Παλιό ήταν το αυτοκινητάκι τους.


"Something Old and Blue",Carol Marine


Τηλεφωνήθηκα με φίλη αγαπητή σήμερα το μεσημέρι, είχαμε κάνα δυο μέρες να τα πούμε,τι κάνεις με ρώτησε,πώς είσαι,τι κάνει η μαμά σου,αχ,γιατί δεν είναι καλύτερα,άστα,γέρασε για τα καλά η μαμά μου, της απάντησα,δεν μπορώ να το χωνέψω ότι δεν είναι πια αυτή η κοκέτα που έβαζε το πιο ωραίο της φουστάνι και στολιζόταν κι έβγαινε να πάει στα σουαρέ με τις φιλενάδες της,εσείς τι κάνετε,πότε θα φύγετε,κι εμείς καλά,με τα δικά μας,όπως τα ξέρεις,βγήκε η ημερομηνία που παρουσιάζεται ο μικρός,7 Σεπτέμβρη,η μεγάλη έφυγε για τριήμερο,τσίμα τσίμα τα λεφτά της,αυτά,δηλαδή και κάτι άλλα, σημερινά, εμείς τελικά δεν θα φύγουμε,πάει το αυτοκινητάκι μας,μου λέει ξαφνικά μα σχεδόν ψύχραιμα,παλιό ήταν,το ξέρεις αυτό, χωρίς κλιματιστικό και πολλά πολλά μα την έκανε ακόμα την δουλειά του μια χαρά και μαζί πάνε και τα διπλώματα της οδήγησης,κάτι γυαλιά ηλίου και μερικά ακόμα πράγματα άλλα παλιά άλλα όχι, ριγμένα στο ντουλαπάκι χύμα ,καλά καλά δεν τα θυμάμαι,πάει όμως το στερεοφωνικό που αυτό,ε,αυτό ήταν μέτριο μα καλό,καινούργιο,πάνε και τα cd γιατί οι φτηνοκλέφτες που λιμπίστηκαν μέρα μεσημέρι ένα ασήμαντο νισάν,είκοσι χρόνων παλιατσαρία, διάολε, πού φτάσαμε,να βουτάνε μέχρι και τις αντίκες,τα cd θα τα πετάξουν πρώτα και καλύτερα,έτσι μου είπε κομπιάζοντας λίγο,σιγά μην ακούνε μουσική που δεν είναι για σκύλους και ναι,σου φαίνομαι εντάξει τώρα μα στεναχωρήθηκα,και δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή για άλλο αυτή τη στιγμή και πολλές στιγμές στο εγγύς και στο απώτερο μέλλον,ποιο μέλλον σ΄αυτή την χώρα ακριβώς δεν ξέρω πια, ακόμα χρωστάω στα κωλοταμεία,ούτε το δάνειο της στέγης έχει ξοφληθεί, μα πως στο καλό σας το κλέψανε,απορώ,τίποτα δεν ακούσατε,μα γιατί δεν το είχατε στο γκαράζ,μια φορά έσπασε ο εξαποδώ το ποδάρι του κι έμεινε έξω,μπροστά απ΄το σπίτι και ποιος να πιστέψει ότι θα κλέβανε το πιο παλιό της γειτονιάς,δεν ξέρω αν έγινε αργά τη νύχτα ή πράγματι μέρα μεσημέρι μα αφήσανε ένα τρακαρισμένο με αναμμένη μηχανή και πήρανε το δικό μας,οι διάδες είπαν ότι αφήσανε το τρακαρισμένο γιατί ήταν "βρώμικο",κατάλαβες,και πήραν το πιο εύκολο, ούτε συναγερμός ούτε τίποτα στο νισάν,το άλλο το τσεκάρανε,κι αυτό κλεμμένο, δώσαμε στοιχεία, περιγραφή και τα ρέστα,δεν πιστεύω να γίνει τίποτα,το νισάν του ΄94 θα σκοτιστούν να ψάχνουν κι εκεί σταμάτησε να λέει τι συνέβη γιατί ήρθε στο νου της κι ήταν λιγάκι περίεργο μα και γλυκό μαζί μέσα στην μαυρίλα της, όπως μου εξομολογήθηκε, η ιστορία,όλη αυτή η ιστορία που κουβάλαγε στις ρόδες του το ασημί τους αυτοκινητάκι,οι καλές και κακές στιγμές,οι λύπες,οι χαρές,η εικόνα του μωρού να κοιμάται στο καθισματάκι του,ύστερα οι εκδρομές και με τα δυο παιδιά,μανία με τις εκδρομές, ναυτίες και ρουκέτες και έκπληκτα μάτια μετά,μαμάκα συγγνώμη δεν μπορούσα να κρατηθώ ή μπαμπούλη σταμάτα, σταμάτα, πότε φτάνουμε,κατουριέμαι σου λέω κι όλα τα ταπεινά και βέβαια αστεία που συμβαίνουν στ΄ αυτοκίνητα των απλών ανθρώπων καθώς παλιώνουν κι αυτά σιγά σιγά μαζί τους και τα τραγούδια και τα πειράγματα,γέλια,νεύρα,οι αφηρημάδες,τι έκανε λέει,δεν πήρες την τσάντα σου, μονίμως φεύγουμε μπουρ μπουρ, άντε πάλι πίσω και ,θ΄ αργήσεις και με τίποτα δεν προλαβαίνω κι εγώ το σουπερμάρκετ ,κι εκείνες οι επεισοδιακές προσκοπικές κατασκηνώσεις με το υλικό του συστήματος,-τι ξύλα,τι σκηνές, τι κοντάρια, ένα βουνό να ξεχειλίζει με τα πιο  απίθανα συμπράγκαλα -,οι βόλτες,τα νυχτερινά τρεχάματα στα νοσοκομεία για ψύλλου πήδημα μα και για σοβαρά πράγματα,ευτυχώς τίποτα κακό,οι επιστροφές από πρωτοχρονιάτικα γλέντια και γενέθλια,τραπέζια,βαφτίσια,γάμους μα και ξόδια αγαπημένων,η περασιά από το σπίτι της γιαγιάς να πάρουμε μια σπανακόπιτα με φύλλο που άνοιξε με τα μαγικά της χέρια,η λεμονιά στην αυλή να γέρνει φορτωμένη,οι σινεφίλ κινηματογράφοι που τρέχαμε τα καλοκαίρια, θυμάμαι έναν στη Νέα Σμύρνη που βρήκαμε θέση σε κάτι σκοτάδια να το παρκάρουμε και λέγαμε, αμάν,θα μας το βουτήξουν τίποτα κλεφτρόνια εδώ πέρα, ήταν ακόμα καινούργιο και μιαν άλλη φορά,το θυμάσαι,μαζί μας ήσουν,το βάλαμε σε κάτι χωράφια,στην Επίδαυρο για μια Αντιγόνη, γερό αμάξι όμως,οι δρόμοι για τα βυζαντινά εκκλησάκια της άγνωστης Σαλαμίνας το ξέρουν καλά πόσο γερό είναι,γεμάτοι πέτρες και σκαψίματα από τις βροχές,χωμένοι σε πευκοδάσος που δεν το ζυγώνουν οι τρελαμένοι που θέλουνε δάση από ομπρέλες,ομπρέλες και ξαπλώστρες, όλη η παραλία ομπρέλες,η ανάπτυξη του καραγκιόζη η πρόοδος του χατζατζάρη, κι εκείνες οι μικρές αγγαρείες, άντε θα έρθω να σε πάρω εγώ από τον σταθμό να μη βραχείς και κουκουλώσου καλά,πιες λίγο σιρόπι και πάμε μια αυτοκινητάδα στην Καστέλα,να δούμε τα πυροτεχνήματα, μα τι έχεις στο πορτμπαγκάζ και κοπανάει έτσι, άφησα φαίνεται ανοιχτή την εργαλειοθήκη και σκορπίσανε,ε,μα μη κάθεστε με τα μαγιό μουσκίδι στα καθίσματα,εκατό φορές  το΄χω πει,το πηγαινέλα για φροντιστήρια,για μαθήματα ,πρόβες στο ωδείο και μετά για συναυλίες με οδηγό πια αυτόν που κάποτε,μόλις χτες,χτες σου λέω,το καταλαβαίνεις,ήταν το μωρό στο καθισματάκι,α,στο καλό,πότε έγινε άντρας και οδηγεί,αχ,πόσο ανησυχώ κι όλο του λέω πρόσεχε και ξανά πρόσεχε,ε,χαχα,μα δεν θα πάρω του χρόνου άντε του παραχρόνου δικό μου,αμάν πια, που έχει δέκα χρόνια να το πλύνει ο μπαμπάς,μωρέ τι μας λες,πάρε πρώτα εσύ δικό σου και πέρνα το και με κερί κάθε μέρα,και θυμάμαι τώρα και τα ταξίδια μ΄όλα αυτά τα καράβια του Αιγαίου και τα μπωφόρ και τα στεριανά ταξίδια σ΄όλη την Ελλάδα,με ήλιους και χιόνια κι άλλα,κι άλλα κι άλλα πολλά, μη σε ζαλίζω τώρα.
Είκοσι χρόνια φορτωμένο με τις καθημερινότητες το αυτοκινητάκι και σε μια στιγμή πάει και δεν ήξερα ότι θα στεναχωριόμουν τόσο,όχι μονάχα που δεν το έχω τώρα και μάλλον δεν θα το ξαναβρώ ποτέ μα που δεν το βλέπω να τα θυμάμαι όλα αυτά. 

Μη στεναχωριέσαι,της είπα,κι αν δεν βρεθεί ή αν βρεθεί και δεν είναι εντάξει,τι να έλεγα, δεν ήξερα, τι λένε οι φίλοι σ΄αυτές τις περιπτώσεις,εσείς να΄στε καλά και δεν μπορεί θα πάρετε άλλο, θα δεις,θα τα βολέψετε,θα πάρει κι ο γκρινιάρης ένα δικό του και είθε να το φορτώσετε κι αυτό με τις στιγμές σας τις καινούργιες κι αυτές, θα δεις,μόνο καλές θα είναι.

Σχόλια

  1. Αληθινό πέρα για πέρα....άψυχο αντικείμενο γεμάτο από τις δικές σας ψυχές...πλημμυρισμένο από αναμνήσεις!!δεν υπάρχουν λόγια να γράψω πως αισθάνομαι απλά οτι σε συναισθάνομαι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ένα κουβάρι λέξεων,ακριβώς γι αυτό γραμμένο έτσι.Αρχικά δεν ήθελα να βάλω ούτε μια τελεία,κόμμα,τίποτα.Απλά να τραβάω κλωστούλες.Ξέρεις, εσύ καλύτερα απ΄τον καθένα.

      Διαγραφή
  2. Βιβή μου, συγκλονιστικό!!!Το ρουφάς απνευστί, όπως ακριβώς απνευστί είναι γραμμένο...Μόνο όταν είναι κάτι αληθινό, έχει συμβεί δηλαδή, μπορείς να το αποδώσεις μ' ένα τέτοιο καταιγισμό λέξεων...Απολαυστικό, γλυκόπικρο, με χιούμορ που τσακίζει κόκκαλα, αναμνήσεις που όλοι μας λίγο πολύ βιώσαμε κ βιώνουμε, πως να μην ταυτιστούμε, όπως είναι το ζητούμενο εν τέλει...Στα χνάρια της λατινοαμερικάνικης κ ισπανικής λογοτεχνίας ένα διήγημα κόσμημα...Εύγε, φιλενάδα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρένα μου,πάντα με τον καλό σου λόγο,γενναιόδωρη κι ευγενική ψυχή εσύ....

      Διαγραφή
  3. Εξαιρετικό. ... πώς ζωντάνεψες ένα "άψυχο" αντικείμενο με μιας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εκτονώθηκα να λες,αν δεν έγραφα κάτι θα έσκαγα πιο πολύ δεν ήθελα να σκαρώσω ένα ποστ στο facebook.

      Διαγραφή
  4. Τι νοσταλγικό και γλυκό κείμενο! Χάρμα να το διαβάζεις. Μπράβο Βιβή.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σουμέλα, είσαι πολύ καλός άνθρωπος!

      Διαγραφή
  5. Μου άρεσε η δύσκολη τεχνική που διάλεξες για να εκφραστείς γιατί βγάζει το κείμενο από το πολύ προσωπικό επίπεδο και το κάνει δικό μας αν όχι για ένα αυτοκίνητο, για κάτι άλλο άψυχο μεν αλλά που είχαμε λόγους να είμαστε δεμένοι κι ας ήταν κάτι υλικό.Μπράβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η τεχνική της ...αδρεναλίνης;Ε,δεν την λες και δύσκολη.Πάντως ευχαριστώ για το καλόγνωμο σχόλιο.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου