Μάρη Θεοδοσοπούλου.Περί "Κάδμως",της Μέλπως Αξιώτη.Α΄ & Β' Μέρος.



Η Μάρη Θεοδοσοπούλου έφυγε στις 9 Αυγούστου του 2016.Θα την μνημονεύουμε με ευγνωμοσύνη για το έργο της.
Αναδημοσίευση από το Ex Libris.

Αλλά ποιος σή­με­ρα, δια­βά­ζο­ντας, προ­σέ­χει τη λέ­ξη; 
Μέλπω Αξιώτη
«Η Κάδμω»
Φιλολογική επιμ. - Επίμετρο - Σχόλια
Μαρία Κακαβούλια
Εκδ. Κέδρος, Οκτ. 2015

Α' Μέρος
Στο πε­ριο­δι­κό «Η Συ­νέ­χεια», Απρί­λιο 1973, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου έ­γρα­φε για το τε­λευ­ταίο βι­βλίο της Μέλ­πως Αξιώ­τη «Η Κάδ­μω»: “Κα­τα­χρη­στι­κά μπο­ρεί να ο­νο­μα­στεί αυ­το­βιο­γρα­φία, για­τί α­που­σιά­ζουν οι ε­ξω­τε­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές, και οι σχέ­σεις με υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι α­σή­μα­ντες...” Πράγ­μα­τι, στα Σχό­λια, πέ­ραν των λο­γο­τε­χνι­κών α­να­φο­ρών, τα υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι μό­λις δυο. Η Μαί­ρη Μι­κέ, σε ο­μι­λία της, φθι­νό­πω­ρο 1991, σχο­λία­ζε: “Η δο­μή και ε­ξαι­τίας της α­που­σίας μιας ορ­θο­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης της πλο­κής, πα­ρου­σιά­ζε­ται θρυμ­μα­τι­σμέ­νη έ­τσι και το κεί­με­νο πα­ρου­σιά­ζε­ται δια­σπα­σμέ­νο, συ­νε­χές και ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο.” Μή­πως, ό­μως, αν γνω­ρί­ζα­με τα βιο­γρα­φι­κά της Αξιώ­τη πλη­ρέ­στε­ρα, α­νι­χνεύα­με τη “δο­μή” αυ­τής της λαν­θά­νου­σας “αυ­το­βιο­γρα­φίας”; Ή, έ­στω, δια­βλέ­πα­με τις στα­θε­ρές ε­νός πραγ­μα­το­λο­γι­κού πλαι­σίου;
Η α­φή­γη­ση, σε δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο, α­πο­δί­δει τον εν­διά­θε­το λό­γο, που πυ­κνώ­νει. Η γρα­φή εί­ναι συ­νειρ­μι­κή, ω­στό­σο, στον τρό­πο που α­να­κα­λού­νται οι πα­ρα­στά­σεις δια­φαί­νε­ται η ε­πι­θυ­μία, α­φε­νός μεν, πα­ρου­σία­σης συ­γκε­κρι­μέ­νου αυ­το­βιο­γρα­φι­κού υ­λι­κού και α­φε­τέ­ρου, ο­ρι­σμέ­νης α­φη­γη­μα­τι­κής δό­μη­σης αυ­τού του υ­λι­κού. Άρα, υ­πάρ­χει τό­ση πλο­κή, ό­ση ε­πι­τρέ­πει η μνη­μο­νι­κή πε­ρι­χα­ρά­κω­ση. Όπως, δη­λα­δή, ο προ­φο­ρι­κός λό­γος σε μία ο­μι­λία, ό­ταν δεν μέ­νει τε­λείως ε­λεύ­θε­ρος, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό έ­να προ­σχε­δία­σμα. Αυ­τό γί­νε­ται δυσ­διά­κρι­το, ό­ταν πρό­κει­ται για χα­ρι­σμα­τι­κό ο­μι­λη­τή ή, σω­στό­τε­ρα, α­φη­γη­τή, που ε­ξα­πλώ­νε­ται σε χυ­μώ­δεις πα­ρεκ­βά­σεις χω­ρίς να χά­νει το υ­φά­δι. Ή, στην πε­ρί­πτω­ση του μο­ντερ­νί­στι­κου γρα­πτού λό­γου, στον ο­ποίο μία πα­ρά­στα­ση συ­μπα­ρα­σύ­ρει ά­λυ­σο συ­να­φών και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­τάσ­σε­ται δί­πλα στην ε­πό­με­νη, χω­ρίς υ­πο­ψία χα­σμω­δίας.
Κα­τ’ αρ­χήν, προς διευ­κό­λυν­ση, χρειά­ζε­ται ει­δο­λο­γι­κός προσ­διο­ρι­σμός, τον ο­ποίο η συγ­γρα­φέ­ας, ει­κά­ζου­με, α­φού δεν μνη­μο­νεύε­ται, πως δεν εί­χε δώ­σει. Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, α­να­φέ­ρε­ται ως “κεί­με­νο”, ό­πως στην πρώ­τη κρι­τι­κή του Αλέξ. Κοτ­ζιά, που δη­μο­σιεύ­τη­κε 8 Ιουλ. 1972, για την πρώ­τη, και μέ­χρι πρό­τι­νος μο­να­δι­κή, έκ­δο­ση, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει Ιούν. 1972. Στα χρο­νο­λό­για, φέ­ρε­ται ως “διή­γη­ση”, στα “αυ­τά­κια” των Απά­ντων ως “νου­βέ­λα”, στη Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, ο Τά­κης Καρ­βέ­λης το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “πε­ζο­γρά­φη­μα”, η Μι­κέ το α­να­φέ­ρει ως “α­φή­γη­μα”, ε­νώ ο Αργυ­ρίου το χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­νεν­δοία­στα “το πέ­μπτο μυ­θι­στό­ρη­μά της”. Και πράγ­μα­τι, ε­φό­σον υ­πάρ­χει η πα­ρα­δο­χή του μυ­θο­πλα­στι­κά ορ­γα­νω­μέ­νου κει­μέ­νου, η ε­πι­λο­γή πε­ριο­ρί­ζε­ται σε νου­βέ­λα ή μυ­θι­στό­ρη­μα. Από την άλ­λη, κα­τά τη γνώ­μη μας, στην ό­ποια πλο­κή δια­κρί­νε­ται, στα πρό­σω­πα που σκια­γρα­φού­νται στο πε­ρί­τε­χνο της α­πό­κρυ­ψης ως σε μα­γι­κή ει­κό­να, δεν ται­ριά­ζει ο ό­ρος νου­βέ­λα. 
Μυ­θι­στό­ρη­μα, λοι­πόν. Μό­νο που σή­με­ρα, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι δο­μούν με φρά­σεις, ό­χι με λέ­ξεις. Η Αξιώ­τη, αυ­τό το τε­λευ­ταίο της βι­βλίο, το “χτί­ζει” με λέ­ξεις. Οι λέ­ξεις, που ο­νο­μα­τί­ζουν τα πράγ­μα­τα,αυ­τές που πρώ­τες μα­θαί­νου­με, κι αυ­τές που πρώ­τες ξε­χνού­με, ό­ταν η τρο­πή του βίου μάς με­τα­φυ­τεύει σε άλ­λο τό­πο. “Πρέ­πει να συ­νη­θί­σεις τη λέ­ξη μέ­σα στη φρά­ση, να ε­φαρ­μό­ζει κα­λά, ό­πως το δέρ­μα”, ή­ταν η έ­γνοιά της, Άνοι­ξη 1972, που γρά­φει τις κα­τα­λη­κτι­κές σε­λί­δες του βι­βλίου. Τις στερ­νές για τη νε­κρή α­γα­πη­μέ­νη γυ­ναί­κα “ή για την γα­ζία που ξε­περ­νού­σε τον τοί­χο ε­κεί­νης της αυ­λής”. Ποιας γυ­ναί­κας; Ποιας αυ­λής; Την α­πά­ντη­ση την δί­νουν οι λέ­ξεις. Αλλά ποιος σή­με­ρα, δια­βά­ζο­ντας, προ­σέ­χει τη λέ­ξη; 
Με­τά έρ­χε­ται ο τίτ­λος. Σύμ­φω­να με το ε­κτε­νές (μό­λις δέ­κα σε­λί­δες υ­πο­λει­πό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) Επί­με­τρο της Μα­ρίας Κα­κα­βού­λια, το ό­νο­μα Κάδ­μω “προέρ­χε­ται α­πό τον ή­ρωα Κάδ­μο, πι­θα­νόν λό­γω του αρ­χαίου μύ­θου για την ι­στο­ρία της γρα­φής που συν­δέε­ται με το ό­νο­μά του, ί­σως και λό­γω των πε­ρι­πλα­νή­σεών του προς α­να­ζή­τη­ση της α­δελ­φής του Ευ­ρώ­πης”.Δε­δο­μέ­νου ό­τι η Κάδ­μω εμ­φα­νί­ζε­ται ως alter ego της συγ­γραφέως, αν δε­χτού­με την πρώ­τη εκ­δο­χή, α­πο­δί­δου­με έ­παρ­ση στην Αξιώ­τη, πως φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν ως φέ­ρου­σα τα γράμ­μα­τα. Όσο για την δεύ­τε­ρη, δεν α­ντι­στοι­χεί στα δε­δο­μέ­να του βίου της.Εκεί­νη δεν α­να­ζή­τη­σε την Ευ­ρώ­πη. Από τα πά­τρια ε­δά­φη εκ­διώ­χθη­κε,κι ό­μως, προς αυ­τά έ­μει­νε στραμ­μέ­νη. Πα­ρα­δό­ξως, ε­πι­λέ­γει ό­νο­μα άρ­ρε­νος ή­ρωα, ε­νώ πλεί­στα ό­σα θή­λεια της μυ­θο­λο­γίας εί­ναι “φω­νο­λο­γι­κά σύμ­με­τρα του ο­νό­μα­τος Μέλ­πω”, αν δε­χτού­με πως αυ­τό βά­ρυ­νε στην ε­πι­λο­γή, κα­τά τον ι­σχυ­ρι­σμό της ε­πι­με­λή­τριας. Να ση­μειώ­σου­με πως το θη­λυ­κό ό­νο­μα πλά­θε­ται α­πό τη δο­τι­κή πτώ­ση του αρ­σε­νι­κού: τω Κάδ­μω, που θυ­μί­ζου­με πως ε­τυ­μο­λο­γεί­ται και ως “ο εξ Ανα­το­λών άν­θρω­πος”. 
Το μυ­θο­πλα­στι­κό πρό­σω­πο της Κάδ­μως πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη, «Το σπί­τι μου». Του­λά­χι­στον στην τε­λι­κή του μορ­φή, που εκ­δί­δε­ται το 1965. Για­τί η κυο­φο­ρία του εί­χε ξε­κι­νή­σει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, με την ε­γκα­τά­στα­σή της στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο, Φθι­νό­πω­ρο 1958. Ήδη, ά­νοι­ξη 1959, η συγ­γρα­φέ­ας εί­χε στεί­λει στην «Επι­θεώ­ρη­ση Τέ­χνης» το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, ως έ­να δεύ­τε­ρο μυ­κο­νιά­τι­κο διή­γη­μα, με­τά το πρώ­το που εί­χε δη­μο­σιευ­θεί, Χει­μώ­να 1957. Με τον τίτ­λο, «Και­νή Δια­θή­κη», ως α­δη­μο­σίευ­το η­μι­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα, το α­να­φέ­ρει ο Ρί­τσος στις ε­πι­στο­λές του, την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, Δεκ 1962 - Ιούλ. 1964. Την πα­ρα­κι­νού­σε συ­νε­χώς να το συ­νε­χί­σει. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή, μά­λι­στα, εύ­χε­ται να το τε­λειώ­σει με την προσ­δο­κώ­με­νη τό­τε ως ε­πι­κεί­με­νη ε­πι­στρο­φή της στην Ελλά­δα. 
Ει­κά­ζου­με πως το «Και­νή Δια­θή­κη», που φέρ­νει μα­ζί της, εί­ναι τα τρία πρώ­τα κε­φά­λαια, και πι­θα­νώς, με­ρι­κά α­κό­μη α­πό τα υ­πό­λοι­πα 12, χω­ρίς, ό­μως, τα ει­σα­γω­γι­κά τους, πλα­γιο­γράμ­μα­τα τμή­μα­τα, στα ο­ποία εμ­φα­νί­ζε­ται ως κε­ντρι­κό πρό­σω­πο η Κάδ­μω. Δη­λα­δή, έ­να μι­κρό­τε­ρο ή με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό τις μυ­κο­νιά­τι­κες διη­γή­σεις. Στην εκ­δο­χή του βι­βλίου, η συγ­γρα­φέ­ας αυ­τών των διη­γή­σεων βρί­σκε­ται στην υ­πε­ρο­ρία, αλ­λά­ζο­ντας τό­πους κα­τοι­κίας, Πα­ρί­σι – Βε­ρο­λί­νο – Βαρ­σο­βία. Στο τε­λι­κό, 16ο κε­φά­λαιο, υ­πάρ­χει μό­νο αυ­τή, με τον έν­δον λό­γο σε τρί­το πρό­σω­πο και πλα­γιο­γράμ­μα­τη γρα­φή. Δεκ. 1964: “Η Κάδ­μω πε­τά... Ανά­με­σα γης και ου­ρα­νού... Τώ­ρα μοι­ρά­ζο­νται στο α­ε­ρο­πλά­νο τα χαρ­τιά της ε­ξό­δου: ό­νο­μα του ε­πι­βά­τη, κα­τοι­κία, πα­τρί­δα. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο συλ­λο­γί­ζε­ται η Κάδ­μω... Βα­σι­λι­κή υ­πο­γρα­φή της το εί­χε α­φαι­ρέ­σει... Η ώ­ρα τώ­ρα εί­ναι 7.20΄βρα­δυ­νή...τα πρώ­τα φώ­τα της πό­λης...” 
Το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, «Το σπί­τι μου», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο χρο­νι­κές πε­ριό­δους, κα­θώς οι μνή­μες α­πό τη γε­νέ­τει­ρα α­να­κα­λού­νται στα χρό­νια της α­που­σίας. Επί­σης, το βι­βλίο της Κάδ­μως μοι­ρά­ζε­ται σε δυο χρό­νους, με κα­τα­λη­κτι­κό ση­μείο τον χρό­νο του “γυ­ρι­σμού”, ό­πως και τιτ­λο­φο­ρεί­ται το τε­λευ­ταίο, 13ο κε­φά­λαιο. Σε αυ­τό, το “τό­τε” το­πο­θε­τεί­ται, στα­θε­ρά ως ε­πω­δός, ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός, “πριν τριά­ντα χρό­νια”, το “τώ­ρα”, ό­μως, με­τα­κι­νεί­ται με­τα­ξύ του χρό­νου του “γυ­ρι­σμού” και ε­κεί­νου της γρα­φής, ε­νώ ο αλ­λο­τι­νός τό­πος, εί­ναι η Αθή­να. Οι μνή­μες α­πό έ­να τμή­μα της α­θη­ναϊκής πε­ριό­δου, ό­ταν κα­τοι­κεί σε παν­σιόν, α­φού έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει τα οι­κο­γε­νεια­κά σπί­τια της ξα­να­πα­ντρε­μέ­νης μη­τέ­ρας της και της χή­ρας μη­τριάς της, α­πο­τε­λούν το θέ­μα του τέ­ταρ­του και τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Δύ­σκο­λες νύ­χτες». Εκεί, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος. Στο βι­βλίο της Κάδ­μως, η συ­νέ­χεια ξε­δι­πλώ­νε­ται σε πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο. Αφο­ρά την α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο, που ξε­κι­νά­ει α­πό τό­τε που κα­τοί­κη­σε για πρώ­τη φο­ρά μό­νη της στην πρω­τεύου­σα μέ­χρι το 1947, που α­να­χώ­ρη­σε για Πα­ρί­σι. 
Αν και ό­ταν α­να­φέ­ρει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια “την πε­ριο­χή της Λα­γκό­ρς”, “το λι­μά­νι της Albissola” ή και τη Γέ­νο­βα, με τις πα­λαιό­τε­ρες μνή­μες α­να­κα­τώ­νο­νται ε­ντυ­πώ­σεις α­πό το τε­λευ­ταίο της τα­ξί­δι, κα­λο­καί­ρι 1966. Από τα του­ρι­στι­κά μέ­ρη, συ­γκρα­τεί τα ε­ρεί­πια ε­νός χω­ριού, το “κου­φά­ρι” α­πό το σπί­τι της Γαλ­λί­δας, το πο­λε­μι­κό κα­ρά­βι α­πό σί­δε­ρο που το νί­κη­σε το κύ­μα, την Ακρό­πο­λη που την ε­ξευ­τέ­λι­ζαν χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το ό­νο­μα ως τίτ­λο “τρα­το­ρίας”. Δεν πρό­κει­ται για ε­τε­ρό­κλη­τες μνή­μες. Το θέ­μα της εί­ναι οι θά­να­τοι, ό­λοι οι θά­να­τοι, πραγ­μά­των και αν­θρώ­πων. Ένας α­πό αυ­τούς και ο χω­ρι­σμός α­πό την πα­τρί­δα. Σε αυ­τούς λαν­θά­νει, κι ας μνη­μο­νεύε­ται κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο θά­να­τος ε­νός α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που, το ο­ποίο α­πο­κρύ­πτε­ται, ό­πως και τα αι­σθή­μα­τα της Κάδ­μως α­πέ­να­ντί του.

Επει­δή ο χώ­ρος της σε­λί­δας είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νος, συ­νέ­χεια και τέ­λος Πε­ρί Κάδ­μως την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θεοδοσοπούλου 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/6/2016.

1η φωτογραφία: Η Μέλπω Αξιώτη κατά την περίοδο του επαναπατρισμού.

2η φωτογραφία: Οπίσθια όψη κάρτ-ποστάλ του Γιάννη Ρίτσου προς την Αξιώτη, στο Βερολίνο, με ημερομηνία 5.VII.63. Φωτ. από τον τόμο: Γιάννης Ρίτσος, Μέλπω Αξιώτη, «Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966)», επιμέλ. Μαίρη Μικέ, Άγρα, Δεκ. 2015. Σχόλια στον τόμο έχουν δημοσιευθεί στο φύλλο της Εποχής: 17/4/2016.

Β΄μέρος
Συ­νέ­χεια χω­ρίς συν­δε­τι­κό σχό­λιο α­πό το φύλ­λο της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής.




Το βι­βλίο της Κάδ­μως α­πο­τε­λεί­ται α­πό 13 κε­φά­λαια ά­νι­σα σε έ­κτα­ση, με τίτ­λους που προϊδεά­ζουν για το πε­ριε­χό­με­νο. Το κα­θέ­να, με λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­γκε­κρι­μέ­νο χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα ως προς την κύ­ρια α­να­κα­λού­με­νη πα­ρά­στα­ση, με α­πο­τέ­λε­σμα η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των κε­φα­λαίων να μην εί­ναι πά­ντο­τε εμ­φα­νής. Από τα βι­βλία της, α­να­κα­λού­νται οι θή­λειες υ­πάρ­ξεις, που πλά­στη­καν ως α­ντι­κα­το­πτρι­σμός των δι­κών της α­γα­πη­μέ­νων. “Όσα ε­σύ ε­κα­τα­σκεύα­σες ι­δίως πλή­θος γυ­ναί­κες, για­τί η γυ­ναί­κα προ­πα­ντός εί­ναι πλά­σμα πα­ρα­μυ­θέ­νιο”, λέει εις ε­αυ­τόν. Και ό­ταν μια φο­ρά, ό­λη κι ό­λη, α­νά­με­σα στις λέ­ξεις που δη­λώ­νουν θά­να­το, προ­βάλ­λει η λέ­ξη έ­ρω­τας, συ­νο­δεύε­ται α­πό την ει­κό­να “κά­ποιων γυ­ναι­κών που πάλ­λο­νται τα στή­θη τους α­πό την η­δο­νή”. 


Το πρώ­το κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Τα πράγ­μα­τα», α­να­φέ­ρε­ται σε πε­ρίο­δο της δε­κα­ε­τίας του ’30. Ξε­κι­νά­ει α­πό την πρώ­τη της κα­τοι­κία, “το η­μιυ­πό­γειο στην ο­δό Αρι­στο­τέ­λους”, ό­που βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νη στο τρα­πέ­ζι με μια κό­λα ρι­γω­τό χαρ­τί μπρο­στά της, χω­ρίς ση­μειώ­σεις, και φτά­νει μέ­χρι την η­μέ­ρα, που “άρ­πα­ξε η μη­χα­νή” το πρώ­το γρα­φτό και το έ­κα­νε βι­βλίο, που ση­μαί­νει κά­τι τε­λε­σί­δι­κο, με τις λέ­ξεις “ά­σβη­στες”, μό­νο του να “τρέ­χει στο δρό­μο”. Αυ­τή εί­ναι η μία ση­μα­το­δό­τη­ση, με βά­ση το γρά­ψι­μο. “Σπου­δαία υ­πό­θε­ση το γρά­ψι­μο”, ό­πως ο έ­ρω­τας. Και στα δυο “πε­ρι­μέ­νεις να σου έρ­θει πρώ­τα η ε­πι­θυ­μία”. Μια ε­ρω­τι­κή θή­λεια ύ­παρ­ξη δί­νει τη δεύ­τε­ρη ση­μα­το­δό­τη­ση. Από τό­τε που “η Μπί­λιω έ­γει­ρε πά­νω στα μα­στι­χιά μα­ξι­λά­ρια” μέ­χρι τον πρόω­ρο θά­να­τό της, “μια μνή­μη κα­κή”. Στο ξε­κί­νη­μα του βι­βλίου, μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η Μπί­λιω α­νή­κει στΙς γυ­ναί­κες που έ­πλα­σε, ή σε ε­κεί­νες που α­γά­πη­σε. 


Το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρά­τευ­ση», φέ­ρει το ευ­κρι­νέ­στε­ρο ό­λων χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα, ί­σως για­τί ρό­λο α­φη­γη­τή α­να­λαμ­βά­νει έ­να ρο­λόι. “Ένα τε­ρά­στιο σι­δε­ρέ­νιο ρο­λόι, ο­λο­στρόγ­γυ­λο σαν το φεγ­γά­ρι, με δυο ψι­λού­τσι­κα πο­δα­ρά­κια”. Το ά­φη­ναν α­κούρ­δι­στο, α­φού υ­πήρ­χαν στο σπί­τι άλ­λα δυο, με­τα­γε­νέ­στε­ρης τε­χνι­κής: το έ­να “έ­βγαι­νε στο δρό­μο, στε­ρεω­μέ­νο πά­νω στο χέ­ρι της σπι­το­νοι­κο­κυ­ράς”, το άλ­λο, “πά­ντα δί­πλα της τη νύ­χτα, α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο μι­κρό τρα­πε­ζά­κι”. Χα­λά­ει το πρώ­το, παίρ­νει ε­κεί­νη το δεύ­τε­ρο, το χώ­νει στη τσά­ντα της. Κά­πο­τε, το δα­νεί­ζει σε μια κο­πέ­λα, “για τα πα­ρά­νο­μα ρα­ντε­βού, που δί­χως ρο­λόι, εί­ναι πράγ­μα α­δύ­να­το”. Τό­τε, κουρ­δί­ζει το τε­ρά­στιο ρο­λόι και μια Κυ­ρια­κή το βγά­ζει βόλ­τα “χω­μέ­νο μέ­σα σ’ έ­να τα­γά­ρι”. Ήταν χει­μώ­νας 1941, ό­ταν ε­κεί­νη, “ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, φο­ρώ­ντας έ­να χο­ντρό α­ντρι­κό παλ­τό, με κρε­μα­σμέ­νο στον ώ­μο της έ­να τε­ρά­στιο τα­γά­ρι”, χτύ­πη­σε το κου­δού­νι στο σπί­τι της οι­κο­γέ­νειας Ζέη. Ακο­λού­θη­σαν άλ­λες τρεις. “Κά­θε τέ­ταρ­το και α­πό μία”: Καί­τη Ζεύ­γου, Μα­ρία Σβώ­λου, Ηλέκ­τρα Απο­στό­λου, ό­πως συ­μπλη­ρώ­νει η Άλκη Ζέη, στην πρό­σφα­τη Αυ­το­βιο­γρα­φία της. 


Το τρί­το εί­ναι έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Συ­νά­ντη­ση». Η α­φη­γή­τρια α­να­ζη­τά­ει το πα­ρελ­θόν στα αλ­λο­τι­νά βι­βλία της. Όταν βρι­σκό­ταν σε “τό­πους που δεν τους βλέ­πει πια η συ­νή­θεια”, τα εί­χε ξε­χά­σει. Στο σή­με­ρα, που γρά­φει, άρ­χι­σε και πά­λι να τα θυ­μά­ται. Ήρθαν οι η­ρωί­δες των βι­βλίων της να την συ­να­ντή­σουν. Για πρώ­τη φο­ρά, α­να­φέ­ρει την τε­τρά­δα, Άννα, Μα­ρία, Ισμή­νη, Κάδ­μω, που ε­πα­νέρ­χε­ται στην α­φή­γη­ση, ση­μα­το­δο­τώ­ντας τον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της. Μέ­ρος του και “οι Μι­χα­λί­νες που συ­ντρό­φια­σε, ή την συ­ντρό­φια­σα­ν”. 


Στα ε­πό­με­να κε­φά­λαια, τα σπί­τια και οι θά­να­τοι δη­λώ­νουν το χρό­νο. Ως στα­θε­ρή α­να­φο­ρά, πα­ρα­μέ­νει το σπί­τι της Κάδ­μως. Μνη­μο­νεύο­νται δυο μό­νο έ­πι­πλα, τα ο­ποία α­ντι­στοι­χούν σε δυο στά­σεις της ί­διας. Το τρί­κλι­νο τρα­πέ­ζι, ό­που κά­θε­ται και γρά­φει, και το κρε­βά­τι, ό­που, πά­λι κα­θι­στή, με τη ρά­χη α­κου­μπι­σμέ­νη στο μα­ξι­λά­ρι, θυ­μά­ται. Το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, για τα μέ­τρα και σταθ­μά του βι­βλίου, ε­κτε­νές, με τον αό­ρι­στο τίτ­λο «Διά­φο­ρα», πη­γαι­νοέρ­χε­ται στο χρό­νο. Ανα­φέ­ρο­νται κα­τοι­κίες της και θά­να­τοι. Προσ­διο­ρι­στι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­τοι­κίας μό­νο το ο­νο­μα­το­λό­γιο των δρό­μω­ν: Αρι­στο­τέ­λους, Τι­μο­λέ­ο­ντος στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο, Κε­φαλ­λη­νίας, Γκου­φιέ στο Κου­κά­κι. Μια α­πο­θή­κη της ο­δού Μπε­νά­κη έ­γι­νε, με την α­να­χώ­ρη­σή της, η κα­τοι­κία των βι­βλίων της. Δύο οι θά­να­τοι, και οι δυο α­πό καρ­διά: του Πορ­φύ­ρη, που “έ­σπα­σε η καρ­διά του” στο δρό­μο και πέ­θα­νε στο νο­σο­κο­μείο, χω­ρίς να μά­θει πως ήρ­θε ο φα­σι­σμός. Προ­φα­νώς, ο Πορ­φύ­ρης Κο­νί­δης, ο Κ. Πορ­φύ­ρης της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης», που πέ­θα­νε στις 14 Μαΐ 1967. Και ο θά­να­τος της Λου­κίας, 28 χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Της Λου­κίας Φω­το­πού­λου, σύμ­φω­να με το σχό­λιο της ε­πι­με­λή­τριας. Που, ό­μως, συ­σκο­τί­ζει ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. 


Σε ό­λο το βι­βλίο, οι πε­ρι­γρα­φές του γε­ρά­σμα­τος, φθά­νο­ντας μέ­χρι τη στα­δια­κή με­τα­μόρ­φω­ση του η­λι­κιω­μέ­νου σε α­ντι­κεί­με­νο, βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία με τη φθο­ρά των α­ντι­κει­μέ­νων, κα­θώς προ­χω­ρά­ει έως την α­πο­σύν­θε­ση. Μέ­χρι και ο τρό­πος, που α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη των κα­τά­λοι­πων ε­νός α­πο­θα­νό­ντος σε συγ­γε­νι­κά χέ­ρια, προ­κα­λεί με την κυ­νι­κή του γυ­μνό­τη­τα. Στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Πα­ρα­δείγ­μα­τα», α­να­μη­ρυ­κά­ζει τους τό­πους της ε­ξο­ρίας της, πε­ρι­γρά­φο­ντας δυο συ­να­πα­ντή­μα­τα με ε­ξό­ρι­στους. Το έ­να στο Βε­ρο­λί­νο, με “τον πρώ­το γραμ­μα­τέα του ι­σπα­νι­κού κόμ­μα­τος”, και το δεύ­τε­ρο, με έ­ναν Βούλ­γα­ρο, που α­νή­κει στη δι­κή της μι­κροϊστο­ρία. 


Στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Μνή­μη», εμ­φα­νί­ζε­ται έ­να ί­χνος α­πό το σύν­δρο­μο της Ηλέκ­τρας, ο πα­τέ­ρας, τα κομ­μά­τια μου­σι­κής σε χο­ντρό χαρ­τί, που οι γυ­ναί­κες του σπι­τιού χρη­σι­μο­ποιούν για χαρ­τί πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τος. Δεν αρ­πά­ζε­ται α­πό την πα­ρη­γο­ριά της μνή­μης, α­ντί­θε­τα, κα­τα­λή­γει στη μα­ταιό­τη­τα κά­θε προ­σπά­θειας, φθά­νο­ντας στο δι­κό της θά­να­το. Η μνή­μη έ­χει τους δι­κούς της κα­νό­νες. Το κο­ντι­νό και το μα­κρι­νό δεν εί­ναι μό­νο συ­νάρ­τη­ση του χρό­νου, αλ­λά και του τρό­που που τα έ­ζη­σες. Στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ει­κό­νες», το Βε­ρο­λί­νο εί­ναι ο τό­πος που “πριν τριά­ντα χρό­νια” εν­θου­σια­ζό­ταν ό­ταν το βομ­βάρ­δι­ζαν, αλ­λά και ο τό­πος κα­τοι­κίας της για χρό­νια. Στο τώ­ρα της Αθή­νας, νο­σταλ­γεί “Πα­ρί­σι, Βε­ρο­λί­νο, Βαρ­σο­βία”. Η α­φή­γη­ση αι­σθη­το­ποιεί τη γνω­στή ε­πω­δό, και “τό­τε χά­νεις την αί­σθη­ση του χρό­νου, την αί­σθη­ση του τό­που”.


Πα­ρό­τι το ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο έ­χει τίτ­λο «Πο­λι­τείες», η κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση εί­ναι τα σπί­τια. Αλλά­ζει ο μέ­τοι­κος τό­πο, αλ­λά­ζει σπί­τι, αλ­λά δεν έ­χει που­θε­νά έ­να σπί­τι, που για τους πολ­λούς ση­μαί­νει ι­διο­κτη­σία. Η Αξιώ­τη, γε­νι­κό­τε­ρα ο α­ρι­στε­ρός πα­λαιό­τε­ρων και­ρών, δεν εί­χε έ­ντο­νο το αί­σθη­μα της ι­διο­κτη­σίας. Εδώ, “πο­λι­τείες” εί­ναι τα μυ­κο­νιά­τι­κα σπί­τια των παπ­πού­δων και ε­κεί­νο το α­θη­ναϊκό της ο­δού Με­νάν­δρου, ό­που “γεν­νή­θη­κε, πα­ντρεύ­τη­κε, πέ­θα­νε η μη­τέ­ρα”, “το κολ­λη­τό με το Εθνι­κό Θέ­α­τρο”. Το κε­φά­λαιο, ό­που ζω­ντα­νεύει την τό­τε και την νυν γει­το­νιά ε­κεί­νου του σπι­τιού, το τιτ­λο­φο­ρεί «Στρο­φή», πι­θα­νώς για­τί δεί­χνει την με­ταλ­λα­γή στά­σεως των αλ­λο­τι­νών και των ση­με­ρι­νών κα­τοί­κων του. Το βα­σι­κό, ό­μως, που άλ­λα­ξε, εί­ναι ο ρυθ­μός του χρό­νου, “τό­τε στα­θε­ρός, τώ­ρα κου­τρου­βα­λά”. Ακό­μη και στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρο­φή», κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση στην α­φη­γη­μα­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση έ­χουν τα σπί­τια, α­πό τα α­θη­ναϊκά μέ­χρι “τα τρο­μα­κτι­κά κτί­ρια” του Βε­ρο­λί­νου.


Και στα 13 κε­φά­λαια, σαν ε­κλάμ­ψεις σύλ­λη­ψης, που ση­μα­το­δο­τούν το χρό­νο, ε­πα­νέρ­χο­νται οι αλ­λη­γο­ρι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του α­φη­γη­μα­τι­κού Εγώ. “Ήσουν έ­να φυ­τό... Ήσουν έ­να πη­γά­δι... Ήσουν έ­να η­φαί­στειο... οι ψυ­χές των πε­θα­μέ­νων σε κα­τοι­κού­νε”. Εκεί­νων που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­γά­πη­σες. Ανα­φέ­ρε­ται ο ερ­γο­στα­σιάρ­χης ε­ρα­στής, που έ­κα­ψε το δέ­μα με τα ε­ρω­τι­κά γράμ­μα­τα που του έ­στελ­νες, ό­ταν ε­σύ ε­πι­στρα­τεύ­τη­κες ι­δε­ο­λο­γι­κά. Ακό­μη ο Αλέ­ξαν­δρος α­πό τις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», αλ­λά με το α­λη­θι­νό του ό­νο­μα. Όλο το πα­ρελ­θόν, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα αλ­λά και οι μυ­θο­πλα­στι­κοί τους α­ντι­κα­το­πτρι­σμοί. Το βι­βλίο της Κάδ­μως, ό­μως, α­νοί­γει και κλεί­νει με την Μπί­λιω. Ποιο εί­ναι το α­λη­θι­νό ό­νο­μά της; 


Υπάρ­χει η Μπί­λιω του Μα­λα­κά­ση: “Η κό­ρη ε­νός θα­λασ­σι­νού κ’ ε­νός λι­μνιώ­τη η α­δερ­φή, / Κ’ η μο­σκο­θυ­γα­τέ­ρα, / ...Της Κυ­ρ’ Αννιώ η Μπί­λιω, / Πρώ­τη μου α­γά­πη...” Έτσι αρ­χί­ζει «Το Με­σο­λογ­γί­τι­κο», που ο ποιη­τής δη­μο­σίευ­σε το 1914. Ο εκ πα­τρός παπ­πούς, ο Πα­νά­γος Αξιώ­της, 25 χρό­νια πρε­σβύ­τε­ρος του ποιη­τή, τον εί­χε τα­κτι­κό προ­σκε­κλη­μέ­νο στο σπί­τι του στην Αθή­να, πι­θα­νώς να τον εί­χε φι­λο­ξε­νή­σει και στο νη­σί. Τον γνώ­ρι­ζε η εγ­γο­νή του. Η Κάδ­μω θυ­μά­ται: “«Και να με­τράς», μας εί­πε μια φο­ρά ο Μα­λα­κά­σης, «και νά ’ναι η Μπί­λιω τριά­ντα χρό­νια μες στη γη»”. Αν, α­ντί για 30 βά­λου­με 33, έ­χου­με το δί­στι­χο με το ο­ποίο κλεί­νει το γνω­στό­τε­ρο ποίη­μα του Μα­λα­κά­ση «Ο Τά­κη-Πλού­μας», μό­νο που ε­κεί­νος εί­ναι πλά­σμα της φα­ντα­σίας του ποιη­τή. Όχι, ό­μως, και η Μπί­λιώ του.


Υπάρ­χει και η Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη: “Αργά μι­λού­σες μπρος στον ή­λιο / και τώ­ρα εί­ναι σκο­τά­δι / κι ή­σουν της μοί­ρας μου υ­φά­δι / συ, που θα λέ­γαν Μπί­λιω”. Έτσι αρ­χί­ζει το δεύ­τε­ρο ποίη­μα, «Αργά μι­λού­σες», της πρώ­της συλ­λο­γής του, «Στρο­φή», που ε­ξέ­δω­σε το 1931. Αργό­τε­ρα, φα­νε­ρώ­θη­κε η Μπί­λιω του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Έξι νύ­χτες στην Ακρό­πο­λη», που εκ­δό­θη­κε το 1974, με­τά τον θά­να­το και του ποιη­τή και της Αξιώ­τη. Η Μπί­λιω της Κάδ­μως “εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει έ­να πε­λώ­ριο πι­θα­νόν βι­βλίο”, αλ­λά “πέ­θα­νε πο­λύ πρόω­ρα”, α­πό ε­κεί­νο το γρα­φτό έ­μει­νε μό­νο μια φρά­ση. Σε τρία κε­φά­λαια, μνη­μο­νεύε­ται ο θά­να­τός της. Σε τρία άλ­λα, ο θά­να­τος της Λου­κίας. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­ση, το σε­φε­ρι­κό «Άρνη­ση», με τους τό­σο γνω­στούς στί­χους, “Στο πε­ρι­γιά­λι το κρυ­φό κι άσ­προ σαν πε­ρι­στέ­ρι...” , γρά­φτη­κε για την Λου­κία. Τη Λου ή και Σα­λώ­μη ή και Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη. Την Λου­κία Φω­το­πού­λου, δεύ­τε­ρη ε­ξα­δέλ­φη της Αξιώ­τη εκ μη­τρός. 


“Στο σπί­τι της ο­δού Καρ­νεά­δου, απ’ ό­που βγά­λα­νε τη Λου­κία νε­κρή”. Πράγ­μα­τι, Ιούλ. 1939, που πε­θαί­νει η Φω­το­πού­λου, κα­τοι­κού­σε με τη μη­τέ­ρα και την κό­ρη της στην ο­δό Καρ­νεά­δου, έ­χο­ντας ε­γκα­τα­λεί­ψει α­πό χρό­νια τη συ­ζυ­γι­κή στέ­γη του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Ανα­στά­σιου Λου­κί­δη. Πού πέ­θα­νε η Λου­κία; Σύμ­φω­να με το σχό­λιο, που συμ­φω­νεί με την πε­ρι­γρα­φή της α­φή­γη­σης, στους Δελ­φούς. Σύμ­φω­να με άλ­λη πη­γή, στην Ύδρα. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως η Λου­κία της Κάδ­μως “μπή­κε νε­κρή μέ­σα στην πο­λι­τεία, πά­νω στα γό­να­τα του ζω­ντα­νού αν­θρώ­που που την συ­νο­δεύει.” “Δεν άν­θε­ξε η καρ­διά της”. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν θέ­λει να μι­λή­σει για τους ε­ρα­στές, ού­τε της Λου­κίας, ού­τε της Μπί­λιως. Δεν την εν­δια­φέ­ρει, ποιος εί­ναι ο “ζω­ντα­νός άν­θρω­πος” που τε­λευ­ταίος την α­γκά­λια­σε. Ποιη­τής; Ζω­γρά­φος; Και τα δυο; Αυ­τά στο βι­βλίο της Μπί­λιως, που δεν γρά­φτη­κε, αλ­λά που, πι­θα­νώς, αν γρα­φό­ταν, να ή­ταν ε­λευ­θε­ριά­ζον, ό­πως ε­κεί­νο που η Κάδ­μω θυ­μά­ται πως πο­λύ ά­ρε­σε στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’30. Να εί­χε ά­ρα­γε δια­βά­σει η Αξιώ­τη το “ρω­μά­ντσο” της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη «Η ε­ρω­μέ­νη της»; Λί­ζα ο­νο­μά­ζει τη φί­λη της α­φη­γή­τριας στις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», και αυ­τή ά­τα­κτη, ό­χι ό­μως στον ί­διο βαθ­μό με τη Λί­ζα της Ρω­ζέτ­τη. Ωστό­σο, μια κά­ποια ε­ρω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα πλα­νά­ται στη σχέ­ση των δυο κο­ρι­τσιών. Σύ­μπτω­ση; 


Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, αν ό­χι τη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι η «Κάδ­μω» εί­ναι το πιο βα­σα­νι­στι­κά α­πο­σταγ­μέ­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη. Μέ­σα ό­μως στην α­πό­στα­ξη, ε­κεί­νη κι­νεί­ται, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα προ­γε­νέ­στε­ρα βι­βλία της, σαν δυσ­διά­κρι­τη σκιά. Εύ­στο­χα ή ά­στο­χα, πά­ντως α­νί­χνευ­ση αυ­τής της σκιάς ε­πι­χει­ρή­σα­με. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, ό­χι ό­μως ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ε­κεί­νο που α­που­σιά­ζει και στην πε­ρί­πτω­ση της Αξιώ­τη, εί­ναι μια εν­δε­λε­χής βι­βλιο­γρα­φία.

                                                                                                                                  Μ. Θεοδοσοπούλου


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/7/2016.
Φωτο: Η Αξιώτη σε σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, γνωστού και με την γαλλόγλωσση συγκοπή Pazzi.

Σχόλια