καγχασμό και συνεχή στηλίτευση της υπαρκτής υποκρισίας και μιζέριας της γερμανικής κοινωνίας του 1960,στην οποία προσπαθεί με αγωνία να επιβιώσει δίχως να πολτοποιηθεί,όσο αυτή ξεδιάντροπα καμώνεται ότι μετάνιωσε για τα λάθη της υπό την ηγεσία τρελών (ή μήπως δεν ήταν τρελοί μα κάτι άλλο;) που ακόνισαν την αιχμή του φονικού της δόρατος,τον Χίτλερ,μα η οποία κοινωνία στην καθημερινότητά της,όταν μεθάει ή πιέζεται,δείχνει απροκάλυπτα πως ούτε το πιστεύει πώς έκανε εγκλήματα και,κυρίως αυτό,δεν το έχει εμπεδώσει σαν μάθημά της το πάθημα, δικό της πάθημα τραγικό μα και των άλλων,εκατομμυρίων άλλων,ακόμα πιο τραγικό.

[....Δίπλα μας στεκόταν ένας βαρύς,κι έπινε την μπίρα του με θόρυβο.Με κάθε ρουφηξιά, έγλειφε τον αφρό απ΄ τα χείλια του και με κοιτούσε,σα να ετοιμαζόταν να μου μιλήσει από στιγμή σε στιγμή. Φοβάμαι τους μισομεθυσμένους Γερμανούς μιας κάποιας ηλικίας, που σου πιάνουν την κουβέντα κι όλο μιλάνε για τον πόλεμο,και τί καλά που ήταν τότε,κι όταν παραμεθύσουν,βγαίνει στη φόρα πως είναι δολοφόνοι και πως δεν το βρίσκουν "και τόσο φοβερό".....]
Ο Χάϊνριχ Μπελ μπήγει την ανελέητη και σοφή πένα του πολύ βαθιά ,με ανθρωπισμό και αγάπη, στην ηττημένη,διαιρεμένη από τα πάνω σε δυτική και ανατολική Γερμανία εκείνην τής για όλη την Ευρώπη μεταβατικής και ταραγμένης δεκαετίας του 1960 και του ψυχρού πολέμου που πλανάται και απειλεί μ΄έναν τρίτο πόλεμο κάνοντας ακόμα πιο βαριά την ατμόσφαιρα πάνω από τα κράτη της που -άλλα μάταια άλλα με σχετική επιτυχία- προσπαθούν να απαλλαγούν από τα αμέτρητα δεινά που τους άφησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.

(Και πόσο θυμίζει αυτό όλο το πολεμολάγνο σκηνικό υποκρισίας και ποικίλου φασισμού με ό,τι θλιβερό ζούμε κι εμείς σήμερα και πόσο άμυαλοι και αδιόρθωτοι αποδεικνύεται πως είμαστε και σαν άτομα και σαν κοινωνίες,ε;)

Ήρωας του ευρηματικού Μπελ είναι ο Χανς Σνηρ,ευφυής νεαρός Γερμανός που δεν έχει ξεχάσει τον φοβερό πόλεμο τον οποίο έζησε σαν παιδί,το ένα από τα τρία μιας πλούσιας μεν οικογένειας μα τρομαχτικά τσιγκούνηδων και ρηχών προτεσταντών της Βόννης με περιουσία εξασφαλισμένη σ΄όλες τις συνθήκες,σαν υλικό πρώτης ανάγκης σε πόλεμο και ειρήνη δηλαδή,από την εκμετάλλευση του λιγνίτη και ο οποίος Χανς αφήνει σύξυλη στα εικοσιένα του την οικογένεια,που τώρα το έχει ιδεολογικά γυρίσει υποτίθεται στην δημοκρατία.Η μάνα του μάλιστα πρώτη και καλύτερη, αυτή που κάποτε άλλα έλεγε και δεν δίστασε να στείλει την κόρη της την Εριέτα στον θάνατο και τώρα οργανώνει αντιναζιστικές επισκέψεις στο σπίτι της Άννας Φρανκ και διάφορα τέτοια επωφελή για την καινούργια βιτρίνα.Φεύγει λοιπόν ο Χανς από το νοσηρό και μίζερο περιβάλλον αυτού του σπιτιού τρέχοντας για να γίνει,εκείνος, κλόουν.

[.....Τους γονείς μου τους ξέγραψα από τότε που πέθανε η αδερφή μου η Εριέτα. Κλείνουν κιόλας δεκαεφτά χρόνια από τον θάνατο της Εριέτας.Στο τέλος του πολέμου ήταν δεκάξι χρονών,ωραία κοπέλα,τετράξανθη,κι έπαιζε το καλύτερο τένις σ΄όλη την περιοχή,από την Βόννη ως το Ρεμάγκεν. Έλεγαν τότε πως τα κορίτσια πρέπει να πάνε εθελόντριες στην αεράμυνα,κι η Εριέτα παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 1945.....]
[....Η Εριέτα έμοιαζε στ΄αλήθεια να πηγαίνει εκδρομή.....]
[...Κοίταξα τον πατέρα.Είχε τα μάτια καρφωμένα στο πιάτο του και δεν μιλούσε.Κι ο Λέο σώπαινε,μα όταν ξανακοίταξα την μητέρα,μου είπε με την απαλή φωνή της:"Πρέπει να το δεις και μόνος σου: καθένας μας οφείλει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του,για να διώξει τους Εβραίους Γιάνκηδες από τα ιερά γερμανικά μας χώματα"....]

[....Η έγνοια των δικών μου για τα ιερά γερμανικά μας χώματα μου φαίνεται πολύ γελοία από μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη,προπάντων όταν αναλογίζομαι πως ένα σεβαστό ποσοστό μετοχών του λιγνίτη βρίσκεται στα χέρια της οικογένειάς μου εδώ και δυο γενιές. Εβδομήντα χρόνια τώρα οι Σνηρ θησαυρίζουν από τις ανασκαφές που υφίσταται καρτερικά το ιερό γερμανικό χώμα:δάση,χωριά,και κάστρα σωριάζονται σαν τα τείχη της Ιεριχούς στο στόμα της φαγάνας.....]
[...Στο μεταξύ η μάνα μου έχει γίνει από χρόνια πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής των Ενώσεων για την Γεφύρωση των Φυλετικών Αντιθέσεων.Πηγαίνει στο σπίτι της Άννας Φρανκ, καμιά φορά και στην Αμερική,δίνει διαλέξεις σε αμερικάνικες Λέσχες Κυριών και μιλά για την μεταμέλεια της γερμανικής νεολαίας με την ίδια άκακη και απαλή φωνή,όπως τότε που κατευόδωνε την Εριέτα:"Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους, παιδί μου"......

Ο
Χανς λοιπόν,ο κλόουν.Ο αδερφός της έφηβης Εριέτας που έπεσε, ήθελε δεν ήθελε,κατανοώντας το ή μη,στα ιερά λιγνιτοφόρα γερμανικά χώματα της μητέρας Σνηρ,ο αδερφός του μονοκόμματου και πειθαρχημένου Λέο που θα γίνει -γιατί αυτή είναι η δική του οδυνηρή πλην αποδεκτή, γιατί δεν βγάζει άλλα άπλυτα στην φόρα, αντίδραση-θεολόγος των καθολικών αν και γιος προτεσταντών.Ο Χανς ο γιος του πάμπλουτου κυρίου Σνηρ που μονίμως σιωπά εκεί που πρέπει να υψώσει φωνή και ωρύεται εκεί που δεν πρέπει να βγάλει μιλιά.

Αυτός ο Χανς θα γίνει κλόουν.Κλόουν! Όχι ηθοποιός,μουσικός ή ενός άλλου πιο εξωραϊσμένου τύπου καλλιτέχνης μα ένας κλόουν,ένας παλιάτσος,ένας μίμος,ο (που μοιάζει ή αφήνει να θεωρείται) αναιδής εκείνος γελωτοποιός που περιοδεύει στην χώρα εκτελώντας τα αλληγορικά,καυστικά νούμερά του.Μαζί του είναι η ερωμένη του,η Μαρί,με την οποία γνωρίζονται από παιδιά,μια όμορφη κοπέλα προσηλυτισμένη κι αυτή όπως ο μονόχνωτος αδελφός του στον καθολικισμό –εκείνη σε μια πιο γοητευτική για τις εποχές εκδοχή του,αυτήν που την ονομάζουν πιο προοδευτική και που επιδέξια αλατοπιπερωμένη με ολίγην από σοσιαλισμό και τα ρέστα κερδίζει συνεχώς έδαφος στην μεταπολεμική Γερμανία που δεν θυμάται καλά,η καημενούλα,ότι λιγότερο ή περισσότερο καθολική,προτεσταντική ή ό,τι άλλο,υπήρξε πάνω απ΄όλα δήμιος κι έστειλε εκατομμύρια ανθρώπους στον θάνατο.

Είναι η μονάκριβη κόρη του βιβλιοπώλη Ντέρκουμ,έντιμου ανθρώπου της μεσαίας τάξης με ένα κάποιο αντιναζιστικό παρελθόν και ιδέες,που τώρα σιωπά καθώς την έχει από καθαρή τύχη γλυτώσει και δεν θέλει άλλες περιπέτειες,που συμπαθεί και διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο τον δονκιχωτικά αντιδραστικό Χανς που λόγω Μαρί,συχνάζει στο μαγαζάκι του.

Η Μαρί.Η Μαρί που γι αυτήν ο Χανς είναι έτοιμος να παλέψει για ό,τι του ζητήσει γιατί αρχικά αντιπροσωπεύει την αγνότητα και την ανιδιοτέλεια.Όμως η Μαρί, η γλυκιά,η μοναδική αγάπη του Χανς,η καλή χριστιανούλα που θέλει να σώσει τον κόσμο,τον υπόλοιπο κόσμο πλην του Χανς,τον εγκαταλείπει δίχως πολλά πολλά μετά από μιας ολόκληρης ζωής την φιλία και την αδιέξοδη κι αμαρτωλή,για εκείνην ως καθολική,έξι χρόνων ερωτική συμβίωση για να παντρευτεί δόξη και τιμή τον κύριο Χέριμπερτ Τσύπφνερ,έναν άλλο παλιό της φίλο,εξέχοντα ιερωμένο πλέον και ανερχόμενο μαϊντανό του όλο και πιο πολύ αναπτυσσόμενου,τέτοιου στυλ ξαναλέω,καθολικισμού της Βόννης. Ποιος αναμάρτητος όμως και τότε και τώρα εξ ημών των αναγνωστών δικαιούμαστε να την κατηγορήσουμε που η κοπελίτσα,μια από τις πολλές που κόπιαρε και κοπιάρει η Γερμανία και όχι μόνον ,για να δείξει την βιτρίνα της με την καλή όψη, που η Μαρί και κάθε Μαρί δεν μπορεί να καταλάβει την ίδια της την μωρία;

Ο Χανς,ο μελαγχολικός κλόουν,πολίτης κι αυτός της τιμωρημένης και μετανιωμένης, υποτίθεται, για την αλαζονεία και τα εγκλήματά της μεταπολεμικής Γερμανίας,δεν αντιπροσωπεύει,βλέπετε, τον μέσο πολίτη της,είναι η εξαίρεση ενός κανόνα που απλώς επαναδιαμορφώνεται σαν παραλλαγή του προηγούμενου.Επιπλέον ο Χανς είναι άθεος από επιλογή και δεν φαίνεται να έχουν βρεθεί ακόμα πειστικά επιχειρήματα για να μεταστραφεί.Και σε τι να μεταστραφεί δηλαδή. Όταν πρότυπα πιστών χριστιανών,πατριωτών και ανθρώπων γενικότερα είναι η συμφεροντολόγα μάνα του και οι φραγκοφονιάδες δικοί του,από τον πατέρα του ως την ερωμένη τού πατέρα του,κλασικό τύπο κουτοπόνηρης κολλιτσίδας του σφιχτοχέρη πλούσιου που όμως ο περίγυρος θεωρεί την σχέση τους αποδεκτό κοινωνικό στάτους, πώς να πειστεί και γιατί και ποια μπορεί να είναι η σωτηρία της ψυχής που του τάζουν όταν αυτή εξαρτάται από ψέματα,στεφανώματα, χρήματα, πάγκους που απλώνεται η ιδεολογία ανταγωνιστών εμπόρων σαν πραμάτεια,όταν όλα δηλαδή είναι ένας κακός θίασος εκτιθέμενος σε αδιάκοπο θεαθήναι;

Ξέρει καλά το θέαμα και το παρασκήνιο ο Χανς.Από πρώτο χέρι.Κι αν κάποιος είναι ατόφιος κλόουν είναι εκείνος. Μόνο που εκείνος το λέει στα ίσια και τους σαρκάζει αφού πρώτα σαρκάζει αλύπητα τον εαυτό του!

Διότι ο Χανς δεν διστάζει να πάρει στο ψιλό,να τους μετατρέψει σε νούμερά του, που τα παίζει πάνω στην σκηνή,ειρωνευόμενος την υποκρισία τους κυρίως,την ασυνέπεια λόγων και πράξεων, τους πάντες: καθολικούς και προτεστάντες,χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλιστές,γονείς,συγγενείς, εχθρούς,γνωστούς και φίλους κι όλους όσους τους βλέπει πως είναι έτοιμοι,πανέτοιμοι όλοι αδιακρίτως,φανατικοί στην αλήθεια τους,να προσηλυτίσουν με ψέματα και μεγάλα λόγια όποιον απελπισμένο,φτωχό και θολωμένο ή πλούσιο και κυνικό,ψάχνει διακαώς μετά τις ναζιστικές μπαρούφες που τους έφτασαν κάποτε,μόλις είκοσι χρόνια πριν,στα Τάρταρα, να πασχίζει να γαντζωθεί από μια νέα αλλά στην πραγματικότητα την παλιά και δοκιμασμένα καλοστημένη πασαρέλα ιδεών, ευρείας αποδοχής κι αυτή,για να κρατηθεί ή να (ξανα)αναρριχηθεί στην καινούργια Γερμανία ή μάλλον στην ίδια και απαράλλαχτη,όπως έχει βεβαιωθεί ο Χανς,αυτήν που εμφανίζεται ως μετανιωμένη και με την φορεσιά της δημοκρατίας μα αυτό δεν είναι παρά ένα ακόμα τερτίπι της,ένα ψέμα,ένα νούμερο για την πλατιά εθνική και διεθνή σκηνή και γι αυτό εκείνου του προκαλεί την ίδια αηδία.

Ο Χανς έχει –του τα δίνουν αφειδώλευτα- ατελείωτα ράμματα για την γούνα πάρα πολλών,για τους φανατικούς των κομμάτων,της θρησκείας και των αλληλομισούμενων εκκλησιών της,την διαλυμένη οικογένεια,την ξεπουλημένη τέχνη,την παραδόπιστη και αμετανόητη κοινωνία.Η αναμέτρησή του μαζί της και μαζί τους -γιατί η Γερμανία,κι όχι μόνο η Γερμανία αν θέλουμε να είμαστε ακριβοδίκαι οι,είναι αυτοί και αυτά όλα είναι η Γερμανία -δεν (μπορεί να) έχει αίσιο τέλος για τον ίδιο. Καλό τέλος δεν προβλέπεται γενικότερα για όποιον αντιστέκεται, τον ένα ή μερικούς εκ των λίγων,πάντα των λίγων,που δεν θέλουν να σιωπήσουν ,να ξεπουληθούν ολότελα.

Ο Χανς Σνηρ με την τέχνη του και την λεπτεπίλεπτη ειρωνεία του δείχνει να παλεύει την θλίψη του εξαιτίας όλων αυτών και σ΄αυτήν αναζητά και βρίσκει ως έναν βαθμό το ύστατο κουράγιο να μην συμπορεύεται με τα τέρατα που άλλαξαν μουτσούνα και συνεχίζουν να κυριαρχούν σ΄έναν ζοφερό κόσμο με την πασπαλισμένη με βαρύγδουπες θεωρίες σωτηρίας σαπίλα τους.

Δεν του κάνουν ομάδες και δόγματα,όποια κι αν είναι,ό,τι κι αν τάζουν,οικογενειακά,πολιτικά, θρησκευτικά, και γι αυτό,επειδή δεν εννοεί να ενταχθεί πουθενά παρά την επιδεινούμενη οικονομική του δυσπραγία,γίνεται ζητιάνος (αφήνεται δηλαδή στο ανύπαρκτο φιλάνθρωπο έλεός τους, ντροπιάζοντάς τους στην ουσία ακόμα πιο πολύ,κι ας μην το καταλαβαίνουν έτσι εκείνοι, τόσο ανόητοι και αισχροί είναι),δεν ανταλλάσσει την βαθιά του περηφάνια και την ανάγκη για ελευθερία με την έστω με το σταγονόμετρο δοσμένη άνεση που θα μπορούσε να έχει σταματώντας να σκοτίζεται για την ηθική και την ειλικρίνεια των γύρω του,γενόμενος ένας εκ της τάξης του.Θα το πληρώσει ακριβά.

[......Και πάνω στην κρίσιμη στιγμή,καθώς θα μου γέμιζε,το φλιτζάνι,περήφανος για το κατόρθωμά του,θα του΄λεγα:"Πέσε το χρήμα" ή "Κατέβαινε το παραδάκι".Στην κρίσιμη στιγμή,τα πάντα είναι πρωτόγονα, βάρβαρα.Σου λένε ,ας πούμε:"Εσείς παίρνετε τη μισή Πολωνία κι εμείς τη μισή Ρουμανία.Και πόση Σιλεσία θα πάρετε παρακαλώ;Μισή ή δυο τρίτα;Σας δίνουμε τέσσερα υπουργεία, μας δίνετε το κοντσέρν τρεχαγύρευε;".Ήμουν βλάκας Παρασύρθηκα απ΄το χάλι μου κι απ΄το χάλι του,και δεν του βούτηξα το πορτοφόλι. Απλούστατα, έπρεπε να φέρω την κουβέντα στα λεφτά,να του μιλήσω ανοιχτά για το άψυχο χρήμα,για το αφηρημένο χρήμα,που το κρατούν δεμένο με αλυσίδες,κι ας είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τόσους ανθρώπους."Το αιώνιο χρήμα!"όπως αναφωνούσε με φρίκη η μητέρα κάθε που ζητούσαμε λεφτά,έστω και τριάντα πφένιχ για ένα τετράδιο.Το αιώνιο χρήμα.Ο αιώνιος έρως.....]

Θα το πληρώσει πολύ ακριβά ο πεισματάρης κλόουν μα δεν θα τον κατηγορήσω για το πείσμα του. Ίσα ίσα θα πω ευτυχώς που υπάρχουν σε κάθε εποχή κι αυτοί-ακόμα και σήμερα,μετά από πενήντα χρόνια αφότου γράφτηκε το συγκλονιστικό βιβλίο-,οι ευφυείς,μελαγχολικοί κλόουν,οι ασυμβίβαστοι και πεισματάρηδες Χανς,οι άνθρωποι με την αδιάβρωτη ψυχή που δεν δέχονται να κάνουν σημαία τους την υποκρισία του μωροφιλόδοξου και άπληστου κόσμου των ισχυρών και των πάσης φύσεως δούλων τους και χαλάνε με την οπωσδήποτε αυτοκαταστροφική τους στάση ζωής την πιάτσα και την μόστρα των γνωστικών νοικοκυραίων παντός δόγματος.

Αυτοί οι λυπημένοι κλόουν,οι αθεράπευτα ρομαντικοί και ταγμένοι στην ανθρωπιά,τα ευωδιαστά κεράκια που σιγοκαίγονται στο ταπεινό μανουάλι της τιμής και της ειρήνης,εμένα μου δίνουν ελπίδα. Μ΄αυτούς,έχω λόγους να το πιστεύω,θα πορευτεί ξανά ο κόσμος μας στο φως,όταν έρθει η ώρα.

Σημείωση:το κείμενο δημοσιεύτηκε στον Amagi 1/4/2016,ιδού http://amagi.gr/content/hainrih-mpel-oi-apopseis-enos-klooyn ,όμως χωρίς το παρακάτω υστερόγραφο

υ.γ.Μετά από χρόνια βιβλιοφιλικού blogging ,αυτήν την μη αμειβόμενη πλην καθημερινή, πολύωρη και απαιτητική απασχόληση,την από μεράκι και τρέλα για την Λογοτεχνία εμφορούμενη και για δεκάδες ελληνικά και ξένα βιβλία εκφραζόμενη,θέλω να δηλώσω ότι δεν έχω σταματήσει λεπτό να θεωρώ σαν βασική αρχή της την απόλυτη ανεξαρτησία(το βασικότερο χαρακτηριστικό για το οποίο πρέπει να πασχίζει ο κάθε μπλόγκερ).
Ελπίζω ότι γνωρίζουν πια όσοι με διαβάζουν,πως δεν προτείνω ποτέ ένα βιβλίο αν δεν μου αρέσει, επειδή ας πούμε μου ζητήθηκε/δόθηκε (για τον οποιοδήποτε λόγο) ή πως υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να εκφραστώ θετικά (λιγότερο ή περισσότερο θερμά) αν δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο να μου πει και το οποίο να θέλω να το μοιραστώ δημόσια.
Ακόμα κι όταν διακρίνω γκρίζα σημεία (γιατί στην έντιμη βιβλιοκρισία είναι υποχρέωσή μας κατ΄ αρχάς να τα εντοπίζουμε και στην συνέχεια να τα σχολιάζουμε, χωρίς φυσικά να προσβάλουμε τον δημιουργό και πάντα τεκμηριώνοντας τα λεγόμενά μας ), ειδικά αν έχω νιώσει ότι κρατώ στα χέρια μου βιβλίο που αξίζει να του διατεθεί χρόνος και προσοχή, τότε θα συνεχίσω να προτρέπω τους φίλους να το διαβάσουν σεβόμενη την υποχρέωσή μου της ανεξαρτησίας και μαζί διατηρώντας και το δικαίωμά μου της υποκειμενικότητας.



Σχόλια


  1. Παλιοί γνώριμοι με τον Χάινριχ Μπελ. Από την εποχή της Καταρίνα Μπλουμ, του Κλόουν και του Μπιλιάρδου στις εννιάμισι. Κάποια στιγμή θα διαβάσω και το, για χρόνια εξαντλημένο, "Ομαδικό πορτραίτο με μια κυρία".

    Τώρα, τι να πω.
    Ότι γράψατε μια ανοιχτόμυαλη παρουσίαση και λίαν ενδιαφέρουσα; Γράψατε.
    Ότι, παρά το κατεβατό της, ήταν φοβερά ενημερωτική; Ήταν.
    Ότι θέλω να ξαναδιαβάσω το βιβλίο μετά από τουλάχιστον 20 χρόνια; Θέλω.
    Κι εδώ αρχίζει ξανά η πονεμένη ιστορία της μνήμης μου. Όσο διάβαζα, ξαναθυμήθηκα αμυδρά την υπόθεση. Διότι, απλούστατα, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είχα δανειστεί το βιβλίο από μια φίλη, που δεν της άρεσε καθόλου, πράγμα που εγώ δεν μπορούσα να συλλάβω με τα μυαλά εκείνης της εποχής, αφού είχα καταγοητευτεί διαβάζοντάς το.
    Τώρα, αν αυτές οι γενικούρες θεωρούνται σχόλιο πάνω στο βιβλίο, να μου το πείτε.
    Αχ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μια χαρά σχόλια είναι τα σχόλιά σας -πάντα-και χαίρομαι αν σας (ξαν)άνοιξα την όρεξη. Έχω στα πολύ προσεχώς το "Ομαδικό Πορτραίτο με μια Κυρία",ο Μπελ μου προσφέρει,μου κάνει-ας το πω έτσι- σαν συγγραφέας.Ψάχνω βέβαια τα καινούργια, σκαλίζω άγνωστους συγγραφείς κτλ αλλά η ανάγκη να πατάω συχνά πυκνά στα σίγουρα παραμένει μεγάλη.Ισορροπώ έτσι.
      Όσο για το μεγάλο ζήτημα των εξαντλημένων.Είναι απλά απαράδεκτο να μην είναι πάντα στην διάθεση του αναγνώστη τα σημαντικά βιβλία.Είναι δυνατόν να μην μπορεί να βρει σήμερα κάποιος πχ το "Τενεκεδένιο Ταμπούρλο";Και άπειρα άλλα;Και όταν με τα πολλά βρεθεί ένας εκδότης και βγάλει κάποιο,με τα υπόλοιπα τι γίνεται,πόσα ρίσκα πια να πάρει αυτός ο ένας;Ή οι δύο,τρεις,παραπάνω δεν είναι.

      Διαγραφή
    2. Το κακό/καλό, όπως το πάρεις, είναι ότι διαρκώς ανασύρω από τα ράφια κάποιο βιβλίο, σε βαθμό που τα "προς ανάγνωσιν" είναι τόσα όσα και αυτά που θέλω να ξαναδιαβάσω -μετά την παρέλευση 20ετίας ή και 30ετίας ακόμη.
      Τρομάζω να τα μετρήσω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου