"Άννα Τώρα Κοιμήσου",Κώστας Παπαγεωργίου






Το 1994 εκδίδεται από τις εκδόσεις Γνώση το έξοχο μυθιστόρημα "Άννα Τώρα Κοιμήσου" του Κώστα Παπαγεωργίου.Εξαντλείται.Το 2001 βγαίνει από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα κι όταν και αυτές κλείνουν (όπως κακήν κακώς έκλεισαν και πλήρωναν για καιρό τα σπασμένα οι εργαζόμενοι και δεκάδες καλά βιβλία χάθηκαν από προσώπου γης) το βιβλίο εξαφανίζεται και πάλι. Ευτυχώς το 2015 επανακυκλοφορεί,αυτή την φορά από τις εκδόσεις Γκοβόστη και μακάρι αυτή να είναι η τελευταία του περιπέτεια. 

Ο τρόπος που διαλέγει ο Κώστας Παπαγεωργίου (ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της γενιάς του΄70),να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο την ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων που βρίσκονται σε μεταιχμιακές φάσεις της ζωής τους,την σχέση ανάμεσα σε δυο ενηλίκους που κουβαλάνε -ίσως και μηχανικά πια- τα καλά και κακά της πολύχρονης αυτής ζωής,της Άννας και του αφηγητή,και σε ελαφρώς δεύτερο πλάνο και το κομμάτι εκείνο της ιστορίας που αναλογεί στην Φιλιώ (την ερωμένη του άνδρα,νεαρή γυναίκα όχι ακόμα νικημένη από την καθημερινότητα και τους πικρούς έρωτες που αυτή συχνότατα φέρνει),είναι ε ν τ υ π ω σ ι α κ ό ς.Το λιγότερο.

Ο συγγραφέας αποδεχόμενος το ρίσκο να θεωρηθεί ότι απευθύνεται σε αναγνωστική ελίτ -ναι,ποτέ δεν θα ξεμπερδέψουμε μ΄αυτά,ας είναι- ενώ (δεν νομίζω να) συμβαίνει κάτι τέτοιο,επιμένει στον αντισυμβατικό του τρόπο έκφρασης και κάνει μια συγκλονιστική Λογοτεχνία με την επανάληψη και την ελλειπτική ή άναρχη στίξη ως κύρια γνωρίσματα της γραφής του που μοιάζει ανυπόταχτος και προφορικός λόγος.Μοιάζει,δεν είναι.Περίτεχνα και μαζί σεμνά ακουμπισμένη στον μυθιστορηματικό καμβά αυτή η ιδιαίτερη μα όχι επιτηδευμένη γραφή,επίμονη,ποιητική, άμεση κι ανυποχώρητη στις επαναλήψεις υπέροχων λέξεων και μεστών φράσεων διαθέτει σημειωτικό βάθος και εικαστικό σχεδιασμό.Είναι ένα έργο τέχνης φτιαγμένο από λέξεις,σμιλεμένο ως την παραμικρή λεπτομέρεια.

Η ιστορία αυτή καθαυτή δείχνει απλή.Μια βαλτωμένη ερωτική και συναισθηματική κατάσταση που μπορεί να προκύψει στον καθένα στην διάρκεια της ζωής του και θα συνεχίσει να συμβαίνει κάθε μέρα σ΄όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, όσο οι άνθρωποι θα ερωτεύονται,θα χωρίζουν,θα κάνουν σχέσεις,θα χαλάνε και θα φτιάχνουν τις ζωές τους,θα ματαιώνονται,θα νικούν σε μικρές και μεγάλες μάχες,θα λυπούνται,θα χαίρονται,θα ανθίζουν ,θα γερνούν,θα γεννιούνται,θα πεθαίνουν 
Μοιάζει εντελώς κοινή μια τέτοια ιστορία;Μα είναι!Φυσικά και ευτυχώς είναι!Αλίμονο πια αν οι μικρές,κοινές ανθρώπινες ιστορίες μας δεν μπορούν να εμπνέουν και να γίνονται μεγάλη λογοτεχνία. Δεν θα' χαμε λυτρωμό.Αυτή η λογοτεχνία φτάνει σε μας και αγγίζει ως τα μύχια της την ψυχή μας ξεπερνώντας ό,τι φαίνεται εντός της κυρίαρχα απλό και κοινό,χάρη στην αισθητική, την φόρμα και την τεχνική της γραφής του Κώστα Παπαγεωργίου. 

Μη παντογνώστης αφηγητής και ταυτόχρονα κεντρικός ήρωας,πάσχον υποκείμενο της μυθοπλασίας και το πρόσωπο που με εξαίσια αμεσότητα εξιστορεί,ο αφηγητής εξομολογείται γι αυτόν και την συνομήλική του Άννα και την πολύ νεότερή τους Φιλιώ όσα έχει αποφασίσει να βγάλει από μέσα του και το κάνει σαν να είναι απέναντί μας,ξέροντας ή υποψιαζόμενος ότι αυτά τα δικά του που τον βασανίζουν και τον πονάνε είναι και δικά μας. 
Σαν σε  θεατρική σκηνή αναπαριστάται ένα κομμάτι της ζωής του/μας,απλά εκείνος βρίσκεται πάνω στο σανίδι εκτεθειμένος σε δεκάδες μάτια,εμείς παρακολουθούμε ασφαλείς από την πλατεία. Κοντά και αρκετά μακριά την ίδια στιγμή.Αυτά που θέλει να μοιραστεί και παίρνει φόρα και απόφαση και βουτάει στα βαθιά μας αφορούν ·εκείνος,η Άννα και η Φιλιώ είμαστε εμείς .

Διηγείται με πάθος και ένταση σταματώντας σε σημεία που δεν περιμέναμε,ίσως οι πολύτιμες λέξεις του τον έχουν περικυκλώσει.Τις ξεδιαλέγει μια μια αναζητώντας ποιες είναι αυτές που θα τον λυτρώσουν και συχνά κοιτάζοντας προς εμάς,χωρίς πάντα να φανερώνει ότι μας βλέπει.Εμείς εκεί,ακίνητοι,δεν ανασαίνουμε,αφουγκραζόμαστε. Συμμετέχουμε. 
Η επανάληψη και η ελλειπτικότητα μας αιφνιδιάζει και μας γλυκαίνει ταυτόχρονα καθώς θυμίζει όλο και πιο καθαρά το επαναλαμβανόμενο,το συνεχές και αβέβαιο της ζωής μας.Εκείνος διηγείται με παύσεις και κενά σαν να μονολογεί,ενώ πίσω του,μα όχι εν αγνοία του,προβάλλονται αργά αργά επαναλαμβανόμενες εικόνες που είναι θραύσματα από την αφήγηση/ζωή/ιστορία του με και για την Άννα.Αλλά και με και για την Φιλιώ.Στέκομαι από την αρχή πεισματικά στο πλευρό αυτής της γυναίκας,που ξέρει ότι δεν είναι και δεν θα γίνει η Άννα κι ό,τι η Άννα συμβολίζει.Αγαπώ αυτήν την θαρραλέα νέα γυναίκα που λέει στον γερασμένο εραστή της,ενώ ξέρει καλά πως αυτός σκέφτεται μιαν άλλη "πάμε,αλλά στο λέω από τώρα για να ξέρεις, ότι τα στήθη μου δεν έχουν μνήμη".Και "έλα, μόλις τ’ αγγίξεις θα το δεις".
Ο χαρακτήρας/ρόλος της Φιλιώς θα μας αποσπάσει δίκαια και σχεδόν θριαμβευτικά από την εύλογη προσήλωσή μας στην Άννα,όμως αυτό θα γίνει αργότερα,όταν θα έχουμε κατακτήσει/κατανοήσει το πολλαπλό βάθος της αφήγησης που ενώνει σαν ιστός ή αν προτιμάτε κουκούλι και τους τρεις τους. Θα νιώσουμε όταν θα έχουμε δει ποιοι είμαστε εμείς σ΄αυτήν την ιστορία και πώς βγαίνει στην επιφάνεια το συνεχές και αγωνιώδες της επανάληψης-γιατί κατά βάθος ξέρουμε ότι όλη μας η ζωή είναι μια αλληλουχία επαναλήψεων στον χωροχρόνο-και γίνεται τέχνη.

Μπαίνοντας μέσα ανάβοντας το φως έβγαλε η Άννα τη ζακέτα της και αμέσως ύστερα προτού καθίσει αλλά όρθια έβγαλε το κραγιόν και άρχισε έβαφε τα χείλη της, γιατί «τα αισθάνομαι πολύ χλομά σαν κάτασπρα» μου λέει βάφοντας τα χείλη της έτσι όρθια χωρίς καθρέφτη στα τυφλά μα εγώ δεν πρόσεξα ότι ήτανε χλομά κι εξάλλου δε με ενδιέφερε το χρώμα τους γιατί αισθανόμουν τέτοια ταραχή που- αλλά δεν πρόφτασα να πω από μέσα μου τι τέτοια ταραχή επειδή την άκουσα ύστερα να λέει ότι «μπορεί το έργο να ήτανε χαζό αλλά εμένα μου άρεσε όλο αυτό», «τι σου άρεσε» της λέω «αφού δε σου άρεσε το έργο ήταν χαζό», «πέρασα όμορφα», μου λέει «γιατί ήταν όμορφη η βραδιά»· και στο «ήταν όμορφη η βραδιά» τράβηξε την καρέκλα της για να καθίσει και λέω καρέκλα της γιατί σ’ αυτήν καθότανε συνήθως όλα τα πρωινά μα και τα μεσημέρια όταν ερχόταν η Άννα εκεί καθότανε. Συνέχισε ύστερα όταν κάθισε και λέει «πέρασα όμορφα κι εξάλλου είχα τόσον καιρό να βγω το είχα ανάγκη αλλά με τα παιδιά-» μου λέει· «κι εγώ» της λέω «ευχαριστήθηκα γιατί-» αλλά σταμάτησα χωρίς να συνεχίσω το γιατί, οπότε η Άννα λέει «τι γιατί, γιατί δε συνεχίζεις, τι γιατί», χαμογελώντας με τα μάτια όταν με ρώτησε «γιατί» κι εγώ της λέω ότι «να, ευχαριστήθηκα που βγήκαμε μαζί πρώτη φορά, ήταν για μένα πώς να σου το πω, ευχαριστήθηκα». «Κι εγώ το ίδιο», λέει αυτή μες στη σιωπή και όσο κράτησε η συζήτηση τα ίδια λόγια λέγαμε όλο για την πρώτη μας φορά που βγήκαμε μαζί αλλά διαφορετικά κάθε φορά, χωρίς να καταλήγουμε έτσι αμήχανα, μισόλογα όλο αλλά από νόημα κάτι έβγαινε γιατί μπορεί να μη μιλούσαμε όπως θέλαμε, πάντως αυτό που θέλαμε να πούμε το καταλάβαινε ο καθένας από μόνος του κι ας μην του το έλεγε ο άλλος καθαρά, πάντως εγώ το καταλάβαινα γι’ αυτό εξάλλου και ήμουν ταραγμένος.

Μιλώντας έτσι για τα όνειρα η Φιλιώ, πως δε θυμάται τίποτα το πρωί ξυπνώντας και όλ’ αυτά, μου πέρασε μια ιδέα απ’ το μυαλό να την εκδικηθώ, που εγώ με τα όνειρα- αλλά και η Άννα το ίδιο πίστευε στα όνειρα- και λέω λοιπόν τώρα θα δεις εσύ με τα όνειρα αλλά από μέσα μου, οπότε αφήνοντας να πέσει κάτω το χαρτί πέφτω με ορμή στο κεφαλάκι που είχε αρχίσει να κρυώνει πια τόση ώρα εκεί μπροστά μου ούτε που το άγγιξα. Πέφτω λοιπόν με ορμή στο κεφαλάκι, αρχίζοντας από τα μάτια του που τα έβγαλα μ’ ένα άγριο στρίψιμο του πιρουνιού και αφήνοντας τις κόγχες του αδειανές, νεύρα και λίπη που κρεμόντανε προεξέχοντας στις άκρες τους. Μετά τη γλώσσα σύρριζα αφαιρώ κι αφού επιδέξια πρώτα τεμαχίσω γδέρνω τον ουρανίσκο, αφήνοντας για το τέλος το μυαλό που άθικτο έβγαλα τυλιγμένο στη μεμβράνη του με στίγματα αίμα και τα καταβροχθίζω όλα όσο να πεις. Αυτή ταράχτηκε από το θέαμα όσο κράτησε, την έβλεπα κατά διαστήματα λοξά γι’ αυτό το ξέρω ότι ταράχτηκε με το θέαμα αλλά δε μίλησε να πει, έμεινε αμίλητη· δεν έφαγε όμως, τίποτα δεν άγγιξε απ’ το πιάτο της, μόνο έβλεπε τους επιδέξιους χειρισμούς μου ίσως μορφάζοντας, όπως την έβλεπα λοξά κατά διαστήματα.
Γι’ αυτό λέω ότι ταράχτηκε και τίποτα δεν άγγιξε απ’ το πιάτο της, ώσπου σε μια στιγμή «ώρα να φύγουμε» μου λέει αγέλαστη εντελώς και βάζοντας στα χείλη της κραγιόν. «Πες του να φύγουμε είναι αργά». Κοιτάζω τότε το ρολόι εγώ, «τι αργά;» της λέω, «ακόμα ούτ’ ένδεκα δεν είναι η ώρα», κρύβοντας το γέλιο μου, «άκου αργά, ούτ’ ένδεκα δεν είναι ακόμα και είμαστε στην εξοχή», της λέω, «μην το ξεχνάς, τώρα αρχίζουν οι άνθρωποι να βγαίνουν. Άκου αργά, τι σου συμβαίνει, έπαθες τίποτα;». Τώρα βιδώνει το κραγιόν και πιέζοντας τα χείλη της για να το απλώσει, βγάζει τσιγάρο, ανάβει, φυσάει τη ρουφηξιά του ανάμματος και όπως φυσάει τη ρουφηξιά του ανάμματος κατάμουτρα στο πρόσωπο μου, μου λέει «σκουπίσου, έχεις μυαλά στο στόμα σου» το είπε χαμογελαστή και σαν ειρωνικά όπως την κατάλαβα. Σκουπίστηκα, πήρα τσιγάρο το άναψα, αλλά με λιγδιασμένα χέρια όπως το κράτησα λαδώθηκε όλο και το πέταξα, γιατί ήτανε πικρό επειδή κολλούσανε τα δάχτυλά μου από τα λίπη και το πέταξα. Πετώντας το ύστερα όταν έσκυψα ελαφρά να το πατήσω εκεί στο χώμα το σβολιασμένο ακόμα από το πότισμα του απογεύματος, παίρνει το μάτι μου τσαλακωμένο το χαρτί που είχα πετάξει λίγο πριν με όλες τις λέξεις που δεν έστειλα, ότι «Άννα σε αγαπώ από πάντα όσο ποτέ» που είχα ξεχάσει, όχι τις λέξεις· το χαρτί, όταν ακούω τη Φιλιώ να λέει πεσμένα τώρα ότι «γιατί να ψυχραινόμαστε χωρίς αιτία γι’ αυτά» και «αφού στο κάτω της γραφής», ακούω να λέει, «δεν έχει νόημα θες να πεις;», την κόβω εγώ κι αυτή μου λέει «ε ναι, δεν έχει νόημα, κι αν θες τη γνώμη μου», συνέχισε η Φιλιώ, «νομίζω ότι υπερβάλλεις όλο με το παρελθόν κα με της μνήμες, μα έννοια σου», μου λέει χαμογελώντας σαν υπονοούμενα «και ξέρω εγώ τον τρόπο να σε πείσω. Ας πάμε πρώτα στο ξενοδοχείο και θα δεις», μου λέει χαμογελώντας υπονοούμενα η Φιλιώ. Εγώ μου ήρθε τότε να της πω ότι όχι, αλλά δεν έβρισκα τα λόγια που ήθελα να της το πω επειδή φοβήθηκα, όπως το είχα κιόλας φοβηθεί από την αρχή ότι χωρίς την Άννα οι λέξεις-, θέλω να πω χωρίς την Άννα οι λέξεις που μου χρειάζονται για να μιλάω κανονικά και που μου ανήκαν κάποτε μα τώρα πια έχω στερηθεί μπορεί για πάντα. Γιατί το είχα κιόλας φοβηθεί ότι εντάξει τέλος η Άννα, όμως εγώ πώς θα μπορέσω να ξαναμιλήσω, που κι αν μπορέσω πώς, τι θα μπορώ να πω αν ξαναμιλήσω, τι θα έχουν δει τα λόγια που θα ξαναπώ, από πού θα βγουν και από τι δάκρυα, τι υγρά θα είναι λερωμένα και πώς θα τα ξεπλύνω εγώ μετά για να μη φτάνουνε στα χείλη μου έτσι ακάθαρτα.
Ύστερα αφήνοντας τα χρήματα επάνω στο τραπέζι, πρόσεξα χάζευε η Φιλιώ προς τη χαράδρα που έχασκε μπροστά μας ακριβώς, και όσο χάζευε αυτή προς τη χαράδρα εκεί μπροστά μας ακριβώς είδα στα στήθη της αχνόφεγγε μια υποψία ιδρώτα σαν γυαλίζοντας στο φως του φεγγαριού, προς τη σχισμή, και τόσο μου άρεσε το γυάλισμα του στήθους της του μόλις ιδρωμένου, ιδίως προς τη σχισμή, που ήθελα να το αγγίξω αν δε μας βλέπανε. Το είδε κι αυτή κάποια στιγμή ότι κοιτάω το στήθος της και χάρηκε· αφού άστραψαν τα δόντια της χαμόγελο και «πάμε», μου είπε, «αλλά στο λέω από τώρα για να ξέρεις, ότι τα στήθη μου δεν έχουν μνήμη». Κι «έλα», μου λέει, «μόλις τ’ αγγίξεις θα το δεις».
Σκέφτομαι ότι αν ο Παπαγεωργίου διάλεγε στα 1994 -πάνω στο ζενίθ της βλακώδους ευμάρειας που εξαργυρωνόταν στα σκυλάδικα από την μια και τις ποιοτικές δηθενιές από την άλλη- μια βατή (;) φόρμα κι όχι ετούτη την αλλιώτικη κι αχόρταγα ποιητική δεν θα είχαμε αυτό το μοναδικό κείμενο που αρνούμαι να το βάλω σ΄ένα τραπέζι φιλολογικίστικης ανατομίας και να το σκαλίζω και τελικά να το χάνω ψάχνοντας βαρυγδουπιές,τι αφήγηση είναι,πού ανήκει, γιατί το ένα και πώς το άλλο.
Σκέφτομαι ότι και τώρα, τόσα χρόνια και παθήματα μετά, και οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν συνηθίζουν να σπάζουν καλούπια και εμείς,οι αναγνώστες,φοβόμαστε τα ρίσκα,είμαστε καχύποπτοι  με τα λίγα μα καλά και  διαφορετικά που επιχειρούνται στην παρούσα συγκυρία από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού λογοτέχνες,τους ελάχιστους εκείνους που κάνουν τέχνη κι όχι παραγωγή προϊόντων τέρψης.
Σκέφτομαι πότε θα ξεφύγουμε από τα συνηθισμένα και δεν θα μένουμε στο αν είναι καλό ή κακό ή δεν ξέρω τι άλλο το θέμα, βαλμένο σαν σχολική έκθεση στο χαρτί(αρχή,μέση,τέλος κι ένα τσιτάτο για επίλογο).Και επειδή η Λογοτεχνία είναι πολλά περισσότερα από ένα καλοβαλμένο θέμα,ελπίζω.
Σκέφτομαι,διαβάζω,δρω,αντιδρώ, ενεργώ και ελπίζω.



υγ 1. Ναι,το ξέρω ότι δεν σας κατατόπισα λεπτομερώς ποιο είναι το "θέμα" του μυθιστορήματος.
υγ 2. Ναι,θερμές ευχαριστίες στον Αλέξανδρο Κυπριώτη για τα δυο αποσπάσματα (και όχι μόνον αυτά) που πήρα από το μπλογκ του   http://logotexnia21.blogspot.gr/2014/01/blog-post_19.html

Σχόλια

  1. Γι' αυτό σας αγαπάω. Γιατί κουβαλάμε(;) τα ίδια μυαλά, ως προς τη λογοτεχνία τουλάχιστον, αν όχι γενικώς.
    Διάβασα το βιβλίο το 1996, ένα μικρό κομψό βιβλιαράκι με πολύ πυκνή γραφή και εντυπωσιάστηκα. Δεν υπήρχε όμως κανείς να μοιραστώ μαζί του τις σκέψεις μου. Έρχεστε εσείς 20 χρόνια μετά, να μου θυμίσετε γιατί θέλω να το ξαναδιαβάσω. Είναι στη στοίβα από τότε που είχαμε μια συζήτηση με το Φώτιο του Βιβλιοκαφέ με αφορμή την ποιητική συλλογή του Κ. Παπαγεωργίου "Παιδικό κουρείο". Γιατί είναι έξοχος ποιητής εκτός από συγγραφέας. Προσωπικά μου άρεσε και το πεζογράφημά του "Των Αγίων Πάντων".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το βιβλίο αυτό του Παπαγεωργίου το πρότεινε ο Αλέξανδρος Κυπριώτης,καλεσμένος μας στην λέσχη του Φεβρουαρίου να μιλήσουμε για την συλλογή του διηγημάτων "Μ΄ένα Καλά Ακονισμένο Μαχαίρι".Βέβαια πάντα ο σεμνός και γενναιόδωρος σε ιδέες(και άλλα πολλά που τα βρίσκει κάποιος στο http://logotexnia21.blogspot.gr)Κυπριώτης μιλάει περισσότερο για άλλους παρά για τον εαυτό του.Η πρότασή του έγινε δεκτή με πολλή χαρά.Άλλο που δεν ήθελα για να το ξαναθυμίσω με την σειρά μου.

      Εμ,αν δεν ταιράζαμε δεν θα συμπεθεριάζαμε!

      Ποίημα δεν έχει σήμερα;

      Διαγραφή
    2. Πάντα έχει ποίημα. Σημασία έχει η ...παραγγελιά.
      Το θέλετε σε σι πρασινάκι, σι κοκκινάκι ή σι μπεζάκι;
      Σε Βρεττάκο, Ελυάρ, Σαραντάρη, Μπουλώτη, Αγγελάκη-Ρουκ, Κοντό, Βαρβέρη ή Κωσταβάρα; (Αναφέρω τυχαία ονόματα για να μη μου στενοχωρηθούν οι άλλοι ποιητές.)

      Διαγραφή
    3. Μπουλώτη,ε;Της παιδικής λογοτεχνίας;Ομολογώ ότι δεν είχα ιδέα ότι γράφει ποίηση. Αλλά θα ήθελα και Κωσταβάρα(να καταχραστούμε την ευκαιρία της παραγγελιάς να το φχαριστηθούμε).

      Διαγραφή


    4. Να έρχεσαι στον ύπνο μου

      Τώρα που μας χωρίζουνε βουνά
      από λόγια αλόγιστα και θάλασσες
      να έρχεσαι συχνά στον ύπνο μου.

      Να 'ρχεσαι πιο συχνά με αερόστατο, με ξύλινο τρενάκι
      με τρεχαντήρι, υπερωκεάνιο, με τα πόδια...
      Να 'ρχεσαι πάντως!
      Εξάπαντος να 'ρχεσαι κάθε νύχτα
      με ρούχα ή χωρίς
      «σουσάμι άνοιξε!» θα λέω τρεις
      και θα σε μπάζω στ' όνειρο.
      Στο ίδιο όνειρο, πολύχρωμα μπαλόνια
      που τα πήρε ο αέρας να τα πάει μακριά
      μια πάνω και μια κάτω μεθυσμένα.

      Έλα στον ύπνο μου, σε περιμένω!
      Να καθαρίζουμε παρέα φρέσκα φασολάκια
      να τρώμε καρμπονάρα
      να σε ταΐζω μενεξέδες, κουκουνάρια
      και να σε πασπαλίζω φεγγαρόσκονη, θα δεις!
      Ανάμεσα σε ερωτιδείς κι αγγέλους να πετάς εσύ, μαζί κι εγώ.
      Κι αν θέλεις, θα γινόμαστε ακροβάτες
      ηθοποιοί σε θίασο πλανόδιο!

      Έλα! Στο ίδιο όνειρο εμείς οι δυο να παίζουμε τρίλιζα
      στα κατώφλια του καλοκαιριού
      σε πύργους από φίλντισι κι ακριβό βελούδο
      να κυνηγιόμαστε στο μυρωμένο λιβάδι
      των αισθήσεων, των παραισθήσεων
      να σε φτάνω, να σ' αγγίζω, να σε πιάνω
      να 'μαι τα χέρια εγώ κι εσύ το πιάνο
      και να σε τραμπαλίζω
      και να σου φτιάχνω κούνια σ' ανθισμένη κερασιά
      να σε κουνώ, να σε ταρακουνώ.

      Μόνο να έρχεσαι στον ύπνο μου κάθε νύχτα.
      Τ' άλλα θα στα πω στ' αυτί.
      Γιατί τα όνειρα σαν τα θαύματα είναι:
      βγαίνουν αληθινά μόνο αν τα πιστεύεις...

      Χρήστος Μπουλώτης

      (Aν δεν είναι ποίηση αυτό, τότε τι είναι;)


      ***


      ΜΟΝΟΝ Ο ΥΠΝΟΣ

      Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
      Ο ύπνος σου.
      Σε φέρνει σε άλλους δρόμους.
      Κι εσύ γλιστράς αθόρυβα.
      Με ιστορίες παράξενες κινάς και ταξιδεύεις.
      Σε ξεχασμένους θρύλους χάνεσαι.
      Και σε τοπία ερημικά ξεχνιέσαι αποστηθίζοντας
      αρχαία ερωτικά ποιήματα.
      Κλείνεις σε σχήματα θαμπά, γνωστά κι άγνωστα
      πρόσωπα.
      Στέλνεις μ’ αυτά μηνύματα αινιγματικά.
      Μόνον ο ύπνος σε παίρνει από κοντά μου.
      Ο ύπνος σου.
      Άδεια και φοβισμένη μένει η καρδιά μου.
      Τις ώρες που η άγρια μοναξιά
      αφήνει λυτά τα σκυλιά της ξοπίσω μου.
      Έρημοι οι δρόμοι που περπατήσαμε.
      Σκοτεινιάζουν τ’ αστέρια. Και τα πουλιά
      κουρνιάζουν βουβά και λυπημένα στον κήπο μου.
      Μόνον ο ύπνος σου σε παίρνει από κοντά μου.
      Κι η μόνη μου πάντα παρηγοριά
      είναι πως θα συναντηθούμε αύριο πάλι.
      Γι’ ακόμα μια φορά θα μου χαρίσεις τα μάτια σου.
      Θα μου μιλήσεις για την Αγάπη.
      Όλη τη μέρα θα είσαι δικιά μου.
      Κι η αγκαλιά μου
      θα είναι μια ζεστή φωλιά.
      Να φωλιάζεις με τα φτερωτά σου λόγια.
      Και τα κελαηδιστά τραγούδια σου.
      Ώσπου να σε πάρει πάλι ο ύπνος.
      Αυτός: ο λατρεμένος μάγος της νύχτας.
      Ο μοναδικός μου αντίζηλος.

      ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ






      Διαγραφή
    5. Κακό κορίτσι, πρώτα μου ζητάτε ποιήματα και στη συνέχεια τα αγνοείτε επιδεικτικά.
      Ούτε ένα σχόλιο. Απογοήτευσης έστω.
      Τα νεύρα μου... (Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου)

      ΥΓ. Φανταζόσασταν ότι θα 'ρθει καιρός που οι σχολιάζοντες θα προβάλλουν αξιώσεις;;;

      Διαγραφή
    6. Σπατάλησα πάλι χρόνο σε διάφορα,καλά και χαζά,και σας ξέχασα,το ομολογώ.Αλλά εδώ είμαι,από το μπλογκ δεν φεύγω,κάνω ράνω το κατιτίς μου μα εδώ είναι το σπίτι μου, εδώ νιώθω καλά.
      Όχι,καμία απογοήτευση.Ο Μπουλώτης με εξέπληξε,δεν το περίμενα.Χάρηκα μάλιστα που έφαγε άλλη μια σφαλιάρα ο μύθος της εξειδίκευσης,του "γράφω παιδικά"-τι θα πει ακριβώς κι αυτό,άλλη μεγάλη κουβέντα-άρα δεν μπορώ να γράψω ποίηση ή διήγημα ή ένα μυθιστόρημα ενηλίκων.
      Ο Κωσταβάρας επίσης μου άρεσε.Λίγο λιγότερο.Τον ήξερα από τα πολιτικά του και σ΄ αυτά τον προτιμώ,νομίζω.Εδώ είναι απλός,ερωτικός,γλυκός,ιδανικός σε ανάρτηση για το βιβλίο του Παπαγεωργίου.Δεν ξετρελάθηκα.

      Μακάρι οι σχολιαστές να προβάλλουν αξιώσεις αξιώσεων και δεν μιλάω για σας εδώ και τώρα,το γενικεύω.
      Εσάς σας έχω ξαναπεί,το..μαγαζί είναι στην διάθεσή σας,φιλοξενούμε και κείμενα άμα λάχει,όχι μόνο σχόλια. Για βιβλία που διαβάσατε,σκέψεις.Ό,τι θέλετε.

      Διαγραφή
    7. Ευχαριστώ για την εν λευκώ φιλοξενία.
      Πάντα το κριτήριό μου είναι ό,τι γράφω να συνδέεται κάπως με την ανάρτηση.
      Αλλιώς, έτσι που είμαι Σκορπιός και ...σκόρπια (κυριολεκτικά), τη βάψατε κι εσείς κι εγώ, αν με αφήσετε να αλωνίζω. Προς το παρόν, οι αντιστάσεις μου καλά κρατούν.

      Όσο για τα διαβάσματα, φαίνεται ότι την αναγνωστική μου κόπωση την έχει πληρώσει για τα καλά το βιβλίο που διαβάζω εδώ και 10 ημέρες. Πρόκειται για το "Άνθρωπος σε πτώση" του Ντε Λίλο, 313 σελ.
      Εντούτοις, εξακολουθώ να στοιβάζω βιβλία. Χτες βρήκα τα Άπαντα του Γκόρπα και τον Εξώστη του Καχτίτση σε ένα βιβλιοπωλείο που έχει κλείσει καμιά δεκαριά χρόνια. Οι τιμές ήταν σε δραχμές. Τις μετατρέψαμε σε ευρώ και μου τα έδωσε ο αγαπημένος φίλος, ποιητής και βιβλιοπώλης με έκπτωση 50%.
      Τι κάθομαι και σας λέω. Μαζέψτε με. Κάποιος (Γιάλομ) να με ακούσει κι εμένα να κάνει τη διάγνωση.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου