"Το Κιβώτιο",Άρης Αλεξάνδρου.Β΄μέρος.Αποσπάσματα



Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ' όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα. Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να καταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεων μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρόκειται για παρεξήγηση.
Απ’ τη στιγμή που με προφυλακίσατε τόσο αναπάντεχα, στα καλά καθούμενα, επιτρέψτε μου να πω, όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι θα έπαιρνα το τρίτο μου παράσημο, απ' τη στιγμή που βρέθηκα σε τούτο το κελί, η μόνη μου ελπίδα ήταν πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξηγηθώ, ή έστω να απολογηθώ, αν φυσικά βρισκότανε κανείς να μου απαγγείλει μια συγκεκριμένη κατηγορία.
Κάθε φορά που με πιάνανε (και θα ξέρετε βέβαια ότι έχω συλληφθεί δυο φορές, μια στην Κατοχή, οπότε και δραπέτευσα, και μια το ‘47, οπότε πήγα εξορία στην Ικαριά) το πρώτο πράμα πού σκεφτόμουνα, ήταν, τι θα απαντήσω στους χαφιέδες και προσπαθούσα να φανταστώ όλες τις τυχόν ερωτήσεις τους και είχα έτοιμες τις απαντήσεις, πριν φτάσουμε στο Τμήμα ή στην Ασφάλεια. Τώρα όμως, το πρόβλημα μου δεν είναι τι θα απαντήσω στις τυχόν ερωτήσεις (γιατί έχω καθαρή τη συνείδηση μου και καμιά ανάκριση δε με φοβίζει, με την έννοια ότι μπορώ να απαντάω χωρίς να κρύβω τίποτα) το πρόβλημα μου είναι, ή μάλλον ήταν ως τα σήμερα, όσο δεν είχα ακόμα τη γραφική μου όλη – ήταν λοιπόν, πώς θα μπορέσω να μιλήσω, ν’ ακουστώ, να εισακουστώ.
Έτσι, όταν είδα σήμερα το χαρτί, το μελάνι και την πένα, αφημένα όλα αυτά δίπλα στη βούτα, ένιωσα ένα βάρος να πέφτει από πάνω μου, παρ’ όλο που έχω να αντιμετωπίσω τώρα ένα άλλο, αρκετά δύσκολο, αν και καθαρώς τεχνικής φύσεως πρόβλημα. Εξηγούμαι: Σκέφτηκα αν έπρεπε, να συνεχίσω, από κει που σταματήσαμε, κατά τη σύντομη προανάκριση, αν έπρεπε δηλαδή να αρχίσω κατά κάποιο τρόπο απ' το τέλος, ή να αρχίσω, μια και καλή, απ’ την αρχή, ν’ αρχίσω θέλω να πω να διηγιέμαι τα γεγονότα όπως τα ξέρω και τα θυμάμαι (γιατί όταν με ρωτήσατε, «Πώς» και «Πότε» και «Ποιος» στην προανάκριση, εγώ απάντησα «Δεν ξέρω» και σεις μου είπατε, «Δεν ξέρεις, ή δεν θυμάσαι;»). Συνεπώς, αυτό που κυρίως σας ενδιαφέρει, θυμηθώ, και λοιπόν, όταν είδα το χαρτί (έστω και με κάποια οδυνηρή για μένα καθυστέρηση μιας ολόκληρης βδομάδας) χάρηκα που αποφασίσατε επιτέλους να μου ζητήσετε μια γραπτή κατάθεση.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 9-10

**********

 […]
Όταν έμεινα ολομόναχος μέσα εκεί και τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο, κοίταξα προσεχτικότερα γύρω μου. Το τραπέζι ήταν στενόμακρο και τα κεριά δεν τα ‘χανε στεριώσει σε σεμντάνια, όπως μου φάνηκε στην αρχή, μα σε μπεκ γκαζιού – άρα το τραπέζι θα το είχαν κουβαλήσει απ' την αίθουσα της χημείας.
Εξακολουθούσα να στέκω σε στάση προσοχής και να κοιτάζω γύρω μου, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι, ώσπου ξεθαρρεύτηκα, στάθηκα ανάπαυση, με βάραινε κι ο γυλιός στην πλάτη και το τουφέκι που είχα κρεμασμένο στον ώμο κι ύστερα έσκυψα μπροστά να δω καλύτερα την πόρτα στον χοντρό τοίχο, γιατί μου πέρασε η σκέψη πως ο αντισυνταγματάρχης περιορίστηκε να την ανοιγοκλείσει για να νομίσω πως με άφησε μόνο, ενώ στην πραγματικότητα είχε κρυφτεί στο σκοτάδι της κόχης και με παρακολουθούσε.
Θα μπορούσα βέβαια να ισχυριστώ πως όλες αυτές οι σκέψεις ήταν αποτέλεσμα της κούρασης, της νύστας και του εκνευρισμού μου και θα γινόμουν πιστευτός μια κι ερχόμουνα από πορεία. Και ήταν φυσικό να εκνευριστώ γιατί δεν κοίταξα το ρολόι μου, είχα όμως την εντύπωση πως ο διοικητεύων αργεί πολύ. Αργεί υπερβολικά.
Μα εγώ σας υποσχέθηκα να πω όλη την αλήθεια και λοιπόν το ομολογώ πως δεν ήταν μόνο η κούραση κι ο εκνευρισμός, συνέβαινε και κάτι άλλο πολύ σημαντικότερο. Ακόμα κι αν μου έλεγε ο διοικητεύων να καθίσω (υπήρχε μία καρέκλα μπροστά στο τραπέζι του χημείου) ακόμα κι αν μπορούσα να καπνίσω, πάλι θα με απασχολούσε ή μάλλον θα με βασάνιζε ένα ζήτημα σοβαρότατο, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου ίσως — όχι της δικής μου ζωής φυσικά κι ούτε του δικού μου θανάτου, μα της ζωής του Κόμματος. Εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχή σας επ' αυτού του σημείου και σας παρακαλώ να εξακριβώσετε την αλήθεια των λεγομένων μου (γιατί ευτυχώς, τα όσα θα αναφέρω μπορούν να εξακριβωθούν, ζει ακόμα ο ταξίαρχος Οδυσσέας κι επικαλούμαι τη μαρτυρία του) για να πειστείτε δηλαδή ότι μου έδωσε πράγματι τον μικρό, σφραγισμένο φάκελο.
Τότε που ο ταξίαρχος Οδυσσέας μού έδωσε το «επισκεπτήριο» μου, σκέφτηκα πως πρόκειται για μυστική διαταγή, που έπρεπε να φτάσει στα χέρια κάποιου, κατάλληλα ειδοποιημένου. Φυσικά, δεν απέκλεισα την περίπτωση να μου ζητήσουν το «επισκεπτήριο» και πριν φτάσω στην πόλη Ν, το λογικότερο όμως ήταν να υποθέσω ότι η διαταγή απευθύνεται στον διοικητή της Ν συνταγματάρχη Νικόδημο, στον οποίον και έπρεπε να παρουσιαστώ. Τώρα που έλειπε ο διοικητής, έπρεπε βέβαια να μου το ζητήσει ο διοικητεύων. Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι ο διοικητής θα έφευγε, χωρίς να αφήσει σχετική διαταγή στον διοικητευοντα. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Βελισάριος όχι μόνο δεν μου ζήτησε το «επισκεπτήριο», αλλά πήρε και το φύλλο πορείας μου και εξαφανίστηκε – μπήκε σε κάποια πλαϊνή αποθήκη, ή με παραμονεύει από τη σκοτεινή κόχη. Δε μου αρέσει να κάνω τον έξυπνο, αλλά νομίζω ότι δεν χρειαζότανε μεγάλη νοημοσύνη για να υποπτευτεί κανείς πως ο μικρός εκείνος φάκελος δεν περιείχε στρατιωτικές διαταγές, αλλά ένα μήνυμα κομματικό, ή μάλλον, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αντιφραξιονιστικό. Εν πάση περιπτώσει, μια και κανείς δε μου είχε ζητήσει το «επισκεπτήριο» πριν φτάσω στην πόλη Ν (παρ’ όλο που δε λείψανε οι ευκαιρίες, γιατί πέρασα από φυλάκια και κατά τόπους φρουραρχεία) ήμουν απολύτως σίγουρος πως θα μου το ζητάγανε στην έδρα της Στρατιωτικής Διοίκησης της Ν και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα (τότε θέλω να πω που στεκόμουνα σε στάση ημιαναπαύσεως μπροστά στα δυο κεριά) ένιωθα σαν να 'χα κάνει άδικα όλον εκείνον τον δρόμο, ή πως δεν έφτασα ακόμα στο τέρμα, σαν να μην έφτασα ακόμα στην πόλη Ν, παρ’ όλο που βρισκόμουνα κιόλας στο γραφείο του στρατιωτικού διοικητή της ή, για την ακρίβεια, του αντικαταστάτη του. Εξ ου και ο εκνευρισμός μου και η καχυποψία μου.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 14-16

**********

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, θεωρώ περιττό να σας κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται άλλωστε να σας περιγράψω τη ζημιά που έπαθε το ρολόι, μια και το είχα πάρει απόφαση να μην το διορθώσω. Σημασία έχει ότι ανέβηκα στο καμπαναριό απ' τη στριφογυριστή σκάλα, εξέτασα τον μηχανισμό και διεπίστωσα πως η βλάβη ήταν ασήμαντη. Με το σφυρί που είχα πάρει μαζί μου, χάλασα το ρολόι για καλά. Ήταν αδύνατο πια να διορθωθεί, έτσι που να δουλεύει μόνο τον. Ήταν όμως δυνατόν να μετακινεί κανείς τους δείχτες από μέσα. Τους μετακίνησα λοιπόν και από τις έντεκα παρά είκοσι που ήτανε σταματημένο, το 'βαλα να δείχνει τη σωστή ώρα (σύμφωνα με το ρολόι του χεριού μου), δηλαδή εννέα παρά δέκα. Παρακολουθώντας το ρολόι μου, συνέχισα να μετακινώ τον λεπτοδείχτη, έτσι που το ρολόι της εκκλησιάς έδειχνε συνεχώς τη σωστή ώρα, μέχρι που έφτασα στις εννέα ακριβώς. Τότε ο μηχανισμός λειτούργησε κανονικά και το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Συνέχισα την μετακίνηση γι’ άλλα δεκαεννέα λεπτά και επέστρεφα στο πρώην Γυμνάσιο.
Όταν παρουσιάστηκα στον διοικητεύοντα, με συνεχάρη χαρούμενος – προφανώς τον είχαν πληροφορήσει πως το ρολόι δουλεύει, μπορεί μάλιστα να άκουσε και ο ίδιος τους
χτύπους. Του εξήγησα τι είχε συμβεί. Του τόνισα ότι η βλάβη ήταν ανεπανόρθωτη και ο μόνος τρόπος να εφαρμοστεί η απόφαση του ακτίφ, ήταν να γυρίζουμε τους δείχτες από μέσα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω πως οι εύκολες, οι πρόχειρες λύσεις, δεν είναι λύσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να παρασύρω τον διοικητεύοντα σε μια πρόχειρη λύση.
– Μια και δούλεψε το ρολόι, δεν πρέπει να σταματήσει, είπε ο διοικητεύων σαν να μονολογούσε.
Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην .Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξι ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμισι στις δέκα παρά είκοσι έξι, λόγου χάρη, και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. Έτσι, το ρολόι «λειτούργησε» κανονικά, μέχρι την ημέρα που ο Νικόλαος Εσκιτζόπουλος – αλλά ας μην προτρέχω. Το παν είναι να αφηγηθώ τα γεγονότα με την σειρά τους.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 32-33

**********

[…]Άρχισε με μια σύντομη ανάλυση της διεθνούς καταστάσεως (που επέτρεπε τις πλέον αισιόδοξες προοπτικές),μίλησε για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις (που πήγαιναν, γενικώς, πολύ καλά και θα πηγαίνανε πολύ καλύτερα μετά τη σίγουρη επιτυχία της αποστολής μας) και τελικά, πέρασε στην ενδοκομματική κατάσταση,που ήτανε όντως άριστη,γιατί είχε ξεσκεπαστεί ο ρεβιζιονιστικός,ή μάλλον, για να μην παίζουμε με τις λέξεις, ο προδοτικός ρόλος που έπαιζε μέχρι χτες τη νύχτα η πρώην ηγεσία και τώρα πια το Κόμμα μας, με ξεκαθαρισμένες τις γραμμές του, θα προχωρούσε απερίσπαστο στον επαναστατικό του δρόμο.Ο Ταγματάρχης τόνισε ιδιαίτερα (αν και το ξέραμε βεβαίως όλοι μας, αλλά δεν πειράζει, ποτέ δεν βλάπτει μια μικρή υπόμνηση) ότι οι εκκαθαρίσεις όχι μόνο δεν εξασθενούν ποτέ το Κόμμα μας, μα απεναντίας το δυναμώνουν και όσον αφορά ειδικώς την ομάδα μας,ήταν ευτύχημα που ο παραμερισμός της ρεβιζιονιστικής ηγεσίας έγινε χτες τη νύχτα, πριν προλάβουμε να ξεκινήσουμε,γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο διαπιστώθηκε ότι υπήρχανε φαρμακερά φίδια ανάμεσα μας,ο Αρίσταρχος,ο Βλάσης ο Κώστας,ο άλλος Κώστας και ο Νικήτας (πρόσεξα πως απαρίθμησε τα ονόματά τους κατ’ αλφαβητική σειρά και όχι κατά σειρά βαθμού και σκέφτηκα ότι θα τους είχαν καθαιρέσει,αλλά όχι, δεν ήτανε αυτό,απλούστατα ο Ταγματάρχης μάς το ’χε κιόλας ξαναπεί να ξεχάσουμε τους παλιούς βαθμούς μας) και λοιπόν, αυτά τα πέντε φαρμακερά φίδια είχαν περάσει από έκτακτο στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε θάνατο.

― Εκτελέστηκαν; ρώτησε ο Έκτορας.
― Όχι ακόμα, απάντησε ο Ταγματάρχης.
― Τότε να τους εκτελέσουμε εμείς, είπε ο Έκτορας. Μια και ανήκανε στην ομάδα μας και είμαστε ανεξάρτητη ομάδα, πρέπει νομίζω να τους εκτελέσουμε εμείς.
― Βάζω την πρόταση του σύντροφου Έκτορα σε ψηφοφορία, είπε ο Ταγματάρχης.

Σας βεβαιώ, σύντροφε ανακριτά, τη στιγμή εκείνη ένιωσα πολύ άσχημα. Και πρώτα απ’ όλα, η ηγεσία που ο Ταγματάρχης ονόμασε ρεβιζιονιστική, δηλαδή προδοτική, ήτανε βέβαια λενινιστική. Δεύτερον, είχα κάνει παρέα με τον λοχαγό Νικήτα (άπαξ παρασημοφορηθέντα και γι’ αυτό μου φερνότανε με κάποιο σεβασμό μπορώ να πω, μια και ήμουνα δις) είχα κουβεντιάσει μαζί του και τον συμπάθησα. Μα τι μπορούσα να κάνω εκείνη την ώρα, κάτω από εκείνες τις συνθήκες; Αν καταψήφιζα την πρόταση του Έκτορα (δηλαδή, ουσιαστικά, του εισηγητή) θα έπρεπε να μην εγκρίνω την απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου της Ν και συνεπώς να μην εγκρίνω τη διαταγή συστάσεως του και συνεπώς καταλαβαίνετε βέβαια πού θα ’πρεπε να φτάσω, αρνούμενος έναν έναν τους κρίκους της αλυσίδας. Σήκωσα λοιπόν κι εγώ το χέρι μου σαν όλους τους άλλους, βιάστηκα μόνο να προτείνω να κληρωθεί το εκτελεστικό απόσπασμα και ο Ταγματάρχης βρήκε σωστή την πρότασή μου, πρόσθεσε μάλιστα ότι θα έμπαινε κι αυτός στην κλήρωση – απολύτως ίσος κι όμοιός μας σε τούτη την περίπτωση. Φυσικά κανείς δεν είχε αντίρρηση.

Την κλήρωση την σκέφτηκα γιατί είχα το σχέδιό μου, είχα σκεφτεί ένα τρόπο να μη μου πέσει ο κλήρος, ή μάλλον να μειωθούν οι πιθανότητες να κληρωθώ, ώστε να αποφύγω τουλάχιστον να τους εκτελέσω με τα χέρια μου.

Το σχέδιό μου, δεν ήταν δυστυχώς εκατό τοις εκατό σίγουρο, μείωνε ωστόσο τις πιθανότητες να κληρωθώ. Και ιδού πώς: Είχα προσέξει, ότι έτσι που καθόμασταν ημικυκλικά απέναντι από τον Ταγματάρχη, ήμουν ο πέμπτος στη σειρά, από δεξιά. Αν αριθμούσαμε λοιπόν αρχίζοντας από τον Ταγματάρχη, θα είχα τον αριθμό έξι. Πρότεινα να μη γράψουμε στους κλήρους τα ονόματά μας (ή μάλλον τα επαναστατικά μας ψευδώνυμα) γιατί υπήρχαν ανάμεσα μας τέσσερις σύντροφοι, που είχανε ανά δύο το ίδιο όνομα (είχαμε δύο Ανδροκλήδες όπως ανέφερα παραπάνω και είχαμε επιπλέον δύο Σπάρτακους – τους δύο Κωστήδες δεν τους λογαριάζω, μια και δεν θα παίρνανε βέβαια μέρος στην κλήρωση) και συνεπώς, τα ονόματα θα δημιουργούσαν σύγχυση. Καλύτερα να έχουμε καθένας μας ένα νούμερο κι αυτό να γράψουμε στον κλήρο μας και για να έχουμε ένα νούμερο, να αριθμήσουμε από τα δεξιά, αρχίζοντας από τον Ταγματάρχη. Ο Ταγματάρχης βρήκε σωστή κι αυτή την πρότασή μου, νομίζω μάλιστα πως του άρεσε πολύ αυτή η λύση, γιατί έτσι θα είχε το νούμερο ένα.
Για να μην τα πολυλογώ, έγινα πράγματι το νούμερο έξι, που ως γνωστόν, μπορεί να διαβαστεί και εννέα. Βέβαια, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, βάζει κανείς μια παύλα από κάτω. Μα εγώ δε θα ’βαζα. Αν λοιπόν αυτός που τραβούσε τους κλήρους (και πρότεινα να είναι ένας ουδέτερος, ούτως ειπείν, ένας απ’ τους φρουρούς που φυλάγανε έξω απ’ το γκαράζ) αν τραβούσε λοιπόν ο φρουρός τον δικό μου κλήρο, μπορούσε να τον ξεδιπλώσει και να τον κρατήσει «σωστά», μπορούσε όμως να τον κρατήσει και «ανάποδα», υπήρχαν με άλλα λόγια πενήντα πιθανότητες στις εκατό, να τον διαβάσει εννέα. Μόνο αν έβγαινε μετά απ’ τον δικό μου κλήρο (δηλαδή μετά το τάχα εννέα) το πραγματικό εννέα,μόνο τότε θα γινόταν φανερό ότι ο δικός μας κλήρος (δηλαδή το προηγούμενο «εννέα») ήταν στην πραγματικότητα το έξι. Φυσικά, αυτός που είχε το εννέα,μπορεί να μη σημείωνε την παύλα από κάτω,είτε γιατί θα σκεφτόταν αυτό που σκέφτηκα εγώ, είτε επειδή θα το ξέχναγε. Και συνεπώς, αν έβγαινε πρώτος ο δικός του κλήρος, ο φρουρός θα μπορούσε να τον διαβάσει έξι και συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, οι κλήροι που μπορούσανε να διαβαστούνε έξι, διπλασίαζαν αντί να μειώνουν κατά πενήντα τοις εκατό τις πιθανότητες να κληρωθώ.Το σχέδιο μου,βασιζότανε στην προϋπόθεση ότι ο εννέα θα έγραφε σωστά το νούμερό του.
Θεωρητικά, οι πιθανότητες να βάλει ή να μη βάλει την παύλα από κάτω, ήτανε πενήντα υπέρ, πενήντα κατά. Όμως, κάτω απ’ τις δοσμένες συνθήκες, μπορούσα να είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο εννέα θα έγραφε σωστά το νούμερό του, δεδομένου ότι η παράλειψη της παύλας ισοδυναμούσε με απάτη. Έπρεπε λοιπόν ο εννέα να αποφασίσει την απάτη και έπρεπε κυρίως να την σκεφτεί, κάνοντας όλους τους παραπάνω συλλογισμούς. Έπρεπε να μη θέλει να κληρωθεί, αλλά κατά σύμπτωση, εννέα ήτανε ο επιλοχίας Έκτορας, που είχε προτείνει να εκτελέσουμε εμείς τους πέντε και συνεπώς, ήτανε μάλλον απίθανο να μη θέλει να κληρωθεί και έμενε μονάχα η περίπτωση να ξεχάσει να βάλει την παύλα. Άρα, μπορούσα να είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το πραγματικό εννέα δε θα διαβαζότανε έξι. Συνεπώς, αν έβγαινε πρώτο το έξι μου θα διαβαζότανε έξι, θα ’τανε σα να είχα τον οιοδήποτε άλλο αριθμό.Αν όμως (με πιθανότητες πενήντα στις εκατό) διαβαζότανε εννέα, θα έπρεπε να βγει κατόπιν και το πραγματικό εννέα, για να αποκαλυφθεί η απάτη μου. (Δηλαδή, δε θα γινόταν τίποτα βεβαίως, κανείς δε θα σκεφτότανε να με κατηγορήσει, όπως και πράγματι δεν το σκεφτήκανε.) Προσέθεσα λοιπόν υπέρ εμού, τις πιθανότητες που είχε το πραγματικό εννέα να μη βγει. Αν πάλι έβγαινε το πραγματικό εννέα πριν απ’ το δικό μου έξι, τότε ξανάπεφτα στην περίπτωση του όποιου άλλου αριθμού. Έτσι μπερδεμένα είχα προφτάσει και τα σκέφτηκα τότε, έτσι μπερδεμένα τα έγραψα και τώρα και μα την αλήθεια, δεν ξέρω ποια είναι η ορθή λύση του προβλήματος, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, πάντως εγώ το είχα πιστέψει τότε και το πιστεύω και σήμερα ακόμα, ότι κατόρθωσα να αυξήσω τις υπέρ εμού πιθανότητες. Μπορεί να έπεσα έξω, αλλά εν πάση περιπτώσει, τι άλλο μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή;

Ο Ταγματάρχης, μην έχοντας άλλο χαρτί απάνω του, έσκισε σε μικρά κομματάκια την κόλλα όπου ήτανε γραμμένος ο όρκος, μας έδωσε το μολύβι του, γράψαμε όλοι με τη σειρά το νούμερό μας, τυλίξαμε ρουλό τα μικρά χαρτάκια, τα ρίξαμε σε ένα ψάθινο καπέλο, ο Ταγματάρχης φώναξε έναν φρουρό και του είπε να τραβήξει δώδεκα κλήρους. Τραβώντας τον όγδοο κλήρο, ο φρουρός φώναξε:

― Εννέα.
Είχα αρχίσει να ελπίζω ότι τη γλίτωσα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένατος, δέκατος, εντέκατος κλήρος.
― Ένα, φώναξε ο φρουρός.
Έβγαλε από το καπέλο τον δωδέκατο κλήρο, τον ξετύλιξε, τα ’χασε για μια στιγμή, τον γύρισε ανάποδα και είπε:
― Αυτό είναι το εννέα, έχει μια παύλα από κάτω.
― Ώστε το προηγούμενο εννέα ήτανε το έξι, είπε ο Ταγματάρχης και με κοίταξε χαμογελώντας, συγχαίροντάς με θα ’λεγες που με ευνόησε κι εμένα η τύχη αμέσως ύστερα απ’ αυτόν.
Του χαμογέλασα κι εγώ, τι θα κάνατε δηλαδή εσείς στη θέση μου;
 […]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ.53-57
  
**********

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, λέω τώρα να αφηγηθώ τα γεγονότα της πορείας με τη χρονολογική τους σειρά, δηλαδή το πότε πού και πώς ακριβώς σκοτωθήκανε, ή αναγκάστηκαν να καταπιούνε το κυάνιο οι τριάντα τρεις της ομάδας μας, μέχρι την ημέρα που απόμεινα ολομόναχος. (Δε μου φέρατε καμιά αντίρρηση ως τα τώρα, δέχεστε, πάει να πει, ότι δεν πέφτω έξω βεβαιώνοντας πως ξεκινήσαμε τελικά τριάντα τέσσερις, μετά την εκτέλεση των πέντε, έτσι δεν είναι;)
Ξανασκέφτηκα λοιπόν τα γεγονότα της πορείας, ομολογώ ωστόσο ότι θα προτιμούσα να μου στείλετε μερικές ασφράγιστες κόλλες, για να μπορώ να κρατάω σημειώσεις. Τολμώ να πω ότι η λύση που προτείνω συμφέρει και εσάς, μια και θα μπορέσω να οργανώσω καλύτερα το υλικό μου και να βάλω μια τάξη στις αναμνήσεις μου. Προσπάθησα να βάλω τάξη νοερώς, ξαγρύπνησα ως αργά τη νύχτα, αποδείχτηκε όμως πως δεν είναι και τόσο εύκολο και κυρίως μου πέρασε μια σκέψη που με τρόμαξε μπορώ να πω και άρχισε να μου τριβελίζει το μυαλό, η σκέψη δηλαδή πως μόνο εγώ επέζησα και λοιπόν, πώς θα μπορέσω να αποδείξω την αλήθεια των λεγομένων μου, μην έχοντας κανέναν μάρτυρα; Τα όσα κατέθεσα ως τα τώρα, μπορείτε βέβαια να τα ελέγξετε και ίσως να αρχίσατε να τα ελέγχετε, συλλέγοντας πληροφορίες απ' τους αρμόδιους της πόλεως Ν, μα από δω χι εμπρός, θα πρέπει αναγκαστικά να βασιστείτε στη μαρτυρία μου και μόνον. Μου πέρασε επιπλέον η σκέψη ότι δουλειά σας είναι να βρίσκετε ενόχους και δεδομένου ότι είμαι ο μόνος που επέζησε απ' όλη την ομάδα μας, δουλειά σας είναι να με βγάλετε ένοχο, γιατί ποιον άλλον θα βρείτε να κατηγορήσετε; Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο δύσκολη καταντάει η θέση μου, καταλαβαίνετε γιατί προτίμησα να κάνω ίνα προσχέδιο, ούτως ειπείν, στο μυαλό μου, πριν συνεχίσω την κατάθεση. Όμως, ύστερα από κάμποσες ώρες νοερών σχεδιασμάτων, διεπίστωσα πως είχα ξεχάσει αυτά που σκέφτηκα στην αρχή και γι' αυτό έλαβα το θάρρος να σας ζητήσω τις ασφράγιστες κόλλες. Πάντως, όλα αυτά τα νοερά προσχέδια δεν πήγανε τελείως χαμένα, είχανε και ένα θετικό αποτέλεσμα, μπορώ να πω, γιατί ζωγράφισα στο μυαλό μου έναν χάρτη της περιοχής που περάσαμε, σημειώνοντας τη γραμμή της πορείας μας και θα σχεδιάσω σήμερα αυτόν τον χάρτη, σε τούτη εδώ την κόλλα, για να έχετε κι εσείς μια εναργέστερη εικόνα, αν και πρόκειται ομολογώ για ένα σκαρίφημα κατά προσέγγιση, δεδομένου ότι δεν μπορώ να ξέρω τις ακριβείς χιλιομετρικές αποστάσεις. Όπως και να ‘χει, το πρώτο πράγμα που θα σας κάνει φαντάζομαι εντύπωση είναι ότι κάναμε δυο μεγάλους κύκλους, με αποτέλεσμα να περάσουμε τρεις φορές απ' τις όχθες της Μεγάλης Λίμνης. Περιπλανηθήκαμε με άλλα λόγια στριφογυρίζοντας επιτόπου, εκτελώντας διαταγές του Γενικού Αρχηγείου, που έστελνε κάθε μέρα κρυπτογραφημένα μηνύματα στον Ταγματάρχη και όριζε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Δεδομένου ότι παρ' όλους τους κύκλους δεν αποφύγαμε τελικά την επίθεση των αλεξιπτωτιστών λίγο πιο κάτω απ' την Πέτρινη Γέφυρα (βλέπε χάρτη) γίνεται φανερό ότι όλες οι προφυλάξεις του δογματικού Γενικού Αρχηγείου πήγανε στο βρόντο, μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πωί' αν δεν κάναμε τους κύκλους κι αν φτάναμε νωρίτερα στην Πέτρινη Γέφυρα, δε θα είχαμε υποστεί την εχθρική επίθεσης κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτωθήκανε πέντε – ο πρώην λοχίας Παράσχος διμοιρίτης της πρώτης, ο πρώην λοχίας Ανδροκλής (Λεοντάρης) βοηθός διμοιρίτη της δεύτερης, α όχι, πολύ μπερδεμένα τα γράφω, δεν είναι τρόπος αυτός, πρέπει ν' αρχίσω αλλιώς.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 72-74
  
**********


 Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, επιτρέψτε μου να διακόψω εδώ την κατάθεση μου και να επανέλθω σε ένα γεγονός, που το αφηγήθηκα πολύ συνοπτικά, παραλείποντας ουσιώδεις λεπτομέρειες, ή μάλλον την ουσία του πράγματος, διότι
Άφησα ημιτελή τη φράση, σκέφτηκα να διαγράψω το «ή μάλλον την ουσία του πράγματος, διότι», γιατί βέβαια τι άλλο σημαίνει αυτό αν όχι πως παρέλειψα να πω την αλήθεια, μα το 'χω σκεφτεί από μιας αρχής πως η κατάθεση  μου δεν πρέπει να έχει διαγραφές, πως κάθε διαγραφή σημαίνει αμφιβολία, δημιουργεί την εντύπωση πως κάτι ήμουν έτοιμος να πω και το μετάνιωσα και σεις θα προσπαθήσετε με χίλιους τρόπους να εξακριβώσετε τι είχα γράψει και αν δεν τα καταφέρετε να διαβάσετε αυτά που διέγραψα, θα βάλετε με το νου σας ό,τι πιο επιβαρυντικό για μένα σας φανεί πως στέκει βάσει των συμφραζομένων. Γι’ αυτό δεν διέγραψα ως τα τώρα ούτε μια λέξη, ακόμα κι όταν έτυχε να γράψω την ίδια λέξη δυο και τρεις φορές στην ίδια φράση, ή να επαναλάβω δυο που και τρία ο οποίος στην ίδια φράση, δηλαδή ακόμα κι όταν έτυχε να παραβώ στοιχειώδεις κανόνες της «καλλιεπούς συντάξεως», όπως έλεγε ο γυμνασιάρχης μας ο Οικονομόπουλος και μου γέμιζε κόκκινες μολυβιές την κόλλα της εκθέσεως των ιδεών μου, αλλά τώρα προέχουν βέβαια άλλα πράγματα, πολύ σημαντικότερα και ας υπάρχουνε λάθη συντάξεως, μα ας είστε σίγουρος τουλάχιστον πως ρίχνω στο χαρτί τις σκέψεις μου και τις αναμνήσεις μου τελείως αυθόρμητα και λοιπόν, μια και έγραψα πως παρέλειψα να αφηγηθώ την ίδια την ουσία του πράγματος (και το 'γραψα παρασυρμένος από την αυθορμησία μου ίσα ίσα και από τη μανία μου να εξηγώ και να επεξηγώ το κάθε τι, για να μη μένουνε σκοτεινά σημεία) μια και το ‘γραψα, δε θέλω να το διαγράψω και το αφήνω και δέχομαι το συμπέρασμα που είναι λογικό να βγάλετε, ότι παρέλειψα δηλαδή να πω όλη την αλήθεια, ή για να το πούμε με άλλα λόγια διαστρέβλωσα την αλήθεια, αλλά ελάτε σας παρακαλώ στη θέση μου, σκεφτείτε το και μόνος σας, είχα ένα φακελάκι που έπρεπε να παραδώσω σε όποιον θα μου ζήταγε το «επισκεπτήριο» μου (γιατί γι' αυτό το φακελάκι πρόκειται, αυτό είναι το γεγονός που είπα παραπάνω πως αφηγήθηκα πολύ συνοπτικά, για το φακελάκι που μου έδωσε ο ταξίαρχος Οδυσσέας πρόκειται, που μου το 'δωσε λέγοντας μου να το φυλάξω πιο προσεχτικά κι απ' την κομματική μου ταυτότητα) και έπρεπε λοιπόν να το παραδώσω σε κάποιον που ήξερε ότι το έχω, σε κάποιον που ήξερε επιπλέον και τη συνθηματική λέξη «επισκεπτήριο», για να πειστώ ότι είναι πράγματι ο παραλήπτης, καλά ως εδώ, το φακελάκι περιείχε βέβαια ένα μήνυμα, καμιά αμφιβολία ως προς αυτό, μα τι λογής ήτανε το μήνυμα εκείνο αναρωτιόμουνα κι αν σας ζήτησα να μπείτε στη θέση μου το έκανα για να σκεφτείτε τι ήταν φυσικό να σκεφτώ εγώ και να καταλάβετε πως η λενινιστικότητα και η αντιφραξιονιστυωτητα του μηνύματος, την οποία επικαλέστηκα πρωτοαναφέροντάς το, ήτανε βέβαια μια εκδοχή, αλλά μπορούσε κάλλιστα να είναι και ένα υπερκομματικό σημείωμα (ένα σημείωμα που δεν είχε σχέση με λενινιστικές και δογματικές φράξιες θέλω να πω, μα με το Κόμμα στην ολότητα του) ή ακόμα, μπορούσε να ήτανε ένα σημείωμα που να αφορούσε εμένα προσωπικά (γιατί να πει ο ταξίαρχος Οδυσσέας, «Θα το παραδώσεις σε όποιον σου ζητήσει το επισκεπτήριο σου»; Γιατί εκείνο το ΣΟΥ, ενώ η συνθηματική φράση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, «Δώσε μου το επισκεπτήριο»;) και λοιπόν εκείνο το ΣΟΥ με έβαλε σε σκέψεις και αναρωτιόμουνα τι να έγραφε το σημείωμα για μένα, τι πληροφορίες να έδινε για το άτομο μου στους αρμόδιους παραλήπτες;
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ.96-98

**********

            Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 1949 
          
       Σύντροφε ή κύριε ανακριτά, ή μάλλον όχι, από δω και πέρα θα γράφω ή μάλλον δε θα γράφω καν, θα εννοείται, δε θα γράφω λοιπόν και από δω και πέρα θα εννοείται ότι απευθύνομαι στον πρώτο τυχόντα αρμόδιο, γιατί τώρα πια, το αν είσαστε λενινιστής ή δογματικός ή έστω και κυβερνητικός έχει περάσει για μένα σε δεύτερο πλάνο, δεδομένου ότι αμφιβάλλω για κάτι πολύ σπουδαιότερο. Αμφιβάλλω αν μπαίνετε στον κόπο να διαβάσετε τα χαρτιά μου. 
      Οι κόλλες που μού στέλνετε είναι επίσημα σφραγισμένες και αριθμημένες (αν κι εδώ που τα λέμε, δεν τα κατάφερα ως τα τώρα να διαβάσω τι λέει η σφραγίδα και το έμβλημα στη μέση του κύκλου είναι τόσο δυσδιάκριτο, λες και απλώθηκε το αχνό μελάνι σε στουπόχαρτο, ώστε είναι πολύ πιθανόν να έχω δίκιο να αναρωτιέμαι μήπως υπερβάλλω, λέγοντας πως οι κόλλες είναι επίσημα σφραγισμένες,μα απ' την άλλη μεριά, αν δεν ήτανε επίσημα χαρτιά, θα τολμούσε ποτέ να μου τα φέρει ο δεσμοφύλακας;).Αμφιβάλλω λοιπόν και για τη σφραγίδα, είμαι ωστόσο απολύτως σίγουρος για την αρίθμηση.Όσο γι' αυτό,καμιά συζήτηση,τα νούμερα είναι πεντακάθαρα, γραμμένα με το χέρι, με μπλε σκούρο μελάνι, αρχίσανε από το ένα και συνεχίζονται κανονικά, πρέπει να τα γράφει το ίδιο πάντα πρόσωπο, γιατί είναι φανερός ο ιδιόρρυθμος γραφικός χαρακτήρας. 
     Είναι λοιπόν σαφώς αριθμημένες οι κόλλες και γι' αυτό ακριβώς σας ζήτησα μερικές λευκές, να κρατάω σημειώσεις. Δε μου τις στείλατε. Το βρήκα φυσικό, κατάλαβα θέλω να πω ότι θεωρήσατε απαράδεκτη την απαίτησή μου, μα δε μ' ένοιαζε και πολύ, ομολογώ, γιατί σκέφτηκα να κρατάω σημειώσεις στις σανίδες του κρεβατιού (ευτυχώς, η πράσινη λαδομπογιά δεν έφυγε από παντού και υπάρχει τόπους - τόπους μια λεία επιφάνεια όπου μπορείς να γράψεις) και από δω και πέρα αυτό θα κάνω, θα σημειώνω τα επεισόδια που θα θυμάμαι, γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να αναβάλω συνεχώς την καταγραφή ενός γεγονότος και τελικά να το ξεχάσω ολότελα. 
     Όμως, ασχέτως σημειώσεων, αποφάσισα πριν από εννέα μέρες να κάνω ένα πείραμα.Για να γράψω την τελευταία μου συνέχεια (εκεί που σας απειλούσα ότι δε θα προσθέσω λέξη αν δε μου ζητήσετε διευκρινίσεις σχετικά με τον Λυσίμαχο) πήδηξα τρεις αριθμημένες κόλλες (τότε που απήργησα την πρώτη φορά μαζευτήκανε αρκετές, γιατί ο δεσμοφύλακας μου φέρνει κάθε πρωί τη δόση της ημέρας, βάζει τα χαρτιά του κάτω από τα άγραφα και παίρνει τα γραμμένα, από κει που τάχω αφήσει, δίπλα στη βούτα, άρα ο δεσμοφύλακας ξέρει ότι οι κόλλες είναι αριθμημένες και τις βάζει στη σειρά τους, εκτελώντας προφανώς δική σας διαταγή) πήδηξα λοιπόν τρεις κόλλες τις προάλλες,πήρα δηλαδή τρεις κόλλες και τις έκρυψα κάτω απ' το στρώμα μου.Συνεπώς,ανάμεσα στη συνέχεια της 12ης και της 13ης του μηνός, λείπουν τρεις κόλλες.Συνεπώς,αν διαβάσατε την τελευταία μου συνέχεια της 13ης του μηνός, θα πρέπει να το διαπιστώσατε.Συνεπώς, θα πρέπει να υποθέσατε ότι έγραψα δώδεκα ολόκληρες σελίδες, τις οποίες δεν παρέδωσα. Συνεπώς, οι σελίδες αυτές θα πρέπει να περιείχαν ομολογίες μου, τις οποίες, την τελευταία στιγμή, προσπάθησα να αποκρύψω.Συνεπώς, θα έπρεπε να μου ζητήσετε τις κόλλες που λείπουνε. Κι όμως, παρ' όλα τα τόσα συνεπώς,περάσανε εννιά ολόκληρες μέρες χωρίς καμιά αντίδραση εκ μέρους σας. Ο δεσμοφύλακας, όλες αυτές τις εννιά μέρες, μου έφερνε κάθε πρωί τα άγραφα, σφραγισμένα και αριθμημένα χαρτιά σας, τα έβαζε κάτω απ' τα ήδη υπάρχοντα και φυσικά, δεν έπαιρνε γραμμένα, μια και απεργούσα,δε μου ζήτησε όμως ούτε μια φορά τον λόγο.Συνεπώς, δύο τινά συμβαίνουν: Ή δεν προσέχετε την αρίθμηση (αλλά τότε, γιατί μπαίνετε στον κόπο, εσείς ή όποιος άλλος και αριθμείτε τα χαρτιά και μάλιστα τόσο ευανάγνωστα, με μεγάλα νούμερα, δίπλα στη δυσανάγνωστη σφραγίδα;) ή απλούστατα, δεν διαβάζετε καθόλου το γραφτό μου. 
     Έτσι λοιπόν,μπροστά σ' αυτή την ύψιστη αμφιβολία, η υποψία μου ότι μπορεί να είσαστε ακόμα και κυβερνητικός,πέρασε ξάφνου σε δεύτερο πλάνο και ομολογώ πως τούτη τη στιγμή (έχοντας σκεφτεί και ξανασκεφτεί το θέμα απ' όλες τις μεριές, τούτες τις εννέα μέρες) αδιαφορώ τελείως αν θάστε εσείς ή όποιος άλλος αρμόδιος αυτός που τυχόν θα διαβάσει την κατάθεσή μου, τη μαρτυρία μου, ή την απολογία μου, λίγο με νοιάζει σε ποιο είδος θα την κατατάξετε εσείς ή όποιος άλλος — με τις λέξεις θα παίζουμε τώρα;Σημασία έχει πως εσείς μου τη ζητήσατε, ή μάλλον μου δώσατε την απαραίτητη γραφική ύλη για να μπορέσω εγώ να κάτσω και να γράψω,ως προς αυτό τουλάχιστον δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία (άλλο τώρα αν η γραφική ύλη είναι ένα μέσο λειψό και κανονικά,αν θέλατε να έχετε μια πλήρη εικόνα των όσων συνέβησαν,θα έπρεπε να εφεύρετε ένα μηχάνημα πολλαπλής και παράλληλης καταγραφής των σκέψεών μου, γιατί τώρα λόγου χάρη,τούτη τη στιγμή που ετοιμάζομαι να συνεχίσω, συνωστίζονται στο μυαλό μου ένα σωρό λεπτομέρειες και δεν ξέρω ποια να πρωτοαναφέρω,μα απ' την άλλη μεριά,μέρα με τη μέρα, γράφοντας,ένιωθα όλο και περισσότερο, πώς να το πω,αισθανόμουνα ότι μου αρέσει να ξαναφέρνω στη μνήμη μου τα γεγονότα, να συναρμολογώ τα σκόρπια κομμάτια, σαν και κείνο το παιδικό παιχνίδι, που φύλαγε ο φίλος μου ο Χριστόφορος,μολονότι ήταν κιόλας φοιτητής — στην Κατοχή — ένα παιχνίδι με κύβους, που έπρεπε να τους τοποθετήσεις κατάλληλα τον ένανε δίπλα στον άλλον, οπότε κάθε απάνω έδρα των τοποθετημένων στη σωστή τους θέση κύβων αποτελούσε τμήμα της ίδιας επιφάνειας, τμήμα μιας ζουγραφιάς και το σύνολο των εδρών μια αχάραχτη επιφάνεια, μια και μόνη, μη τεμαχισμένη ζουγραφιά — ένα αγροτικό τοπίο συνήθως, με έναν ανεμόμυλο και με παπάκια που τσαλαβουτάνε στα νερά — μα τώρα εγώ δεν έχω κύβους, έχω μόνο θρύψαλα, χαλάσματα του πολέμου,της κατοχής,του εμφυλίου πολέμου και το κυριότερο, δεν έχω μπροστά μου την εικόνα που πρέπει να συναρμολογήσω, με δυο λόγια, με ζέψατε βέβαια εσείς στο μαγγανοπήγαδο και ιδρωκοπάω πατώντας και ξαναπατώντας στα χνάρια μου στον ίδιο κύκλο, μα το νερό δεν το αντλώ για σας μονάχα, πίνω κι εγώ κι ας είναι θολό κι ας μου κάθεται σαν πέτρα στο στομάχι). 
      Ας είναι, έλεγα θυμάμαι τις προάλλες πως ο Λυσίμαχος εκτελέστηκε επειδή τον ανέφερα στον διοικητεύοντα Βελισάριο και σας προκάλεσα να με ρωτήσετε τι σχέση έχει ο Λυσίμαχος με την Επιχείρηση Κιβώτιο, μα εσείς μου απαντήσατε και πάλι με τη σιωπή σας και λοιπόν, μια κι αποφάσισα παρ' όλα αυτά να συνεχίσω, διευκρινίζω σήμερα ότι τον ανέφερα πράγματι τον στρατιώτη Λυσίμαχο, δεν εκτελέστηκε όμως, είπα ψέματα ως προς αυτό το σημείο τις προάλλες, όταν ανασκεύασα το προηγούμενο ψέμα μου (το ότι δηλαδή δεν τον ανέφερα) και το δεύτερο ετούτο ψέμα, μέσα στην αναίρεση του πρώτου ψέματος, το είπα για να διαπιστώσω αν είσαστε πράγματι ο σύντροφος ανακριτής, μα τώρα πια, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να καταγράψω απλώς τα γεγονότα και είναι λοιπόν γεγονός ότι τον βρήκα τον Λυσίμαχο να κοιμάται κατάχαμα, ακουμπώντας την πλάτη του στη μάντρα του προαύλιου, τον ξύπνησα, του υποσχέθηκα να μην τον αναφέρω και κείνη τη στιγμή το πίστευα πως δε θα 'λεγα λέξη σε κανέναν, γιατί από μικρό παιδί δε μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης και στο Γυμνάσιο τασσόμουνα πάντοτε με το μέρος των συμμαθητών μου, ακόμα και σε περίπτωση ομαδικού σκασιαρχείου (μολονότι ούτε τα καουμπόυκα που πηγαίναμε και βλέπαμε, ούτε οι λουκουμάδες που τρώγαμε στον «Κρίνο» με πολυενθουσιάζανε) και θυμάμαι πως ποτέ μου δεν μαρτύρησα συμμαθητή μου,ένοχο καζούρας, ακόμα κι όταν τύχαινε να με απειλήσει ο καθηγητής πως αν δεν τον κατονομάσω, θα τιμωρήσει εμένα.Δεν μαρτύρησα ποτέ τον ένοχο, ενώ τον είχα δει να μπήγει το σπασμένο ξυραφάκι σε μια χαραμάδα του θρανίου, να λυγίζει τη λεπτή λάμα και να την αφήνει απότομα παλλόμενη, πλημμυρίζοντας την τάξη με νότες σχεδόν αρμονικές, την ώρα που ο μαθηματικός, έχοντάς μας γυρισμένη την πλάτη, απόδειχνε, γράφοντας στον πίνακα, ότι η εξίσωση ισούται με το μηδέν. Ο ένοχος δεν ομολογούσε, ακόμα κι όταν ο καθηγητής με έβγαζε από την τάξη, γιατί αυτή ήταν η συμφωνία όλων μας,να μην παίξουμε το παιχνίδι των καθηγητών,μα να τους αφήσουμε να τόχουν βάρος στη συνείδησή τους πως τιμωρούν έναν αθώο πιθανότατα,κάποιον που διαλέξανε στη τύχη, μη μπορώντας να βρουν τον πραγματικό φταίχτη.
 […]

 Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος,σ.155-158

**********
    
      […]Για να φέρω ένα παράδειγμα, προσθέτω ότι στην Κατοχή, όταν απέτυχα στο Πολυτεχνείο, έδωσα εξετάσεις στη Νομική και κάνα μήνα αργότερα με γράψανε στο φοιτητικό συσσίτιο. Η διαχείριση και ο έλεγχος του συσσιτίου πέρασε στα χέρια μιας φοιτητικής επιτροπής. Η επιτροπή συγκρότησε ένα συνεργείο ελεγκτών, που τα μέλη του (όλοι φοιτητές βεβαίως) θα πηγαίνανε στα σπίτια αυτών που υποβάλανε αιτήσεις εγγραφής στο συσσίτιο και θα εξακριβώνανε αν οι αιτούντες ήτανε πράγματι άποροι. Με εκλέξανε κι εμένα μέλος του συνεργείου και μου αναθέσανε να εγκρίνω, ή να απορρίψω καμιά δεκαριά αιτήσεις. Πήγα αμέσως σε τρία σπίτια συμφοιτητών μου, φροντίζοντας να φτάσω μεσημέρι, για να δω τι μαγειρεύει η μάνα τους και διεπίστωσα πως η πρώτη είχε βάλει λαχανίδες στο τσουκάλι, η δεύτερη κουκιά με μαμούνια και η τρίτη δεν είχε ανάψει καν φωτιά. Ενέκρινα τις αιτήσεις τους και την ώρα που πήγαινα στο τέταρτο σπίτι, σκέφτηκα πως μπαίνω άδικα στον κόπο και σπάω τα πόδια μου δίχως λόγο. Γιατί ποιος φοιτητής θα καταδεχότανε να υποβάλει αίτηση για ένα πιάτο φακές, ή φασόλια, αν δεν τα είχε πράγματι ανάγκη; Ποιος θα καταδεχότανε νάρχεται με το πιάτο του, ή το ντενεκεδάκι του, να στέκει στην ουρά, περιμένοντας να πάρει λίγο νεροζούμι; Κατάλαβα επιπλέον, ότι και στη χειρότερη περίπτωση, ακόμα κι αν έπιανα τη μάνα του να τηγανίζει μπριζόλες, θέλω να πω, πάλι θα μου ήτανε αδύνατο να απορρίψω την αίτηση, διότι θα υπερίσχυε μέσα μου το αίσθημα της συναδελφικής αλληλεγγύης και διότι, απ' την άλλη μεριά, οι μπριζόλες δε θα ήτανε κριτήριο, ούτε τεκμήριο, δεδομένου ότι μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για σύμπτωση, να τις είχε στείλει κάποιος συγγενής τους τις μπριζόλες από το χωριό και αύριο να μην είχαν ούτε σκέτες πατάτες νερόβραστες. Για να είμαι απολύτως εντάξει απέναντί του, θα 'πρεπε να συνεχίσω τον έλεγχο επί μια βδομάδα, ή και δέκα μέρες, να εξακριβώσω δηλαδή τον μέσο όρο του βιοτικού του επιπέδου. Άρα, το λογικότερο θα ήτανε να εγκρίνω τις αιτήσεις χωρίς να ξεποδαριάζομαι άδικα, μια και κανένας δεν επρόκειτο να ελέγξει τον έλεγχό μου και κανένας φοιτητής δε θα σκεφτότανε να διαμαρτυρηθεί, επειδή θα ενέκρινα την αίτησή του, χωρίς να περάσω γιαεξακρίβωση απ' το σπίτι του. Τα σκεφτόμουνα όλα αυτά κι ωστόσο πήγαινα στο τέταρτο σπίτι, παρακαλώντας (ποιον;) να μη βρεθώ σε δύσκολη θέση, να μη βρεθώ σε δίλημμα θέλω να πω, να μην αναγκαστώ να κρίνω, ζυγιάζοντας τα πράγματα, γιατί βεβαίως, υπήρχανε οι τελείως άποροι, οι σχεδόν άποροι και οι σχετικώς εύποροι και δε θα ήτανε σωστό να δώσω τα ρεβίθια σε έναν συμφοιτητή μου της τρίτης κατηγορίας, στερώντας τα από κάποιον της πρώτης. 
      Περπάτησα τότε τουλάχιστον μια ώρα για την τέταρτη αίτηση, ώσπου έφτασα κάποτε στη Νέα Ιωνία και μην ξέροντας την περιοχή, ρώτησα κατά που πέφτει η οδός Μεγάλου Κωνσταντίνου και με στείλανε αλλού κι αλλιώτικα και περιπλανήθηκα άδικα των αδίκων μισή ώρα ακόμα, με αποτέλεσμα να διαπιστώσω αυτό που ήξερα απ' τα πριν πως θα διαπίστωνα. Συνέχισα έτσι και την άλλη μέρα, χάνοντας την ώρα μου και τον κόπο μου, δεδομένου ότι μένανε όλοι τους σε λαϊκές συνοικίες κι αυτό και μόνο έφτανε για να με πείσει ότι ήταν άποροι. Έτσι έλεγα, μα την ίδια στιγμή θυμόμουνα ότι κι αυτό ακόμα δεν ήτανε κριτήριο, γιατί ήξερα περιπτώσεις φοιτητών που είχανε έρθει σε ρήξη με τους πλούσιους γονείς τους κι αρνιόντουσαν να κάτσουν στο οικογενειακό τραπέζι και ντυνόντουσαν (μέχρι και οι κοπέλες) σαν εργάτες και εργάτριες. Βεβαίως, ο επιτόπιος έλεγχος είχε κάποιο νόημα, γιατί αν όχι τίποτ' άλλο, εξακρίβωνα τουλάχιστον ότι ο τάδε φοιτητής μένει πράγματι στην τάδε διεύθυνση, σε μια λαϊκή συνοικία και άρα, μια και δεν ψεύδεται σ' αυτό το σημείο, μπορούσα να συμπεράνω ότι η αίτησή του στο σύνολό της, ήτανε καλόπιστη. Ωστόσο, δεν αποκλειότανε καθόλου, ο κύριος αυτός να έμενε στο Κολωνάκι και να έδωσε τη διεύθυνση μιας φτωχιάς θείας του στο Μπραχάμι, αφού συνεννοήθηκε πρώτα μαζί της. Με δυο λόγια, αν καταδεχότανε να με γελάσει για ένα πιάτο φαΐ, πάντα θάβρισκε τον τρόπο κι εγώ, αν ήθελα να τον εξυπηρετήσω από συναδελφική αλληλεγγύη, πάντα θα μπορούσα να παραβλέψω τα τυπικά, ούτως ειπείν, κωλύματα. 
      Έτυχε τότε να πέσει στα χέρια μου και η αίτηση του Αλέκου, που ήτανε στενός, αδελφικός μου φίλος. Πήγαινα ταχτικά στο σπίτι του, στο Δουργούτι, ερχότανε κι αυτός πολύ συχνά στο δικό μου, ήξερα καλά την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του, μου φάνηκε λοιπόν από μιας αρχής παράλογο να πάω για εξακρίβωση. Κι όμως, κρατούσα την αίτησή του και όλο ανέβαλα την έγκρισή της, τη στιγμή που σε χρόνο ανύποπτο, πριν από δυο μήνες, όταν η μητέρα του με κέρασε τσάι με μαύρα παξιμάδια, πρόσεξα πως δεν έβαλε ζάχαρη στο ποτήρι της κι όταν πήρα το κουταλάκι, είδα πως δεν ήταν ασημένιο. Προσπάθησα να συνεχίσω την κουβέντα σα να μη συνέβαινε τίποτα, φαίνεται όμως πως κοίταζα επίμονα το φτηνό, μαυρισμένο απ' την πολυκαιρία κουταλάκι, τόσο επίμονα, ώστε η μητέρα του Αλέκου δεν κρατήθηκε τελικά και θεώρησε υποχρέωσή της να μου εξηγήσει ότι μόλις τις προάλλες πουλήσανε το ασημένιο τους σερβίτσιο — σα να κοκκίνισε μάλιστα, λέγοντάς το. Κι ωστόσο εγώ, ανέβαλα συνεχώς και δεν ενέκρινα την αίτηση του Αλέκου, για να μην τύχει και πούνε (ποιος να το πει;) ότι του χαρίζομαι λόγω προσωπικής φιλίας και τελικά, αποφάσισα να πάω σπίτι του. Έμενε σε μια προσφυγική πολυκατοικία, στο δεύτερο πάτωμα. Χτύπησα το χειροκίνητο κουδούνι, μου άνοιξε ο Αλέκος κι άρχισε αμέσως να μου μιλάει για το κορίτσι του, την Κλειώ, μια φοιτήτρια της Οδοντιατρικής και να μου λέει πως πήγανε την περασμένη Κυριακή στη Βουλιαγμένη με το γκαζοζέν και είχε τόσο κόσμο, που αυτός και η Κλειώ ανεβήκανε στη στέγη του λεωφορείου και τους χτύπαγε ο αέρας και ο ήλιος και σε μια στιγμή έπιασε ο Αλέκος τον εαυτό του να ευγνωμονεί την ανώμαλη κατάσταση, γιατί κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, ποιος εισπράκτορας θα τους άφηνε να ταξιδέψουν έτσι, στη στέγη ενός λεωφορείου, ψέματα; 
     Εγώ, ακούγοντάς τον, κοίταζα γύρω μου σαν ευσυνείδητος ελεγκτής, μπήκα στο δεύτερο δωμάτιο και το μάτι μου έπεσε αμέσως σε έναν μεγάλο άσπρο λεκέ στον τοίχο,πάνω απ' το διπλό κρεβάτι. Δηλαδή ο τοίχος είχε χρώμα φυστικί,μου φάνηκε όμως άσπρος,γιατί έλειπε το χαλί, που είχα συνηθίσει να βλέπω κρεμασμένο εκεί.Την πρώτη φορά που είδα εκείνο το χαλί του τοίχου, νόμισα πως ήτανε ένας πολύ μεγάλος πίνακας δίχως κορνίζα και μόνον όταν πλησίασα (μόλις - μόλις χωρούσες να περάσεις ανάμεσα απ' τη σόμπα και τα κάγκελα του κρεβατιού) και άγγιξα το πέλος του, πείστηκα πως ήτανε χαλί.Παρίστανε μια ρούσικη ίζμπα,όπου γύρω από ένα ξύλινο, στενόμακρο τραπέζι, συνεδριάζανε εφτά στρατηγοί, με κροσσωτές, χρυσές επωμίδες. (Τελευταία, ο σκόρος είχε φάει το σπιρούνι του στρατηγού, που καθότανε στην άκρη δεξιά, ακουμπώντας την παλάμη του στο τραπέζι.) Ο πατέρας του Αλέκου, την πρώτη εκείνη φορά μου εξήγησε ότι επρόκειτο για αντίγραφο από έναν πίνακα του διάσημου ζωγράφου Κομαρόβσκη και ότι ο κουρεμένος στρατηγός, ήτανε ο Κουτούζοβ, που πρότεινε τότε, σ' εκείνο ακριβώς το ιστορικό συμβούλιο, να κάψουνε τη Μόσχα, για να επιβραδύνουν την προέλαση του Ναπολέοντα.Ο Αλέκος μου είχε πει πως αν ήτανε στο χέρι του, δε θα το κρέμαγε ποτέ του εκείνο το χαλί, γιατί το θεωρούσε κακότεχνο, εγώ ωστόσο το συνήθισα τόσο πολύ, ώστε βλέποντας άσπρο τον τοίχο, ένιωσα αμέσως πως χάθηκε κάτι — κάτι δικό μου μπορώ να πω.Είχανε πουλήσει το χαλί κι ο Αλέκος πήγε αμέσως κι αγόρασε δώδεκα κονσέρβες κορνμπίφ από τη μαύρη αγορά. Γι' αυτό ίσα - ίσα ετοιμαζότανε να έρθει να με βρει (μούλεγε τώρα, φλυαρώντας εύθυμα) γιατί θα μαγειρεύανε μαύρο κοφτό μακαρονάκι και θα ρίχνανε και μια κονσέρβα μέσα και η μητέρα του με είχε καλεσμένον στο τραπέζι.Επέμενε λοιπόν να μείνω και συνεχίσαμε την κουβέντα μας,ώσπου ήρθανε οι δικοί του (η ρωσίδα μητέρα του,η Νατάσα Ιβάνοβνα,ήταν κορσεδού και είχαν ένα μαγαζί στην οδό Ρόμβης, μα τώρα οι δουλειές ήταν ελάχιστες και θα βάζανε βέβαια λουκέτο, αν δεν τους προστάτευε το ενοικιοστάσιο) και κάτσαμε να φάμε.Ο Αλέκος ήταν στα μεγάλα του κέφια, είπε μάλιστα σε μια στιγμή, «Τι νόστιμος αυτός ο Κουτούζοβ» κι ο πατέρας του γέλασε βιασμένα.Με την κάθε πιρουνιά, κατάπινα όλο και πιο δύσκολα,γιατί σκεφτόμουνα πως με την ηλίθια τακτική μου,στέρησα την οικογένεια Νεστορίδη από τις μερίδες που θα έπαιρνε ο Αλέκος αν είχα εγκρίνει αμέσως την αίτησή του.Τελικά δεν άντεξα και σηκώθηκα να φύγω,κάπως απότομα φοβάμαι, την ώρα που η Νατάσα Ιβάνοβνα σήκωνε τα πιάτα απ' το τραπέζι, μα ο Αλέκος, νομίζοντας πως έχω συνωμοτικό ραντεβού, προθυμοποιήθηκε να με συνοδέψει και έτσι κολάστηκε το πράγμα. Αποχαιρετώντας τους (εις το επανιδείν Νατάσα Ιβάνοβνα, εις το επανιδείν Βασίλη Πετρόβιτς — όπως του άρεσε να τον λέμε, με το όνομα και το πατρώνυμο, ίσως γιατί η προσφώνηση αυτή, έτσι σκέτη, χωρίς κανένα κύριε, ήτανε αρκετή για να εκφράσεις τα ευγενικά σου αισθήματα και τον σεβασμό σου, ίσως γιατί του θύμιζε τα νιάτα του, που τα 'ζησε στη Ρωσία) αποχαιρετώντας λοιπόν τον Βασίλη Πετρόβιτς, έριξα γύρω μου μια τελευταία ματιά κι εκείνη τη στιγμή η μητέρα του Αλέκου έτρεξε στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας στο χέρι της μια κονσέρβα. Να την συγχωρεί η μητέρα μου που δεν μπορεί να της στείλει περισσότερες, αλλά έχει εφτά όλες κι όλες. Εγώ δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να την πάρω και η Νατάσα Ιβάνοβνα επέμενε και μίλαγε ακόμα πιο σπασμένα τα στραβά της ελληνικά και λοιπόν, πως να εξακριβώσω ποιος μούλεγε ψέματα — ο Αλέκος, που καυχήθηκε ότι τους μένανε έντεκα κορνμπίφ, θέλοντας ίσως να φανεί πως τα κατάφερε και πούλησε τον Κουτούζοβ σε καλή τιμή, ή η Νατάσα Ιβάνοβνα, που αισθανόταν ίσως ότι έπρεπε να στείλει δυο κονσέρβες στη μητέρα μου, αν είχε όντως έντεκα και μείωσε τον αριθμό τους, για να φανεί πιο ανοιχτοχέρα; Ή μήπως της μένανε πράγματι εφτά, γιατί πρόφτασε και χάρισε τις άλλες; Μα κι αν δεν πρόφτασε να τις χαρίσει κι αν ορμούσα εκείνη τη στιγμή στην κουζίνα και διεπίστωνα ότι της μένανε δέκα (έντεκα μείον η μία που φάγαμε) πού μπορούσα να ξέρω αν δεν τόχε πάρει απόφαση να χαρίσει τις τρεις, οπότε ήταν σα να μένανε μόνον εφτά; Τώρα πια, τώρα που γράφω, κόβω το κεφάλι μου πως οι κονσέρβες ήταν πράγματι εφτά (έστω κι αν υπήρχαν δέκα στην κουζίνα) γιατί ακούω τη φωνή της και βλέπω τα μάτια της, βλέπω το πρόσωπό της, καθώς μιλούσε ρούσικα στον Αλέκο (αργότερα εννοώ, όταν είχαμε πια ξεθαρρευτεί και της δώσαμε να διαβάσει παράνομο τύπο) καθώς του είπε λοιπόν του Αλέκου,«Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά κι ούτε με νοιάζουν τα χαρτιά σας, μου φτάνει που αγαπάτε και φροντίζετε τους δυστυχισμένους» κι ο Αλέκος μου μετέφρασε τα λόγια της, προσθέτοντας, «Ή μάλλον τους απόκληρους, τους άτυχους, αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», αράδιαζε έννοιες παραπλήσιες, «Όλα αυτά, καταλαβαίνεις;» κι ένιωθε άβολα, σα να κράταγε μια λέξη και δεν ήξερε πώς να μου τη δώσει, όπως ένιωθα άβολα κι εγώ, γιατί δεν ήξερα πώς να πάρω την κονσέρβα, μα τελικά την πήρα, βιάστηκα να την κρύψω στην τσέπη, λέγοντας και πάλι να με συγχωρούν, άργησα, πρέπει να πηγαίνω,ευχαριστώ. Την τελευταία στιγμή, βγαίνοντας πια απ' την πόρτα, μου πέρασε η σκέψη να τους πω όλη την αλήθεια κι όμως δεν είπα τίποτα, γιατί σε τελευταία ανάλυση, είχα δίκιο (έλεγα μέσα μου τότε) είχα δίκιο να έρθω για εξακρίβωση, δεδομένου ότι είχα δέκα μέρες να δω τον Αλέκο και ποιος με βεβαίωνε πως δεν συνέβη ξάφνου κάτι, ποιος με βεβαίωνε πως δεν είχανε πλουτίσει απ' τη μια μέρα στην άλλη; 
      Όταν βγήκαμε έξω, ο Αλέκος μου είπε πως σκεφτόταν σοβαρά να πάει να πιάσει δουλειά στους γερμανούς, σκαφτιάς. Θα προσπαθούσε να οργανώσει τους εργάτες, θα τα κατάφερνε ίσως να τους πείσει να σαμποτάρουνε τα έργα. Δεν αποκλείεται να τινάξουμε καμιά αποθήκη καυσίμων, ίσως και πολεμοφοδίων. Βρήκα τη σκέψη του ενδιαφέρουσα και τον συμβούλεψα να κουβεντιάσει το θέμα με τον Φαντάρο, τον καθοδηγητή μας. Με παρακάλεσε να μην πω τίποτα στους γονείς του, γιατί όταν τους έκανε λόγο, φέρνοντας το επιχείρημα πως θάπαιρνε μεροκάματο ένα όγδοο κουραμάνας, μια καραβάνα λαχανόριζο και δεν ξέρω πόσα πληθωρικά χαρτονομίσματα, που φτάνανε για είκοσι δράμια λάδι στη μαύρη, ο πατέρας του έγινε έξω φρενών και δήλωσε πως δεν είχανε φτάσει ακόμα στην έσχατη ένδεια, μα κι αν είχανε φτάσει, δε θα τον άφηνε ποτέ να πάει να γίνει συνεργάτης των γερμανών, ένας Κουίσλινγκ, μπας και του 'στριψε; Ο Αλέκος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ήθελε να τους πει την αλήθεια, πως σκόπευε δηλαδή να παίξει το κεφάλι του κορώνα - γράμματα. 
      Ανεβαίναμε τη λεωφόρο Συγγρού, ο Αλέκος άλλαξε κουβέντα, δε θυμάμαι τι άλλο είπαμε, ξέρω μόνο πως χωρίζοντας (είχαμε φτάσει στο Σύνταγμα και είπαμε, «Γεια χαρά» μπροστά ακριβώς απ' τη βιτρίνα του Ελευθερουδάκη) ο Αλέκος με κράτησε απ' τον αγκώνα και κοιτάζοντας το θαμπό μου είδωλο στο τζάμι, μου ομολόγησε πως σκέφτηκε να πάει σκαφτιάς στους γερμανούς για το μεροκάματο. Τα περί σαμποτάζ ήταν αλήθεια βέβαια και τα πίστευε, μα ήτανε μια δεύτερη σκέψη του. Τον βεβαίωσα πως από καθαρά πρακτική άποψη, δεν είχε σημασία και να το κουβεντιάσει το δίχως άλλο με τον Φαντάρο. 
     Μόλις έφτασα σπίτι μου, ενέκρινα αμέσως την αίτηση του Αλέκου, γιατί είχα επιτέλους μια χειροπιαστή, ούτως ειπείν, απόδειξη της απορίας του. 
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 166-171



**********

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν είσαστε πράγματι σύντροφος. Ή μάλλον, αρχίζω να πιστεύω πως δεν είσαστε και σας το λέω έξω απ' τα δόντια, αδιαφορώντας αν θα προκαλέσω την οργή σας. Επιτέλους, ελάτε στη θέση μου, προσπαθήστε να δείτε την κατάσταση με τα δικά μου μάτια και πέστε μου ύστερα αν έχω δίκιο να λέω ότι το πράγμα καταντάει αφύσικο. Κατέγραψα τόσα γεγονότα, ανέφερα συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, ημερομηνίες, επανήλθα σε λεπτομέρειες για να διευκρινίσω τα τυχόν σκοτεινά σημεία, ομολόγησα ότι έτυχε να πω σε ορισμένες περιπτώσεις τη μισή αλήθεια κι όμως εσείς εξακολουθείτε να σωπαίνετε, δεν εννοείτε να παίξετε σωστά τον ρόλο σας, δεν εννοείτε να μου υποβάλετε ερωτήσεις, με αφήνετε να εικάζω τι μπορεί να σας ενδιαφέρει – μάντης είμαι;
Περνώντας από εικασία σε εικασία, μου πέρασε η σκέψη πως δεν έχω να κάνω με σύντροφο – ναι, το ομολογώ, είναι μέρες τώρα που υποπτεύτηκα πως η πόλη Κ μπορεί κάλλιστα να ξανάπεσε στα χέρια των κυβερνητικών, γι’ αυτό το ήθελα το τραπέζι, σκέφτηκα να το βάλω πάνω στο κλινάρι μου και να δω τη σημαία που κυματίζει στην πιο ψηλή πολεμίστρα του Ενετικού Φρουρίου (ήθελα να διαπιστώσω αν είναι ακόμα η σημαία μας) γιατί αν δεν είναι, γράφω μια κατάθεση που φτάνει στα χέρια του εχθρού. Καταλαβαίνετε σε τι δύσκολη θέση με βάζετε;
[…] 
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 178-179


 **********

[…]
«Μια βουτιά θα κάνω, θα γυρίσω πριν περάσουνε τα πέντε  λεφτά» και γδύθηκε στο λεφτό, έτρεξε κι έπεσε στο νερό και ο Ταγματάρχης δεν έφερε αντίρρηση και μας έπιασε όλους μια απερίγραπτη φούρια και αρχίσαμε να γδυνόμαστε, σκίζοντας σχεδόν τα ρούχα μας και κατεβήκανε κι όσοι είχαν βάρδια φρουρήσεως στα υπόγεια, γδύθηκε ως και ο Ταγματάρχης κι έβγαλε ως και το εποφθάλμιο (και είδα τότε με έκπληξη ότι το δεξί του μάτι ήτανε κανονικό, μάτι τυφλού δηλαδή, αλλά εγώ περίμενα πως ήτανε βγαλμένο, περίμενα να δω μια βαθιά τρύπα, ενώ το μάτι του δεν είχε τίποτα, ήταν πολύ καλύτερο κι απ' τα γυάλινα, γιατί λοιπόν να το κρύβει;) και πέσαμε όλοι στο ακύμαντο νερό της λίμνης,που ήταν βέβαια αρκετά θολό στα ρηχά,γιατί είχε βούρκο ο βυθός,μα εγώ ξεμάκρυνα με γρήγορες απλωτές και βρέθηκα σε νερά κρυστάλλινα και έπαψα να ακούω τις φωνές και τα χάχανα των άλλων, είχα γυρίσει ανάσκελα, επέπλεα ασάλευτος με τα μάτια κλειστά,σαν τότε που κολυμπάγαμε στη Βουλιαγμένη με τον Χριστόφορο και τον Αλέκο και έκανα τη «σανίδα» και ύστερα έβγαλα το μαγιό μου μέσα στο νερό και το πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα και κολύμπησα βιαστικά να το ξαναπιάσω,πριν προφτάσει να βουλιάξει κι ο Χριστόφορος και ο Αλέκος με μιμήθηκαν και βγήκαμε τσίτσιδοι στα έρημα βραχάκια, μα εκείνη τη στιγμή, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει δυο φορές, στράφηκα και είδα τον Ταγματάρχη στην όχθη, ντυμένον, να κρατάει στο αριστερό του χέρι το σιδηροδρομικό ρολόι, κρεμασμένο από την αλυσίδα του. Μερικοί είχαν ήδη βγει και ντυνόντουσαν και μόλις ετοιμάστηκαν οι τρεις πρώτοι, ο Ταγματάρχης τους είπε να ανεβούνε στα κάρα, να πάρουνε τα γκέμια και να ξεκινήσουνε. Τι να κάνουμε κι εμείς, βιαστήκαμε να βγούμε, γιατί δεν άξιζε βέβαια τον κόπο να μείνεις λίγο παραπάνω στο νερό, για να τρέξεις ύστερα να προλάβεις τα κάρα, μέσα σε κείνο το λιοπύρι. Όλοι μας ήμασταν πολύ κεφάτοι, ακόμα και ο Σοφοκλής, που βγαίνοντας απ' τη λίμνη, κάτι πάτησε και έκοψε την αριστερή του φτέρνα («Δεν είναι τίποτα —είπε— μια γρατζουνιά».) Βαδίσαμε γρήγορα, προφτάσαμε τα κάρα, πρόσεξα πως ο Σοφοκλής πάταγε στα δάχτυλα του αριστερού του ποδιού, παρακάλεσε τελικά τον Ροβήρο να του δέσει την πληγή, τον ενοχλούσε όσο να 'ναι η γρατζουνιά του και για να μην τα πολυλογώ, την άλλη κιόλας μέρα το πόδι του είχε πρηστεί, αναγκάστηκε να βγάλει το γουρουνοτσάρουχο, κούτσαινε, άρχισε να βραδυπορεί και ο Λέανδρος, που είχε βάρδια οδηγού στο τρίτο κάρο, του είπε να πάρει τη θέση του κι αυτός (ο Λέανδρος) πήδηξε κάτω και πήρε θέση στη βάρδια συνοδείας.Ο Ταγματάρχης είδε αυτή την αλλαγή, κάτι πήγε να πει, άλλαξε όμως γνώμη και δεν είπε τίποτα. Την άλλη μέρα, ο Λεωνίδας, που είχε βάρδια φρουρήσεως στο υπόγειο, παραχώρησε τη θέση του στον Σοφοκλή, μα τούτη τη φορά, ο Ταγματάρχης επενέβη και είπε πως αυτό που κάνανε ήτανε αντικανονικό. Ο Σοφοκλής είχε βάρδια συνοδείας,έπρεπε λοιπόν να βαδίσει δίπλα στο κάρο.Δεν ήταν νοητόν να κάνουνε οι άλλοι της διμοιρίας του διπλές βάρδιες συνοδείας, δηλαδή να κουράζονται διπλά. Η φάλαγγα είχε σταματήσει, επενέβη ο Σταμάτης και είπε πως ήταν απαράδεκτο να κυανιστεί ένας μαχητής που μπορούσε να κάνει όλες τις άλλες βάρδιες,ακόμα και να πολεμήσει,αν παρουσιαζότανε ανάγκη.Ο Ταγματάρχης δεν απάντησε αμέσως, τον είδα που δίσταζε, λες και έψαχνε να βρει επιχειρήματα και τελικά μας δήλωσε πως ρώτησε με τον ασύρματο το Γενικό Αρχηγείο και η απάντηση ήταν «Σοφοκλής κυάνιο». Ο Σοφοκλής τον κοίταζε σαν χαμένος και τελικά, πρόφερε σχεδόν ψιθυριστά, πως δεν καταλαβαίνει τι θα κέρδιζε η Αποστολή, αν έλειπε αυτός απ' τη μέση. Τότε ο Ταγματάρχης θύμωσε για καλά (ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον έβλεπα να χάνει την ψυχραιμία του) του έβαλε τις φωνές και του θύμισε πως ήτανε προειδοποιημένος, του είχαν εξηγήσει τον κανονισμό της πορείας, το είχε σκεφτεί και το δέχτηκε εθελοντικά να πάρει μέρος στην Αποστολή και βέβαια (ομολόγησε ο Ταγματάρχης) άλλο είναι η θεωρητική κατάστρωση ενός σχεδίου και άλλο η πρακτική εφαρμογή του,γι' αυτό δεν είπε τίποτα όταν ο Λέανδρος του παραχώρησε τα γκέμια,αμφέβαλε κι ο ίδιος,ρώτησε όμως το Γενικό Αρχηγείο και τώρα είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τη διαταγή, επικαλείται τη μαρτυρία του Τηλέμαχου, που ξέρει τον κώδικα και την διάβασε, «Ψέματα, Τηλέμαχε;»
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ.212-213 


Θερμές ευχαριστίες στους ιστότοπους:

Σπουδαία δουλειά και πολύ γενναιόδωρη προσφορά.Βέβαια -κι ας μου το συγχωρήσουν οι φίλοι του e-book και του free download - ένα έργο σαν το "Κιβώτιο"του Άρη Αλεξάνδρου,από τα πιο σημαντικά των ελληνικών γραμμάτων, έχει άλλη ομορφιά και αξία  (συναισθηματική προφανώς αλλά τι πειράζει;) ως χάρτινο και σε περίοπτη θέση στην βιβλιοθήκη όλων μας, ανεξάρτητα από πολιτικές προτιμήσεις(δεν λέω πεποιθήσεις,μεγάλη κουβέντα εν έτει 2016). 




Σχόλια

  1. Ω, ναι, φιλενάδα. "Το κιβώτιο" σε ακολουθεί παντού, χάρτινο και αναντικατάστατο, σαν Βίβλος. Νούμερο ένα ανάγνωσμα. Ανεπανάληπτο. Μόνο ένας Άρης Αλεξάνδρου, με όσα είχε περάσει πάνω στο πετσί του, θα μπορούσε να το γράψει.

    Προκειμένου να το μάθουν και όσοι δεν το ξέρουν, ας κυκλοφορεί σε όποια μορφή το θέλουν οι καιροί -άσχετα αν ΚΙ εμένα, της κολλημένης με το χαρτί, μου φαίνεται σχεδόν ιεροσυλία.

    Οι πολιτικές πεποιθήσεις πλέον είναι τόσο εφήμερες που έχουν καταντήσει πολιτικές αντιλήψεις με ημερομηνία λήξης. Τι αναθεώρηση εκ βάθρων για όσα κάποτε πιστεύαμε με καθαρή καρδιά... Τώρα δεν μπορείς να ακουμπήσεις πουθενά, χωρίς να αιωρείσαι στο κενό...

    «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση». ΜΠΡΕΤΟΝ

    https://www.youtube.com/watch?v=lcrSdNFnUDE

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στην εκδοχή Χαρούλη,ε;

      Ναι,αιώρηση και σιωπή.Αλλά δεν είμαι απαισιόδοξη. Περιέργως.

      Διαγραφή
  2. ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

    Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
    Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
    χαράζοντας γραμμές
    εδώ θα επιμένεις δίχως βία
    χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
    ποτέ στην περιφρόνηση

    κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
    κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
    για το ξυλουργείο
    να δέχονται περήφανοι
    την εκτόρνευσή τους
    και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
    σαν πιόνια.

    Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
    των πετρωμάτων
    σάμπως νάσουν σίγουρος πως θαρθεί μια μέρα
    όπου οι χωροφύλακες κ' οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.

    Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
    θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
    υπολογίζοντας την κλίση που θάχουν τα επίπεδα

    θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
    θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

    ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ -Δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μιλάμε για το "Κιβώτιο"και τις μεταφράσεις που μας άφησε και ξεχνάμε τα ποιήματά του.Όμως είναι σπουδαίος και στην ποίηση.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου