"Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας",Ελένη Γκίκα.


Φωτογραφίες από την συνάντηση.Εισηγήσεις της Λένας Κατσομίτη και της Γιόλας Πετρίτση για το μυθιστόρημα


Πολυχώρος Καλέντη στο Ελληνικό,20 Μαίου 2016.
Ενθύμηση μιας ξεχωριστής συνάντησης της λέσχης ανάγνωσης που είχε απ΄όλα και κυρίως φως.Για το μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα,"Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας",που ήταν η αφορμή, διάβασαν κείμενά τους η Λένα Κατσομίτη και η Γιόλα Πετρίτση.





  • Ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα,η "Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας" που διαβάστηκε από τα μέλη της λέσχης μας ανάγνωσης, που συναντιέται εκεί κάθε μήνα και το οποίο περίμενε καρτερικά να το συζητήσουμε. 
  • Μια τούρτα γενεθλίων που επρόκειτο εν μέσω ευχών και ασπασμών και κοπεί και να φαγωθεί με την συνοδεία κι άλλων κερασμάτων,μυρωδάτου καφέ,σπιτικής σαγκρίας και δροσερών χυμών.
  • Μια φίλη -γιατί η πολυγραφότατη και χαρισματική Ελένη Γκίκα είναι πια πάνω απ΄όλα αγαπημένη φίλη -που γιόρτασε μαζί μας γενέθλια και ονομαστική γιορτή,μας άνοιξε την καρδιά της και μας μίλησε για την "Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας" και όχι μόνον.Θέλω να ευχαριστήσω θερμά την Ελένη Γκίκα και για κάτι άλλο πολύ ξεχωριστό που έχει προσφέρει: βήμα έκφρασης και στους αναγνώστες σε ένα από τα καλύτερα ηλεκτρονικά περιοδικά που κυκλοφορούν,το Fractal.Μπράβο σε όσους εκ του χώρου του βιβλίου δίνουν τον λόγο και στους αναγνώστες και κάτι παραπάνω από μπράβο στην Ελένη Γκίκα και στους άξιους συνεργάτες της που το κάνουν σ΄ένα τέτοιου επιπέδου περιοδικό.Ήταν καιρός πια να μην στέκονται απλώς μπροστά σε μια βιτρίνα ,ένα ράφι,ένα ταμείο κι εκεί να ξεχνιούνται οι αναγνώστες.Ήταν καιρός...







Ζεστές,αυθόρμητες,εγκάρδιες και όμορφες στιγμές αποτυπωμένες στις ουκ ολίγες φωτογραφίες από την Παρασκευή 20 Μαΐου που συναντηθήκαμε με την Ελένη στο Ελληνικό για την "Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας",να της ευχηθούμε για τα γενέθλια και την γιορτή της και να κουβεντιάσουμε διεξοδικά μαζί της για το συγκεκριμένο βιβλίο και γενικότερα το συγγραφικό της έργο.








Ναι,τα έχουμε συνδυάσει μια χαρά,δηλαδή και το να κουβεντιάζουμε πολύ σοβαρά και διεξοδικά για τα βιβλία που επιλέγουμε και το να περνάμε ευχάριστα και καλά.







Το τερπνόν μετά του ωφελίμου στην ιδανική εκδοχή του,όταν συγγραφείς,εκδότες και αναγνώστες γινόμαστε μια παρέα φιλότεχνων ανθρώπων που χωρίς να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά της στα δύσκολα που περνάμε σαν χώρα αναζητά και βρίσκει ελπίδα στην Λογοτεχνία.







Οι εισηγήτριες Λένα Κατσομίτη και Γιόλα Πετρίτση.Τις ακούμε προσεχτικά.






Ποια απ’ τις δυο μας επινόησε την άλλη
Εισηγείται η Γιόλα Πετρίτση
«Η Γυναίκα της βορινής κουζίνας»,είναι ένα μυθιστόρημα άκρως ποιητικό,τρυφερό,πολύ ψυχολογικό,γεμάτο πυκνά νοήματα, ποιήματα και αναφορές σε σπουδαίους συγγραφείς.
Η συγγραφέας στο μυθιστόρημά της αυτό αναφέρεται σε δυο ηρωίδες την Αρσινόη και τη Ράνια. Μας διηγείται τη ζωή της καθεμιάς, πού γεννήθηκαν και πώς μεγάλωσαν, ποιοι ήσαν οι γονείς τους, πώς τους έλεγαν, τι δουλειά έκαναν, πώς πέθαναν, με αποκορύφωμα την εξέλιξη της ζωής αυτών των γυναικών.
Για μεν την Αρσινόη μας γράφει ότι ένιωθε σαν καταραμένη, γιατί δεν μπορούσε να στεριώσει ούτε άντρα, ούτε παιδιά.Είχε γνωρίσει και ερωτευτεί διάφορους άντρες,όπου όλοι μετά από λίγο εξαφανίζονταν, είτε γιατί δεν άρεσαν στους γονείς της, είτε από άλλη αιτία.Κάποια στιγμή έμεινε έγκυος και επρόκειτο να κάνει ένα κοριτσάκι, που θα το ονόμαζε Γερτρούδη, όμως ποτέ δε γεννήθηκε και πάντα το έβλεπε στον ύπνο της κι ένιωθε ενοχές. Τελευταία στο Κάιρο είχε γνωρίσει  το Φώτη, που όμως και μ’ αυτόν δεν μπορούσε να στεριώσει μια και ήταν παντρεμένος.
Όσον αφορά στη Ράνια, αυτή παντρεύτηκε τον Φώτη κι έκανε τρία παιδιά τη Βεατρίκη, την Οφηλία  και τον Ορφέα, τον οποίο τον γέννησε και τον μεγάλωσε με δυσκολίες, μαντλέν και πόνο ψυχής. Παρόλα αυτά ο Ορφέας βαρέθηκε τις μαντλέν κι έφυγε από το σπίτι κι ούτε έδινε πια σημεία ζωής, ώσπου σε μια διαδήλωση τραυματίστηκε και τον περιέθαλψε η Αρσινόη χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν κι ας της θύμιζαν κάποια χαρακτηριστικά του, τον Φώτη. Μάταια η μάνα του τον αναζητούσε εκείνη την ημέρα με τις μαντλέν στο χέρι, στους γεμάτους δακρυγόνα δρόμους της Αθήνας και ανθρώπους, που έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν.
Βλέπουμε τη Ράνια μεσάνυχτα να δραπετεύει απ’ το κρεβάτι της και να βρίσκει καταφύγιο στη βορινή κουζίνα της, για να ανακατέψει ζάχαρη, αλεύρι, ν’ αλείψει με βούτυρο τα ταψάκια της και να πλάσει μοσχομυριστές μαντλέν, αναπολώντας το χαμένο της χρόνο και τα λάθη της. Τη βλέπουμε επίσης όταν δεν είναι στην κουζίνα της, να διαβάζει Πρεβέρ και όχι μόνο στο γραφείο της για να ξεχνά, ως επίσης ν’ ασχολείται με την  αλληλογραφία της, γιατί πάντα ήθελε να γράφει κάποιο γράμμα και μάλιστα να υπογράφει με ψευδώνυμο προτιμώντας το Ουλρίκα. Η καθημερινή της διαδρομή, απ’ την κουζίνα στο γραφείο την κάνει ένα σώμα κομμένο στα δύο,άλλοτε να μυρίζει μελάνι κι άλλοτε ζυμαράκι αρωματικό. Τώρα πια είναι μόνη. Τα παιδιά της έφυγαν από το σπίτι και ο άντρας της άλλοτε έρχεται και άλλοτε φεύγει χωρίς να της εξηγεί πολλά πράγματα, μόνο ότι έχει δουλειά και είναι απαραίτητο να φύγει. Από ένστικτο και μόνο καταλαβαίνει ότι υπάρχει άλλη στη ζωή του, αλλά επιπλέον όταν έρχεται στο σπίτι, η Ράνια μυρίζει το άρωμα εκείνης επάνω του.Σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά η αστυνομία τη γυρεύει για να της ανακοινώσει πως βρέθηκε ο άντρας της νεκρός σ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και πρέπει να την πάνε στο νεκροτομείο για αναγνώριση,αλλά συγχρόνως της ανακοινώνουν ότι ο μικρός της ο Ορφέας έχει μπλεχτεί και τον κατηγορούν για τρομοκρατικές ενέργειες και πρέπει να τον συλλάβουν.
Βλέπουμε όμως και την Αρσινόη να αποτραβιέται στο ανατολικό της γραφείο να μεταφράζει Πρεβέρ, καθώς και άλλους ξένους συγγραφείς στη γλώσσα της και να διαβάζει διάφορα λογοτεχνικά βιβλία, αλλά και να γράφει τη δική της ιστορία για να μην ξεχνά. Μαθαίνει το θάνατο του Φώτη και ταράζεται. Πηγαίνει στο νεκροταφείο και περιποιείται τον τάφο. Η Ράνια την παρατηρεί και δε μιλά, ούτε τη ρωτά ποια είναι, απλά καταλαβαίνει. Με το που μαθαίνει όμως ότι είναι αυτή που έσωσε το γιο της από τον τραυματισμό των επεισοδίων, αυτό το γεγονός μέτρησε θετικά γι’ αυτήν, ήρθε πολύ κοντά της και σχεδόν έγιναν φίλες. Η Αρσινόη ανέλαβε να μάθει διάφορα πράγματα που ήξερε στα παιδιά της Ράνιας και να καθοδηγήσει επαγγελματικά τον Ορφέα και η Ράνια της έμαθε να φτιάχνει ωραίες μαντλέν κι έτσι η ζωή  και των δυο γυναικών άλλαξε με τη γνωριμία αυτή. Για μεν τη Ράνια η ζωή της άλλαξε από τη στιγμή που ο γιος της βελτιώθηκε επαγγελματικά και ιδεολογικά και για την  Αρσινόη άλλαξε η ζωή της όταν πλημμύρισε  η κουζίνα της με μαντλέν που τις έμαθε η Ράνια, που δεν ήξερε ούτε αυγό να βράσει. Τώρα και οι δυο αδερφωμένες επισκέπτονται το σαλεμένο πατέρα της Ράνιας, τον κρατούν σα μικρό παιδί από το χέρι, τρώνε μπισκότα βουτύρου κι εκείνος τις αγκαλιάζει κι αποκαλεί «κόρη μου» πότε τη μία και πότε την άλλη.
«Η γυναίκα της βορινής κουζίνας», είναι ένα μυθιστόρημα που παλεύει ανάμεσα σ’ εκείνη και την άλλη, τον εαυτό και το ψεύδος, γιατί οι ηρωίδες ακροβατούν ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή, όπου η μία  γράφει για να ξεχάσει και η άλλη μαγειρεύει για να υπάρξει. Είναι δυο υπάρξεις τόσο αλλιώτικες και ταυτόχρονα τόσο πολύ όμοιες. Βυθισμένες η καθεμιά τους σε μία εκ διαμέτρου διαφορετική και αλλιώτικη ζωή.
Όμως όπως γράφει  και η συγγραφέας στη σελίδα 191: « Η Αρσινόη και η Ράνια δεν επιλέγουν στην παρούσα στιγμή. Επέλεξαν χθες. Σήμερα απλώς υπακούουν. Σε μια δική τους βαθύτερη και ανερμήνευτη εσωτερική επιλέγουσα δύναμη, σχεδόν θεϊκή. Κι όμως αγωνιούν, αγνοώντας πως ακόμα και τα πιο τρομαγμένα μας βήματα δεν είναι τίποτε άλλο από μια αδιάλειπτη συμπαντική προσευχή.» Και στη σελίδα 415 , γράφει: «Και στο φινάλε, εκ των υστέρων όλα έγιναν όπως ορίζουν του ονείρου και των πραγμάτων οι μυστικοί κανονισμοί. Κι έτσι πια, το ποια απ’ τις δυο μας, ή τις δυο τους, επινόησε την άλλη γίνεται άνευ σημασίας, τελικά».


"Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας", της Ελένης Γκίκαεισηγείται η Λένα Κατσομίτη
Διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Γκίκα, «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας»,Καλέντης 2011, αισθάνθηκα σαν να βρισκόμουν σε μάθημα φαρμακευτικής χημείας.Το βιβλίο είναι ένα ρακεμικό μίγμα της ίδιας της ηρωίδας.
Ρακεμικό μίγμα είναι εκείνο που περιέχει σε μεταβαλλόμενη συγκέντρωση τα εναντιομερή της ίδιας χημικής ουσίας. Εναντιομερή  ονομάζονται τα στερεοϊσομερή(οι διαφορετικές μορφές της ίδιας ουσίας, οι οποίες έχουν διαφορετικές ιδιότητες,ανάλογα με την διάταξή τους στον χώρο) που διατασσόμενα στο χώρο έχουν τη μορφή του αριστερού και δεξιού χεριού,δηλαδή που δεν ταυτίζονται αλλά το καθένα είναι το κατοπτρικό είδωλο του άλλου.
Οι δύο ηρωίδες, η Ράνια και η Αρσινόη, είναι η μία κατοπτρικό είδωλο της άλλης και οι δύο μαζί αποτελούν ένα.Η μία αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που συντρίβεται μέσα από την ανταπόκριση της κοινωνικής απαίτησης για οικογένεια και η άλλη μέσα από την άρνηση της ίδιας απαίτησης. Κοινά σημεία ο ίδιος άνδρας (ο Φώτης ) και το ίδιο παιδί (ο Ορφέας), όταν η μία τους χάνει η άλλη τους βρίσκει.Κοινά τους σημεία η λογοτεχνία και τα βιβλία: η μία μεταφράζει για να αποδώσει το νόημα και η άλλη διαβάζει για να δώσει νόημα στη ζωή της. Η μία φροντίζει γράφοντας,και η άλλη μαγειρεύοντας. 
Και οι δύο,αποπροσανατολισμένες από την ταυτότητά τους,διατρέχουν την καθημερινότητά τους μεταξύ βορινής κουζίνας,ανατολικού γραφείου και δυτικού καθρέφτη.Η Ράνια ταυτίζει την ύπαρξή της με τη χειμωνιάτικη βορινή κουζίνα και η Αρσινόη στο ανατολικό γραφείο της σοφίας,ενώ και οι δύο προσπαθούν να μη θυσιάσουν στο δυτικό καθρέφτη τη θηλυκή τους πλευρά.
Η Ρανια είναι η μητέρα ενός «τρομοκράτη»,η Αρσινόη η επιθυμητή μητέρα του «τρομοκράτη». Η Ράνια είναι η σύζυγος του Φώτη, η Αρσινόη η ερωμένη του Φώτη. Προς ποια γέρνει ευνοϊκά η ζυγαριά; Προς καμία,θα πω, αφού η μοναξιά και η αποξένωση κυριαρχούν είτε για τη Ράνια που βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο της συζυγικής-οικογενειακής «θαλπωρής», είτε για την Αρσινόη που πορεύεται μόνη. 
Κρυφές και ανομολόγητες επιθυμίες, προσποίηση ζωής μέσα από τις λογοτεχνικές ιστορίες, συνεχής ονειροπόληση και φανταστικοί εαυτοί.Μέσα από αυτό το πλαίσιο προσεγγίζονται θέματα, όπως η γυναικεία γραφή καθώς οι ηρωίδες αναφέρονται σε έναν μεγάλο κατάλογο συγγραφέων γυναικών ή που έγραψαν για γυναίκες. 
Τελικά πόσο δύσκολο είναι για μία γυναίκα και με άλλους ρόλους – μητέρας και συζύγου– να μπορέσει να έχει το δικό της δωμάτιο κατά Woolf και πώς αυτό καταλήγει να είναι η κουζίνα στις περισσότερες περιπτώσεις; 
Ένα άλλο θέμα που ιντριγκάρει τη συγγραφέα –και συνεκδοχικά και εμάς-είναι η αιτιολογική βάση της εξέγερσης των παιδιών αστικών οικογενειών στην Αθήνα,πριν περίπου οκτώ χρόνια με αφορμή το θάνατο του  Αλέξη Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στα Εξάρχεια. Η συγγραφέας σκιαγραφώντας μία μέση κατάσταση του οικογενειακού σκηνικού αυτών των παιδιών μάλλον καταλήγει ότι αυτά τα παιδιά,της υπερφροντίδας,αισθάνονται ότι δεν έχουν προορισμό και μέλλον. Αισθάνονται ευνουχισμένα και χαμένα μπροστά στην καπιταλιστική ευμάρεια που ευαγγελίζονται οι γονείς τους την ίδια στιγμή που διατρανώνουν αριστερίζουσες πεποιθήσεις.
Η γραφή της Ελένης Γκίκα είναι πυκνή,ευφυής,ποιητική και στοργική με πολλές παραπομπές σε άλλα λογοτεχνικά βιβλία είτε ως αυτούσιες παραπομπές είτε ως συνέχεια της ιστορίας με προεξάρχουσα θέση αυτή του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου του Ντάρελ και η  μορφή της αφήγησης δεν είναι γραμμική, βασίζεται σε πολλές παρελθοντικές αναδρομές που προκύπτουν συνειρμικά με το κάθε γεγονός.  
Επανερχόμενη στο ρακεμικό μίγμα,πρέπει να σταθώ στο ότι πολλές φορές τα δύο μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές ιδιότητες και αν μιλάμε για φαρμακευτικές ουσίες τότε μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, ενίοτε τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που το ένα από τα δύο εναντιομερή να αποδεικνύεται μοιραίο,(η περίπτωση της θαλιδομίδης που ευθύνεται για πολλές τερατογενέσεις στο πρόσφατο παρελθόν). 
Έτσι και εδώ, μετά το γεγονός  της αντιμετώπισης από τις δύο ηρωίδες του θανάτου του Φώτη, με τον Ορφέα εν είδει Οιδίποδα - αφού συμβαίνει όχι σε γνώση του Ορφέα,οι δύο ηρωίδες αλλάζουν- μετασχηματίζονται στο εναντιομερές που μπορεί να θεραπεύσει και όχι να σκοτώσει.

Σχόλια