"Οι Μαλαβόλια"(Το Σπίτι με τη Μουσμουλιά),Τζιοβάνι Βέργκα/ Giovanni Verga,"I Malavoglia"




Αρχίζοντας ή τελειώνοντας την ανάγνωση του κλασικού ιταλικού μυθιστορήματος που εκδόθηκε το 1881"I Malavoglia" του Τζιοβάνι Βέργκα (1840-1922),που σε ελληνική μετάφραση από την Κούλα Κυριακίδου-Καφετζή για τις εκδόσεις Εξάντας κυκλοφόρησε το 1991 με τον τίτλο "Το Σπίτι με τη Μουσμουλιά",ο αναγνώστης θα διαβάσει στο προλογικό σημείωμα ότι ο Σικελός (από την Κατάνη) συγγραφέας Τζιοβάνι Βέργκα υπήρξε ο θεμελιωτής και πιο σημαντικός εκπρόσωπος της ιταλικής σχολής του μυθιστορηματικού βερισμού,γνωστός για τη πυκνή και ακριβή απεικόνιση της ζωής των φτωχών αγροτών και ψαράδων της Σικελίας.
Τι σημαίνει όμως βερισμός,πότε μορφοποιείται [1] και σε τι είδους λογοτεχνικό ρεύμα εξελίσσεται; Ας ξεκινήσουμε απ΄αυτό,ενοποιώντας πληροφορίες από την σελίδα "Πολιτισμός-Ιστορία-Τέχνες", εδώ,και την Βικιπαίδεια,εδώ.
Βερισμός λοιπόν είναι ο γαλλικός νατουραλισμός (η απεικόνιση δηλαδή της πραγματικότητας με ακρίβεια και δίχως ωραιοποίηση)έτσι όπως απαντάται κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα και παίρνει συγκεκριμένα τοπικά χαρακτηριστικά στην Ιταλία.Ο όρος προέρχεται από την ιταλική λέξη verismo που σημαίνει πραγματισμός/ρεαλισμός και βασικοί του εισηγητές ήταν οι Ιταλοί Λουίτζι Καπουάνα, Τζιοβάνι Βέργκα (Σικελία) και η αγαπημένη σε μένα Γκράτσια Ντελέντα (Σαρδηνία)της οποίας το μυθιστόρημα "Καλαμιές στον Άνεμο" έχω επαινέσει παλιότερα στο μπλογκ.
Πρόδρομοι βέβαια του βερισμού ήταν οι Γάλλοι Ονορέ ντε Μπαλζάκ (ρεαλισμός) και Εμίλ Ζολά (νατουραλισμός).Όλοι οι βεριστές συγγραφείς προέρχονταν από τη νότια Ιταλία και επεδίωκαν την όσο το δυνατόν πιο πιστή και αντικειμενική περιγραφή της καθημερινότητας και της ψυχολογίας των κατώτερων τάξεων του ιταλικού νότου.Κύριος στόχος των βεριστών ήταν η παρουσία τους στην αφήγηση να μην γίνεται καν αισθητή .Το έργο με το οποίο ο βερισμός εμφανίζεται πρώτη φορά είναι η συλλογή διηγημάτων του Λουίτζι Καπουάνα "Πορτραίτα γυναικών" ("Profili di Donne"), που κυκλοφόρησε το 1877.
Ο Τζιοβάνι Βέργκα οργάνωσε τα δικά του μυθιστορήματα σ’έναν κύκλο υπό τον γενικό τίτλο "Οι Ηττημένοι",και σ΄αυτά ο αγώνας για τη ζωή τελειώνει πάντα με πικρή ήττα.Στον βερισμό ανήκουν επίσης ο Φεντερίκο ντε Ρομπέρτο, η αντιφασίστρια Ματίλντε Σεράο, ο φιλοφασίστας Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο [2]στην πρώτη του περίοδο και αρκετοί άλλοι οι οποίοι διαπίστωσαν ότι το λαϊκό κυρίως αλλά και μικρομεσαίο αστικό στοιχείο περιοχών όπως η Σικελία,η Νάπολη,η Τοσκάνη,η Σαρδηνία κά αποτελούσε μιαν ανεξάντλητη πηγή εξαιρετικών παρατηρήσεων,την οποία δεν είχε ως τότε αντιληφθεί η ιταλική πεζογραφία της εποχής.


Σκηνή από την έξοχη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι "Η Γη Τρέμει"(1948),που βασίστηκε στους "Μαλαβόλια" του Βέργκα.Οι περισσότεροι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες,κάτοικοι της Aci Trezza.


Οι Μαλαβόλια του Τζιοβάνι Βέργκα,σε πλήρη αντίθεση με το όνομά τους που σημαίνει κακή θέληση, είναι άκακοι,φτωχοί ψαράδες της Σικελίας του 1860 και μετά,που παλεύουν αδιάκοπα να τα βγάλουν πέρα με την σκληρή ζωή και την κακή τους τύχη.Ενός κακού μύρια έπονται και οι Μαλαβόλια που δεν πειράζουν ούτε μυρμήγκι-μυρμήγκια είναι κι οι ίδιοι,χαμάληδες του χαμηλού μεροκάματου που κι αυτό με δυσκολία το εξασφαλίζουν- γίνονται οι αποδέκτες της μεγαλύτερης διαδοχής συμφορών που μπορεί να φανταστεί κάποιος.Δεν είναι οι μόνοι.Η πλειοψηφία των κατοίκων της νότιας Ιταλίας, την ίδια περίπου εκείνη περίοδο που της κατσικώνεται οριστικά και η μαφία [3]στο ήδη σκυμμένο στους βασιλιάδες σβέρκο της,είναι οι αποδέκτες μιας κατάρας,θαρρείς,εναντίον της που την κάνει να μην μπορεί να δει άσπρη μέρα,να μη μπορεί να ορθοποδήσει πότε με το ένα πότε με το άλλο που της συμβαίνει και πότε ατομικά πότε συλλογικά να μην καταφέρνει να φάει γλυκό ψωμί κι οι λίγοι που τυχαίνει και τρώνε αυτό το γλυκό ψωμί να μην το μοιράζονται μα να κοιτάνε πώς ακόμα κι από τη συμφορά του διπλανού τους θα το αυγατίσουν .
Η οικογένεια του γέρο Ντόνι Μαλαβόλια είναι,ο καλός και σεβαστικός του γιος ο Μπαστιανάτσο,η νύφη του,η ήσυχη και λιγομίλητη γυναίκα τού Μπαστιανάτσο η Μαρούτσα(ή Λόγκα) και τα πέντε εγγόνια του:ο εικοσάχρονος ομορφονιός Ντόνι,τεμπελάκος και επιπόλαιος μα όχι κακός,ο Λούκα ο μυαλωμένος που πεθαίνει στην ναυμαχία της Lissa to 1866 όταν υπηρετεί τη θητεία του,η (Φιλου) Μένα που δεν σηκώνει μάτια από τον αργαλειό και αν και υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται άδολα γι αυτήν -ο Άλφιο ο αγωγιάτης-ξεμένει στο ράφι με μοναδική φροντίδα τα ανίψια που αποκτά, ο Αλέσι το φρόνιμο αγοράκι που πριν καλά καλά μεγαλώσει θα φορτωθεί τα βάρη της φαμίλιας και η (Ροζα)Λία,το στερνοπούλι,που όταν οι συμφορές τους αποδεκατίζουν φεύγει μα και πάλι όχι για να πάρει τον καλύτερο δρόμο.
Εκτός των Μαλαβόλια πολλά πρόσωπα,άριστα σκιαγραφημένα απ΄τον Βέργκα,συγχρωτίζονται εκεί, στην ασήμαντη Τρέτσα της Σικελίας,βιώνοντας καλές και κακές στιγμές, με τις κακές να είναι πολύ περισσότερες και τους ίδιους να βγάζουν τους χειρότερους εαυτούς τους, έτοιμοι να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλο και να ωφεληθούν από τις συμφορές του.
Οι πιο πολλές γυναίκες είναι γνήσια συμπληρώματα των αντρών που εκμεταλλεύονται συνεχώς ο ένας τον άλλο.Είναι κουτσομπόλες,γλωσσούδες και άσπλαγχνες κι ανταγωνίζονται κι αυτές σκληρά ή μια την άλλη στις προσπάθειές τους ,βουτηγμένες ως τον λαιμό στην κληροδοτημένη απόγνωσή τους για το επισφαλές μέλλον, να τσακώσουν τον όσο γίνεται πιο κατάλληλο γαμπρό με δέλεαρ το χωραφάκι ή την ταβέρνα ή ό,τι άλλο έχουν μπορετό.Δύσκολα περισσεύει και σπάνια εκδηλώνεται πραγματική συμπαράσταση στα βάσανα των γειτόνων κι ας μην είναι διόλου απίθανο να έρθουν την επόμενη μέρα τα δικά τους.Η παρατεταμένη φτώχεια είναι ο πιο κακός σύμβουλος και η μιζέρια και ο σαρκασμός έχει ριζώσει στις ψυχές τους.
Ανιψιές μέγαιρες πασχίζουν να στεφανωθούν τους ευκατάστατους θείους τους (!),κουνίστρες  -με τα μέτρα και σταθμά της εποχής βέβαια- κόρες,αυταρχικές μητέρες,συμφεροντολόγοι άντρες,πατεράδες και σύζυγοι των πιο πάνω, κάνουν λογής μικρότητες για να βάλουν χέρι στα όποια λεφτά των άλλων ομοίων τους,κοριτσάκια άγουρα επωμίζονται τις ευθύνες του μεγαλώματος των μικρότερων αδελφών τους επειδή οι πατεράδες τους σηκώνονται και φεύγουν ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους κι εντελώς ανήμπορες γυναίκες δεν παίρνουν απ΄αυτήν την σκληρόπετση κοινωνία παρά μόνον τέτοια πικρά λόγια σαν κι ετούτα παρακάτω:
  
"Η Λόκα θα βγει κερδισμένη στο τέλος"παρατηρούσε ο δον Σιλβέστρο."Τώρα που δεν υπάρχει το πρόσχημα ότι έχει κάποιον να τη συντηρεί,θα την βάλουν στο φτωχοκομείο και θα τρώει κρέας με μακαρόνια κάθε μέρα.Ειδαλλιώς θα ζει σε βάρος της κοινότητας"

Σκηνή από την ταινία του Βισκόντι "Η Γη Τρέμει"(1948)
Οι Μαλαβόλια μένουν στο ίδιο σπίτι στην Τρέτσα,όσο θυμούνται τον εαυτό τους,ένα απάνεμο σπίτι που έχει μια μουσμουλιά στην αυλή του,γι αυτό οι συντοπίτες κι οι ίδιοι το λένε το σπίτι της μουσμουλιάς.Οι Μαλαβόλια δεν έχουν τίποτ΄άλλο εκτός από το σπίτι της μουσμουλιάς,την χιλιομπαλωμένη βάρκα τους τη Προβιντέντσα και την εμβαπτισμένη σε αφόρητη παθητικότητα και μιζέρια τιμιότητά τους, την οποία μονίμως πληρώνουν ακριβά.Η μεγάλη περιπέτεια που μ΄αυτήν θα αρχίσει η καταστροφική τους πορεία ξεκινά όταν θαρρεύονται και ξανοίγονται με δουλειές που δεν τις έχουν ξαναεπιχειρήσει ή τέλος πάντων εκείνοι ειδικά δεν έχουν τον αέρα τους:ο τοκογλύφος της πόλης τούς χρεώνει μ΄ένα φορτίο χαλασμένα λούπινα-αυτός το ξέρει ότι είναι για πέταμα-που θα μεταφέρουν με την βάρκα τους για να τα εμπορευτούν σε γειτονικό λιμάνι.
Η βάρκα είναι το μοναδικό πράγμα που σώζεται από την τρικυμία που καταπίνει τον Μπαστιανάτσο και τους ανθρώπους που είχαν πάει μαζί του για την εξαρχής μουντζωμένη δουλειά -κι αυτή δηλαδή έχει γίνει χίλια κομμάτια στα βράχια και είναι άχρηστη-η οικογένεια βυθίζεται στο πένθος αλλά ο τοκογλύφος,του οποίου το μικρό όνομα είναι Κροτσιφίσο (crocifissio σημαίνει σταυρός και εσταυρωμένος,ίσως το όνομα του τοκογλύφου το βγάζει ειρωνικά από΄κει ο Βέργκα, γιατί και πολλά από τα άλλα ονόματα είναι παρατσούκλια)και είναι αυτός που θα παντρευτεί αργότερα την ίδια του την ανιψιά, αδιαφορεί αν ένας γέρος και μια χήρα με πέντε παιδιά πρέπει να κόψουν τον λαιμό τους για να του δώσουν τα λεφτά για το (χαλασμένο) εμπόρευμα.Το σπίτι σύντομα θα χαθεί γιατί τα χρέη θα πνίξουν τους Μαλαβόλια και οι αναποδιές θα διαδέχονται η μια την άλλη.

Η Τρέτσα σύσσωμη θα βολοδέρνει στην υποκρισία και στην αφέλεια,την δολιότητα και την κακία που φέρνει η φτώχεια και οι Μαλαβόλια με τροχοπέδη την παθητική,σχεδόν δουλική εντιμότητα και απραξία του γέρο Ντόνι δεν θα χορταίνουν ποτέ καλά τα άδεια τους στομάχια ούτε θα ζεσταίνουν τις διαλυμένες τους καρδιές.Αν υπάρχει διάκριση και μπορεί ο άνθρωπος να είναι έντιμος χωρίς να είναι σκλάβος αυτό είναι κάτι που ο γέρος με τις παροιμίες του δεν μπορεί καν να διανοηθεί. Ο θάνατος θα ξαναχτυπήσει το σπιτικό και θα πάρει τον μυαλωμένο Λούκα σε μια πολεμική σύγκρουση και την εργατική και ακάματη Λόγκα σε μια επιδημία χολέρας.Ο αφελής κατά βάθος Ντόνι εύκολα θα γίνει το μαύρο πρόβατο και θα χαλαλιστεί στην μιζέρια και την μικρότητα όλων,τραβώντας στην πτώση την οικογένειά του. 

Φτωχοί και λιγότερο φτωχοί ζυμώνονται στην ίδιασκάφη και γύρω στα 1860 [4] η σικελική κοινωνία αρχίζει να παίρνει θέση όπως μπορεί σε μια καινούργια περί οικονομίας αντίληψη που έρχεται απ΄ αλλού έστω κούτσα κούτσα και προς αυτήν:οι παραδοσιακές ως τότε αγροτικές και αλιευτικές της δουλειές δεν επαρκούν,τα βαρελάκια, για παράδειγμα,με την παστωμένη σαρδέλα που με χίλιους κόπους ψάρεψαν κι ετοιμάζουν οι Μαλαβόλια κι οι άλλες εργατικές οικογένειες δεν βγάζουν κέρδος που να τους καλύπτει επαρκώς και πρέπει να ξανοιχτούν σε άγνωστές τους δουλειές, όπως κάνουν λίγο λίγο σχεδόν όλοι,σαν ενδιάμεσοι ο ένας του άλλου και διευρύνοντας έναν εργασιακό κύκλο που γίνεται όλο και πιο σύνθετος.Ο κουρελοντυμένος τοκογλύφος είναι πανταχού παρών,θα προσθέτει ολοένα πελάτες, θα μεγαλώνει τον τζίρο του ασφαλίζοντας σε κάθε κλείσιμο συμφωνίας τη μίζα του, όπως θα κάνει κι ο πονηρός ταβερνιάρης που θα σπρώξει ξανά και ξανά το λαθραίο κρασί του κατεργάρη περιβολάρη που με τη σειρά του θα λαδώσει αδρά τον σουλατσαδόρο αστυνόμο για να κάνει τα στραβά μάτια και τον φαταούλα τελωνειακό και ούτω καθεξής.
Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί και όλα τα κατοπινά λαμόγια, στυλοβάτες ενός σάπιου συστήματος που ακόμα καλά κρατεί, έχουν πάρει τις θέσεις τους...

Γι αυτό πνίγεται -κι έχει το δίκιο του- ο νεαρός Ντόνι που επαναστατεί εντός του κι από την ώρα που επιστρέφει από τη θητεία στην Νάπολη πάει κόντρα στον γέρο που τον νουθετεί με τις παροιμίες του και με παρακάλια ον φέρνει για λίγο στο φιλότιμο οπότε ο Ντόνι  μετανιώνει και καταφέρνει να μην μπεκροπίνει στης ταβερνιάρισσας - άλλη συμφεροντολόγα κι αυτή,τον καλοβλέπει και τον μαζεύει να της κάνει τον νταή στους τσακωμούς του μαγαζιού της αλλά με την πρώτη ευκαιρία του δίνει τα παπούτσια στο χέρι- και για καμιά βδομάδα να μην νταραβερίζεται με τους μικροκακοποιούς της περιοχής. Ο Ντόνι χωμένος ως τον λαιμό στην ασωτία και στο ρεμπελιό στο τέλος θα κάνει την μεγαλύτερη βλακεία που θα μπορούσε πάνω στο μεθύσι του και θα τον συλλάβουν με αποτέλεσμα εκτός των άλλων τα αδέλφια του να στιγματιστούν δια παντός από την κακοδαιμονία της οικογένειας ..

Εκείνος δεν ήθελε να κάνει τίποτε.Τι τον ένοιαζε για τη βάρκα και για το σπίτι;Αφού μετά θα ερχόταν άλλη μια άσχημη χρονιά,άλλη μια επιδημία χολέρας,άλλη μια συμφορά,και θα έτρωγαν και τη βάρκα και το σπίτι και θα έπρεπε να ξαναρχίσουν πάλι από το μηδέν αν τα μυρμήγκια.Ωραίο πράγμα!Και μήπως όταν θα είχαν το σπίτι και τη βάρκα δεν θα δούλευαν άλλο;Μήπως θα έτρωγαν κρέας και μακαρόνια κάθε μέρα;Ενώ εκεί κάτω,εκεί που είχε πάει αυτός,υπήρχε κόσμος που κυκλοφορούσε πάντα με άμαξες.Άνθρωποι που ο δον Φράνκο και ο γραμματέας δούλευαν σαν τα γαϊδούρια μουντζουρώνοντας παλιόχαρτα και χτυπώντας βρώμικο νερό στο γουδί.Ήθελε να ξέρει τουλάχιστον γιατί υπήρχαν άνθρωποι σ΄αυτόν τον κόσμο που καλοπερνούσαν χωρίς να κάνουν τίποτα,που ήταν γεννημένοι πλούσιοι,κι άνθρωποι που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και τραβούσαν το καρότσι με τα δόντια σ΄όλη τους τη ζωή.

Η αφήγηση της ζωής των Μαλαβόλια είναι απόλυτα ρεαλιστική, είναι η αποτύπωση της σύνολης εθνολογικής πραγματικότητας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα στην πάμπτωχη Σικελία που εκφράζεται μέσα από τις παροιμίες του πατριάρχη της οικογένειας (εδώ του γέρο Ντόνι,που για κάθε περίσταση έχει το κατάλληλο γνωμικό,βγαλμένο από την πείρα της τραχιάς ζωής),την περιγραφή του κύκλου των εποχών που καθορίζουν τις αγροτικές και λοιπές δουλειές που δυνητικά τους τρέφουν , την κατάδειξη της ισχύος του νομικού συστήματος για την ιδιοκτησία της γης (συμβολαιογράφοι , δικηγόροι κτλ συμβουλεύουν συνεχώς και πραγματοποιούν μεταβιβάσεις,προικώα,κατασχέσεις κτλ και οι άνθρωποι κρέμονται κυριολεκτικά από τα χωραφάκια ή τα σπίτια κι ό,τι άλλο  καταφέρνουν να έχουν)και τις θρησκευτικές λειτουργίες,την εξομολόγηση κυρίως,που χρησιμοποιείται ως άλλοθι των πράξεων που έχουν υπαγορεύσει όλα τα προηγούμενα.


Η Τρέτσα σήμερα(δεν την λες και πανέμορφη ούτε τώρα)
Η Τρέτσα παλιότερα
Ο χώρος στον οποίο στήνεται το σκηνικό είναι όπως είπαμε αληθινός,είναι η Τρέτσα,(η Aci Trezza κοντά στην Κατάνη και στο ηφαίστειο της Αίτνας) και στην πλατεία της συναντιέται όλος ο ταπεινός μικρόκοσμος που περιγράφει εξαιρετικά και πυκνά ο Βέργκα.Εκεί βρίσκεται το φαρμακείο που σ΄ αυτό μαζεύονται οι τοπικοί  προύχοντες,οι μορφωμένοι,ο σπετσέρης(ο φαρμακοποιός),ο βικάριος(ο παπάς), ο γραμματέας της κοινότητας μα κι ο κουρέας κι ο υπαξιωματικός των τελωνοφυλάκων και γίνονται οι ατέρμονες κούφιες πολιτικές συζητήσεις τους ,έτσι για να γίνονται,για τον βασιλιά και τον πάπα, την επανάσταση,τους Ιταλούς σε Βορρά και Νότο και τους ίδιους στο Άτσι Τρέτσα και τι θέλουν,η ταβέρνα που μεθάνε και οι εργάτες και οι τεμπέληδες και η εκκλησία που ο χορτάτος παπάς εξομολογεί και λειτουργεί τους πιστούς. 

Στο μεταξύ βράζει ο τόπος,εδάφη και βασίλεια στην Ιταλία αποσχίζονται ή προσαρτώνται,πληθυσμοί μετακινούνται,παλιές αυτοκρατορίες διαλύονται ή ενοποιούνται,τοπικοί πόλεμοι και συγκρούσεις ταλαιπωρούν δεκάδες μέρη στην Ευρώπη σχεδόν απ'άκρη σε άκρη και παράλληλα με όλα αυτά τα τρομαχτικά και παρά την φτώχεια εκατομμυρίων ανθρώπων η επιστήμη κι η τεχνολογία πετυχαίνουν καταπληκτικά πράγματα.Από τον τηλέγραφο το 1838 ως την εισαγωγή της αναισθησίας στην ιατρική (με αιθέρα ως πρώτο αναισθητικό) το 1846 ο αιώνας αυτός προβλέπεται συγκλονιστικός σ΄ όλα τα επίπεδα και πράγματι ήταν και μάλιστα από κάθε άποψη.
Ο Βέργκα όμως δεν ενδιαφέρεται,τουλάχιστον δεν το δείχνει σε πρώτο επίπεδο,γι αυτά.Ο κόσμος του δεν είναι ο λαμπερός αστικός,επιστημονικός,καλλιτεχνικός και εμπορικός κόσμος που προχωρά όλο και πιο μπροστά επιταχύνοντας τον βηματισμό του προς μια ανάπτυξη που είναι πρωτοφανής αν και ταξικά παρέμενε δραματικά άνιση για δεκαετίες.Ο Βέργκα ασχολείται μ΄έναν μόνιμα ειρωνικό και μαζί γλυκόπικρο και απαισιόδοξο τόνο να δίνει ιδιαιτερότητα στην οξυδερκή και διεισδυτική γραφή του με την μελαγχολική τοπική του αφήγηση,με δια ταύτα του ότι οι Μαλαβόλια αυτού του κόσμου δεν έχουν σωτηρία.

Αφίσα της ταινίας του Βισκόντι

[1]Η από πολλούς σινεφίλ θεωρούμενη αριστουργηματική ταινία του Βισκόντι "Η Γη Τρέμει" του 1948,γυρισμένη στην τρομερή κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Ιταλία λόγω του Β΄ Παγκόσμιου (τρομερή βέβαια αν δεν την συγκρίνουμε με ό,τι γινόταν στην Ελλάδα την ίδια περίοδο, οπότε η φτώχεια των Ιταλών μοιάζει σχεδόν αμελητέα),βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Τζιοβάνι Βέργκα και σηματοδοτεί χρονικά το ευρύτερο καλλιτεχνικό ρεύμα του βερισμού ,όταν αυτός δεκαετίες αργότερα στον ιταλικό κινηματογράφο έγινε γνωστός με τον όρο νεορεαλισμός.

[2]Γιατί δίνω τις ετικέτες τους αυτές;Επειδή είναι ανάγκη περισσότερο,πιστεύω,από κάθε άλλη φορά μετά την μεταπολίτευση η σε βάθος απόκτηση γνώσης των ιστορικοπολιτικών πλαισίων της εποχής και των αντιλήψεων των προσώπων που εμπλέκονται,ακόμα και μετά τον φυσικό θάνατό τους, στη διαμόρφωση,είτε ενός κοινωνικού φαινομένου είτε ενός καλλιτεχνικού κινήματος εντός και εκτός της χώρας μας.Στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή ανθεί η ηθογραφία (ρεαλιστική ή ειδυλλιακή )και ο Βέργκα θα θυμίσει στον πεπειραμένο αναγνώστη θαυμάσιους δικούς μας λογοτέχνες ,με κάποιες διαφορές πάντως,σαν τον Παπαδιαμάντη(1851-1911),τον Καρκαβίτσα(1865-1922),τον Βιζυηνό (1849- 1896),τον Εφταλιώτη (1849-1923),τον Δροσίνη (1859-1951) κά .
Έχει μεγάλη σημασία, ανάμεσα στα άλλα,η αξιολόγηση της συγκαιρινής τους ιδεολογικής πλευράς (που μπορεί να απηχεί θρησκευτικές ή φιλοσοφικές απόψεις ή θεωρίες) από την οποία περιγράφεται το γεγονός ή εμφορείται το έργο.Εμείς στην σημερινή τεχνηέντως εξισωτική,χωρίς πρωτοπόρες ιδεολογίες και ασφαλή συστήματα αξιών ,την αποτυχημένα παγκοσμιοποιημένη εποχή μας καλό είναι να κάνουμε νηφάλια σύνθεση όσων διαβάζουμε και μαθαίνουμε έχοντας διασταυρώσει και περάσει από ψιλή κρησάρα όλες τις αναγνωστικές προσλήψεις, ακόμα και αυτές από τα μυθιστορήματα.
Γιατί;Διότι η μελέτη και η ανάλυση αυτών που μαθαίνουμε από τα βιβλία  σε καιρούς ειρήνης, για μας και τους γειτονικούς μας λαούς,θα βοηθήσουν στην πνευματική επιβίωσή μας όταν θα έρθουν ξανά τα λησμονημένα πικρά και δύσκολα της Ιστορίας μας,μερικά από τα οποία είναι ήδη πολύ κοντά και πάλι.Ο νοών ,ειδικά μετά το γκραν γκινιόλ πραξικόπημα στην γείτονα και την απόδοση τιμωρίας κυριολεκτικά στους δρόμους , νοείτω.

[3]Ο Βέργκα δίνει -άθελά του, υποθέτω,δεν θα μπορούσε να ξέρει την μελλοντική τους χρησιμότητα- πληροφορίες για τις απαρχές δικτύωσης της οργάνωσης που η ίδρυσή της έχει μόλις προηγηθεί (στα μέσα  του ίδιου αιώνα),όταν αναφέρεται στο μπλέξιμο του Ντόνι Μαλαβόλια,του πιο επιρρεπούς στην εξ ανάγκης μικροπαρανομία ήρωά του,με τους αστυνομικούς (σαν τον Δον Μικέλε που κυρίως γαμπρίζει αλλά δεν παραλείπει να θυμίζει ότι είναι εξουσία όπου τον βολεύει),τους λογής μικρολαθρέμπορους και μικροκακοποιούς που έχουν αρχίσει να κάνουν σχεδόν φανερά και πάντως προκλητικά τις δουλειές τους στις ακτές του νησιού και να ασκούν ένα είδος πίεσης των πραγμάτων ανακατεύοντας και τους ξελιγωμένους από την πείνα και τις κακουχίες κατοίκους στα χαΐρια τους ή κάνοντας τους εξ αυτών περισσότερο άπληστους να τους μιμούνται,όταν φτάνουν στον πάτο της απόγνωσης οι μεν και του πιο εύκολου κέρδους οι δε.Γράφει (κι είναι τα λόγια του πατέρα της πονηρής ταβερνιάρισσας αυτά): "Τον δον Μικέλε τον χρειάζεσαι πάντοτε.Ο περβολάρης Φιλίπο δέκα φορές μου είπε ότι πρέπει να ξεμπερδεύουμε και ότι το καινούργιο κρασί δε μπορεί να το κρατάει άλλο στο υπόγειο και πρέπει πια να το βγάλει στο λαθρεμπόριο".

[4]Το 1860 η Σικελία, μετά την εκστρατεία του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι ενώθηκε με την υπόλοιπη Ιταλία.Το 1861ο Γκαριμπάλντι ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Ιταλίας για λογαριασμό του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Β', καθώς έπεσαν και τα τελευταία φρούρια της Γκαέτα και της Μεσσίνα. Το 1866 το Παλέρμο επαναστάτησε κατά της Ιταλίας, η πόλη όμως βομβαρδίστηκε από το ιταλικό ναυτικό και οι πρωτεργάτες της επανάστασης εκτελέστηκαν, με αποτέλεσμα η Σικελία να υποταχθεί ξανά στο Ιταλικό κράτος. Από το 1861 έως το 1871, έλαβε χώρα ένας εκτεταμένος ανταρτοπόλεμος κατά των «ενωτικών», σε όλη τη Σικελία και νότια Ιταλία. Οι ιταλικές κυβερνήσεις επέβαλαν στρατιωτικό νόμο και ο ιταλικός στρατός ρήμαξε την περιοχή, εκτέλεσε χιλιάδες κατοίκους, φυλάκισε δεκάδες χιλιάδων,κατέστρεψε χωριά και απέλασε κόσμο.Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή της οικονομίας της περιοχής και τη μαζική μετανάστευση. Το 1894, εργατικές ταραχές έφεραν ξανά τον στρατιωτικό νόμο.(από την Βικιπαίδεια,εδώ)

Σχόλια