"Όνειρο" & "Η Σαμπάνια" ,Άντον Τσέχοφ (1860-1904)

Από την συλλογή "Ρώσικες Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες"*

Όνειρο
(Γιορτινό διήγημα)

Τυχαίνει καμιά φορά ο χειμώνας,κακιωμένος λες με την ανθρώπινη ανεπάρκεια,να συμμαχεί μ'ένα σκληρό φθινόπωρο και να δουλεύουν από κοινού.Στο σκοτεινιασμένο,ομιχλώδη αέρα τότε βροχή και χιόνι στροβιλίζονται ταυτόχρονα.Ο άνεμος,υγρός,κρύος,διαπεραστικός,με ανεξάντλητη κακία χτυπάει στα παράθυρα και στις στέγες.Ουρλιάζει στις καπνοδόχους και κλαίει στους εξαερισμούς. Στη σκοτεινή,σαν καπνιά,ατμόσφαιρα κρέμεται η θλίψη... Η φύση είναι αναστατωμένη... Υγρασία, κρύο και φρίκη...Τέτοιος ακριβώς ήταν ο καιρός τη νύχτα των Χριστουγέννων του 1882,τότε που δεν συγκαταλεγόμουν ακόμα στην κοινωνία των φυλακισμένων,αλλά υπηρετούσα ως εκτιμητής στο ενεχυροδανειστήριο του εν αποστρατεία λοχαγού Τουπάγιεφ.
Η ώρα ήταν δώδεκα.Η αποθήκη,στην οποία κατόπιν απαίτησης του αφεντικού είχα το νυχτερινό μου κατάλυμα και παρίστανα το τσομπανόσκυλο,φωτιζόταν αμυδρά από το γαλάζιο φως ενός καντηλιού. Ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο,φίσκα στα μπαούλα,τα ζεμπίλια,τα ράφια...Στους γκρίζους ξύλινους τοίχους,από τις χαραμάδες των οποίων ξεπρόβαλαν βρόμικα στουπιά,κρέμονταν παλτά από γούνες λαγών,γάντζοι,όπλα,πίνακες,φωτιστικά,μια κιθάρα...
Εγώ,υποχρεωμένος να φυλάω τις νύχτες όλα αυτά τα αγαθά, ξάπλωνα πάνω σε ένα μεγάλο κόκκινο μπαούλο πίσω από την προθήκη με τα πολύτιμα αντικείμενα και συλλογισμένος κοιτούσα το φως του καντηλιού.Για κάποιο λόγο ένιωθα φόβο.Τα πράγματα που φυλάσσονται στα ενεχυροδανειστήρια είναι τρομαχτικά.Τη νύχτα,στο αμυδρό φως του καντηλιού μοιάζουν ζωντανά.Τώρα μάλιστα, που έξω από το παράθυρο κλαψούριζε η βροχή και στο τζάκι και πάνω από τη στέγη λυπητερά ο αέρας αλυκτούσε ,μου φαινόταν πως άκουγα τους λυπητερούς τους ήχους.Πριν καταλήξουν εδώ, έπρεπε να περάσουν από τα χέρια του εκτιμητή, δηλαδή από τα δικά μου, γι' αυτό και ήξερα τα πάντα για το καθένα από αυτά...
Ήξερα, για παράδειγμα,ότι με τα λεφτά που δόθηκαν γι' αυτή την κιθάρα,αγοράστηκαν φάρμακα για το βήχα της φθίσης.Ότι με το πιστόλι εκείνο αυτοκτόνησε ένας αλκοολικός. Η γυναίκα του έκρυψε το πιστόλι από την αστυνομία,το ενεχυρίασε σε μας και αγόρασε το φέρετρο.Το βραχιόλι που με κοιτάζει από την προθήκη,το έφερε ο ίδιος άνθρωπος που το είχε κλέψει.Δυο κεντητά μεσοφόρια με το νούμερο 178,υποθηκεύτηκαν από μια κοπέλα που χρειαζόταν ένα ρούβλι για την είσοδο στο Salon,όπου είχε αποφασίσει να δουλέψει προσφέροντας τον εαυτό της.Εν ολίγοις,σε καθένα από τα αντικείμενα διάβαζα την αδιέξοδη θλίψη,την αρρώστια,το έγκλημα,την ακολασία επί χρήμασι...
Τη νύχτα των Χριστουγέννων τα αντικείμενα αυτά είχαν γίνει ιδιαιτέρως εύγλωττα."Άσε μας να φύγουμε!" μου φαινόταν πως κλαψούριζαν,μαζί με τον αέρα."Άφησέ μας!"Όμως δεν ήταν μόνο τα πράγματα που ξυπνούσαν μέσα μου τον φόβο.Κάθε φορά που πρόβαλα το κεφάλι μου πίσω από την προθήκη κι έριχνα μια δειλή ματιά στο σκοτεινό,αχνισμένο παράθυρο,μου φαινόταν ότι από το δρόμο κοιτούσαν την αποθήκη ανθρώπινα πρόσωπα.'Τι ανοησία!" παραμιλούσα. "Τι βλακώδεις ευαισθησίες!"
Το θέμα είναι ότι τον άνθρωπο που η φύση τον προίκισε με νεύρα εκτιμητή,τη νύχτα των Χριστουγέννων τον έτυπτε η συνείδησή του -ένα συμβάν απίστευτο κι εξωπραγματικό στ'αλήθεια.Η συνείδηση στα ενεχυροδανειστήρια υπάρχει μόνο σε υποθηκευμένη μορφή.Εδώ γίνεται αποδεκτή ως προϊόν αγοράς και πώλησης,άλλες ιδιότητες δεν της αναγνωρίζονται.Παράξενο,από πού μπόρεσε να μου προκύψει εμένα;
Στριφογύριζα από το ένα πλευρό στο άλλο,πάνω στο σκληρό σεντούκι, και μισοκλείνοντας τα μάτια μπροστά στο τρεμουλιαστό φως του καντηλιού προσπαθούσα,με όλες μου τις δυνάμεις,να καταπνίξω μέσα μου το καινούργιο, ανεπίτρεπτο συναίσθημα.Οι προσπάθειες όμως ήταν μάταιες...
Βεβαίως εν μέρει ευθυνόταν γι' αυτό η σωματική και ψυχική εξάντληση μετά την κουραστική ολοήμερη δουλειά.Τις παραμονές των Χριστουγέννων πλήθη φτωχών ανθρώπων τρέχουν στο ενεχυροδανειστήριο.Σε μια μεγάλη γιορτή, και επιπλέον με τόσο κακό καιρό, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα μειονέκτημα, είναι τρομερή δυστυχία!
Κάτι τέτοιες ώρες, ο φτωχός ζητάει από το ενεχυροδανειστήριο ένα κομμάτι παστό κρέας, αλλά στη θέση του παίρνει ένα ξεροκόμματο... Την παραμονή των Χριστουγέννων είχαμε τόσο κόσμο, που τα τρία τέταρτα των υποθηκευμένων,ελλείψει χώρου, αναγκαστήκαμε να τα πάμε στην αποθήκη. Από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ,χωρίς ούτε λεπτό διάλειμμα, διαπραγματευόμουν με τους εξαθλιωμένους αυτούς το τελευταίο ρούβλι, το τελευταίο καπίκι, έβλεπα τα δάκρυα, άκουγα τα μάταια παρακάλια... Στο τέλος της ημέρας μόλις που κρατιόμουν όρθιος. Είχαν αποκάμει η ψυχή και τα πόδια μου. Δεν είναι περίεργο που δεν μπορούσα να κοιμηθώ τώρα, που στριφογύριζα από πλευρό σε πλευρό και ένιωθα απαίσια...
Κάποιος χτύπησε δειλά την πόρτα.Κατόπιν άκουσα τη φωνή του αφεντικού μου:
"Κοιμόσαστε, Πιοτρ Ντεμιάνιτς;"
"Όχι ακόμα. Τι συμβαίνει;"
"Να,ξέρετε,σκέφτομαι,μήπως ανοίγαμε αύριο,νωρίς νωρίς;Η γιορτή είναι μεγάλη κι ο καιρός απαίσιος.Η φτωχολογιά θα ορμήσει όπως οι μύγες στο μέλι.Γι' αυτό λοιπόν μην πάτε αύριο στη λειτουργία, να κάτσετε στο ταμείο...Καληνύχτα σας!"
"Νιώθω τόσο άθλια",κατέληξα μόλις έφυγε το αφεντικό,"επειδή τρεμοπαίζει το καντήλι.Πρέπει να το σβήσω". Σηκώθηκα και πήγα στη γωνία όπου κρεμόταν το καντήλι.Η γαλάζια φλόγα ψυχορραγούσε αναβοσβήνοντας. Κάθε λαμπύρισμά της φώτιζε φευγαλέα την εικόνα, τους τοίχους, τα σακούλια,το σκοτεινό παράθυρο.Και στο παράθυρο δυο χλωμά πρόσωπα, κολλημένα στα τζάμια, κοιτούσαν μέσα. "Δεν είναι κανείς εκεί..." συλλογίστηκα... "Απλώς το φαντάζομαι". Μόλις έσβησα το καντήλι και τράβηξα ψηλαφητά για το κρεβάτι μου,συνέβη ένα μικροσυμβάν που η επίδρασή του στη μετέπειτα διάθεσή μου δεν ήταν μικρή.
Πάνω από το κεφάλι μου,ξάφνου,ακούστηκε ένας δυνατός,μανιασμένα τσιριχτός ήχος,που διήρκεσε όχι περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο.Κάτι ταρακουνήθηκε και σαν να με διαπέρασε τρομαχτικός πόνος, ούρλιαξα δυνατά.Είχε σπάσει η πέμπτη χορδή της κιθάρας,κι εγώ πανικόβλητος έτρεξα στο κρεβάτι σκοντάφτοντας στα σεντούκια και τα σακούλια.Έχωσα το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κι αναπνέοντας με δυσκολία,κοκαλωμένος από το φόβο,άρχισα να αφουγκράζομαι.
"Άφησέ μας να φύγουμε!" έκλαιγε ο άνεμος μαζί με τα αντικείμενα."Χάριν της γιορτής,άφησέ μας! Είσαι κι εσύ φτωχός,πρέπει να καταλάβεις!Ένιωσες κι εσύ την πείνα και το κρύο!Ελευθέρωσέ μας!".Ναι,ήμουν κι εγώ φτωχός κι ήξερα τι θα πει κρύο και πείνα.Η φτώχεια με έσπρωξε να πάρω αυτή την καταραμένη θέση του εκτιμητή,η φτώχεια με έκανε για ένα κομμάτι ψωμί να περιφρονώ τον πόνο και τα δάκρυα.Αν δεν ήταν η φτώχεια,θα είχα άραγε το θάρρος να εκτιμώ σε χρήμα αυτό που αξίζουν η υγεία,η ζεστασιά,οι γιορτινές χαρές;Γιατί με κατακρίνει ο άνεμος,γιατί με κατατρώει η συνείδησή μου;
Όμως,όσο κι αν χτυπούσε η καρδιά μου,όσο κι αν με ροκάνιζαν ο φόβος κι οι τύψεις της συνείδησης, η κούραση υπερίσχυσε.Αποκοιμήθηκα.Ο ύπνος ήταν ελαφρύς...Άκουσα και πάλι το αφεντικό να χτυπάει την πόρτα,τις καμπάνες για τον όρθρο...Άκουσα το βουητό του ανέμου και τη βροχή που έπεφτε στη στέγη.Τα μάτια μου έμεναν κλειστά,αλλά έβλεπα τα πράγματα, την προθήκη, το σκοτεινό παράθυρο,την εικόνα.Τα αντικείμενα στριμώχνονταν γύρω μου, και,ανοιγοκλείνοντας τα μάτια τους, μου ζητούσαν να τα αφήσω να γυρίσουν σπίτια τους. Στην κιθάρα,τρίζοντας διαπεραστικά,έσπαγαν η μια μετά την άλλη οι χορδές,έσπαγαν χωρίς τελειωμό.Από το παράθυρο κοιτούσαν φτωχοί, γριές, πόρνες,περιμένοντας πότε θα ανοίξει το μαγαζί για να τους επιστρέψω τα πράγματά τους.Μέσα στον ύπνο μου άκουσα κάτι να γριτσανίζει, κάτι σαν ποντίκι. Γριτσάνιζε για πολύ και μονότονα.

Στριφογύρισα και κουλουριάστηκα γιατί ένιωσα δυνατό κρύο και υγρασία.Τραβώντας πάνω μου την κουβέρτα, άκουσα θρόισμα και ανθρώπινο ψίθυρο."Τι άσχημο όνειρο!" σκεφτόμουνα. "Απαίσιο! Να ξυπνούσα καλύτερα!"
Κάτι γυάλινο έπεσε και έσπασε.Πίσω από την προθήκη τρεμόπαιξε μια λάμψη κι ένα φως απλώθηκε στο ταβάνι .
"Μη χτυπάς!" ακούστηκε ένας ψίθυρος. "Θα ξυπνήσεις αυτόν τον Ηρώδη... Βγάλε τις μπότες σου!"

Κάποιος πλησίασε την προθήκη,με κοίταξε κι άγγιξε την κλειδαριά.Ήταν ένας γενειοφόρος γέρος, με χλωμό, ισχνό πρόσωπο,σκισμένο στρατιωτικό αμπέχονο και στιβάνια.Τον πλησίασε ένας ψηλός αδύνατος νεαρός με υπερβολικά μακριά χέρια,ριχτή πουκαμίσα και κοντό,σκισμένο μπουφάν. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους και βάλθηκαν να παλεύουν με την προθήκη.
"Μας ληστεύουν", άστραψε η σκέψη στο μυαλό μου.
Αν και κοιμόμουν,θυμήθηκα πως κάτω από το μαξιλάρι μου βρισκόταν πάντα ένα πιστόλι.Το βρήκα και το έσφιξα στο χέρι μου.Στην προθήκη βρόντηξε το τζάμι.
"Σιγότερα,θα τον ξυπνήσεις. Και τότε θα χρειαστεί να τον καθαρίσουμε".
Στη συνέχεια θυμάμαι ότι φώναξα με μια βαθιά,άγρια κραυγή και φοβισμένος από την ίδια μου τη φωνή πετάχτηκα πάνω. Ο γέρος και ο νεαρός απλώνοντας τα χέρια όρμησαν προς το μέρος μου μα βλέποντας το πιστόλι πισωπάτησαν.Θυμάμαι πως ένα λεπτό αργότερα στέκονταν μπροστά μου κατάχλωμοι και ανοιγοκλείνοντας κλαψιάρικα τα μάτια με ικέτευαν να τους αφήσω να φύγουν.Από το σπασμένο παράθυρο ορμούσε με δύναμη ο άνεμος και έπαιζε με τη φλόγα του κεριού που είχαν ανάψει οι κλέφτες.
"Ευγενέστατε", είπε κάποιος από το παράθυρο με κλαψιάρικη φωνή."Ευεργέτη μας! Λυπήσου μας!"
Κοίταξα έξω από το παράθυρο κι είδα ένα γερασμένο γυναικείο πρόσωπο,μουσκεμένο από τη βροχή, χλωμό,κάτισχνο.
"Μην τους πειράξεις! Άφησέ τους να φύγουν!" έκλαιγε και με κοιτούσε ικετευτικά. "Η φτώχεια φταίει για όλα!"
"Η φτώχεια!" με διαβεβαίωσε κι ο γέρος.
"Η φτώχεια!" τραγούδησε κι ο άνεμος.

Μου σφίχτηκε απ΄τον πόνο η ψυχή και,για να ξυπνήσω,τσίμπησα τον εαυτό μου.Όμως,αντί να ξυπνήσω,  στάθηκα μπροστά στην προθήκη,άρχισα να βγάζω πράγματα και να τα χώνω πυρετωδώς στις τσέπες του γέρου και του νεαρού.
"Πάρτε τα,και γρήγορα!"είπα λαχανιασμένα."Αύριο είναι γιορτή κι εσείς είστε φτωχοί! Πάρτε τα!"
Αφού παραγέμισα τις τσέπες τους,τύλιξα τα υπόλοιπα πολύτιμα αντικείμενα σ΄ένα πανί,του έκανα ένα κόμπο και τα πέταξα στη γριά.Έδωσα από το παράθυρο στη γριά μια γούνα,ένα ζεμπίλι με ένα μαύρο ζευγάρι μαύρα κεντητά μεσοφόρια και την κιθάρα.
Υπάρχουν κάτι παράξενα όνειρα!

Μετά,θυμάμαι ότι έτριξε η πόρτα.Ακριβώς σα να ξεφύτρωσαν από τη γη,εμφανίστηκαν μπροστά μου το αφεντικό,οι φύλακες και οι αστυνόμοι. ο αφεντικό στάθηκε δίπλα μου,εγώ έκανα ότι δεν το βλέπω,και συνέχισα να δένω τα ζεμπίλια.
"Τι κάνεις εκεί,παλιάνθρωπε;"
"Αύριο είναι γιορτή",απαντάω εγώ,"πρέπει να φάνε κι αυτοί".
Στο σημείο αυτό η κουρτίνα πέφτει,μετά ξανασηκώνεται και βλέπω μια καινούργια διακόσμηση.Δεν είμαι πια στο ενεχυροδανειστήριο,αλλά σε ένα άλλο μέρος.Δίπλα μου περνάει ένας φύλακας, μου αφήνει για τη νύχτα μια κούπα νερό και μουρμουρίζει:
"Για φαντάσου! Για φαντάσου, τι κατέβασε το μυαλό του,παραμονές γιορτών!"
Όταν ξύπνησα είχε πια φέξει.Η βροχή δε χτυπούσε στο παράθυρο κι ο άνεμος δεν βούιζε.Στον τοίχο έπαιζε χαρούμενα ένας γιορτινός ήλιος.Ο πρώτος που μου ευχήθηκε για τη γιορτή ήταν ο αστυνόμος."Και καλώς ήρθες..." πρόσθεσε.

Ένα μήνα αργότερα με δίκασαν.Για ποιο λόγο;Εγώ διαβεβαίωνα τους δικαστές ότι εκείνο ήταν ένα όνειρο, ότι δεν είναι δίκαιο να δικάσεις έναν άνθρωπο για τον εφιάλτη του.
Κρίνετε και μόνοι σας,πώς θα μπορούσα να δώσω τα ξένα πράγματα σε παλιανθρώπους και κλέφτες; Και πού ξανακούστηκε να δίνεις κάτι χωρίς να απαιτείς αντίτιμο; Το δικαστήριο όμως εξέλαβε το όνειρο για πραγματικότητα και με καταδίκασε.

Τώρα είμαι στη φυλακή.Μήπως θα μπορούσατε, ευγενέστατε,να πείτε κάτι σε κανέναν για μένα;Μα τον Θεό, δεν φταίω!












Η Σαμπάνια
(Η ιστορία ενός τυχοδιώκτη)  

Την χρονιά εκείνη υπηρετούσα ως σταθμάρχης σε κάποιο μικρό σιδηροδρομικό σταθμό στις νοτιοδυτικές επαρχίες μας.Το πόσο ευχάριστα ή πληκτικά περνούσα, μπορείτε να το συμπεράνετε από το ότι ολόγυρα,σε ακτίνα είκοσι βέρστια,δεν υπήρχε ούτε μια κατοικία,ούτε μια γυναίκα,ούτε κι ένα καπηλειό της προκοπής...Κι εγώ τότε ήμουν νέος,γερός,θερμός,ιδιότροπος και ανόητος.Η μοναδική διασκέδασή μου ήταν τα παράθυρα των επιβατικών τρένων και η φαρμακερή βότκα που οι οβριοί την ανακάτευαν με όπιο.Πού και πού εμφανιζόταν στο παράθυρο του βαγονιού ένα γυναικείο κεφαλάκι,κι εγώ στεκόμουν ακίνητος,σαν άγαλμα,αναπνέοντας γρήγορα και κοιτάζοντας έως ότου να μετατραπεί το τραίνο σε δυσδιάκριτη κουκκίδα στο βάθος του ορίζοντα.Ή έπινα όσο χωράει το στομάχι μου από αυτή την αηδιαστική βότκα,αποβλακωνόμουν και έτσι δεν καταλάβαινα πώς περνούσαν οι μακρόσυρτες μέρες και νύχτες.
Πάνω σε μένα,άνθρωπο του βορρά,η στέπα επιδρούσε όπως η θέα ενός εγκαταλειμμένου τατάρικου νεκροταφείου.Το καλοκαίρι, με την απόλυτη ηρεμία της -το μονότονο ήχο των τριζονιών,το διάφανο σεληνόφως,από το οποίο δεν μπορείς να κρυφτείς-, η απέραντη στέπα με βύθιζε σε τεμπέλικη θλίψη,ενώ το χειμώνα η άψογη λευκότητά της,ο παγωμένος της ορίζοντας,οι μακριές νύχτες και τα ουρλιαχτά των λύκων με πλάκωναν σαν βαρύς εφιάλτης.

Στο σταθμό ζούσαν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι:εγώ με τη γυναίκα μου,ένας κουφός και αργοκίνητος σαν χελώνα τηλεγραφητής και τρεις φύλακες.Ο βοηθός μου,ένας νεαρός,φθισικός άντρας,έφυγε για θεραπεία στην πόλη,όπου ζούσε για μήνες ολόκληρους,εκχωρώντας μου τις υποχρεώσεις του μαζί με το δικαίωμα να χρησιμοποιώ το μισθό του.Παιδιά δεν είχα,επισκέπτες,θα έλεγα,δεν μπορούσα να προσελκύσω με τίποτα,ενώ εγώ μπορούσα να πάω επίσκεψη μόνο στους συναδέλφους μου,κι όχι παραπάνω από μία φορά το μήνα.Γενικώς η ζωή μου ήταν πληκτικότατη.

Θυμάμαι,λοιπόν,τη χρονιά εκείνη,υποδεχόμασταν με τη γυναίκα μου τον καινούργιο χρόνο.Ήμασταν καθισμένοι στο τραπέζι,μασουλούσαμε τεμπέλικα και ακούγαμε στο διπλανό δωμάτιο τον κουφό τηλεγραφητή να χτυπάει μονότονα τη μηχανή του.Είχα ήδη πιει πέντε ποτηράκια βότκα με όπιο και στηρίζοντας το βαρύ κεφάλι μου με τη γροθιά μου,σκεφτόμουν την αήττητη,αδιαπέραστη πλήξη,ενώ η γυναίκα μου, δίπλα,δεν έπαιρνε το βλέμμα της από το πρόσωπό μου.Με κοιτούσε όπως μπορεί να κοιτάζει μόνο μια γυναίκα για την οποία δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτ' άλλο εκτός από τον όμορφο άντρα της.Με αγαπούσε τρελά,δουλικά,κι όχι μόνο την ομορφιά ή την ψυχή μου,αλλά και τις αμαρτίες μου και την πλήξη μου,ακόμα και τη σκληρότητά μου,κάθε φορά που στις μεθυσμένες κρίσεις μου, μην ξέροντας πού να διοχετεύσω την κακία μου,την βασάνιζα με κατηγόριες. 

Παρά την πλήξη που με κατάτρωγε,ετοιμαζόμασταν να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο με ασυνήθιστη επισημότητα και περιμέναμε τα μεσάνυχτα με κάποια ανυπομονησία.Το θέμα είναι ότι είχαμε φυλάξει δυο μπουκάλια σαμπάνια,από την πιο αυθεντική,με την ετικέτα της "χήρας Κλικό". Τον θησαυρό αυτόν τον είχα κερδίσει σε κάποιο στοίχημα το φθινόπωρο στο σπίτι του διευθυντή της υπηρεσίας,όπου βρέθηκα για κάποια βαφτίσια.

Συμβαίνει καμιά φορά,την ώρα της αριθμητικής,όταν ακόμα κι ο αέρας κοκαλώνει από την πλήξη,να μπει στην τάξη,μέσα από την ανοιχτή πόρτα,μια πεταλούδα.Τα αγοράκια τινάζουν τα κεφάλια τους κι αρχίζουν να παρακολουθούν με περιέργεια το πέταγμά της,σαν να βλέπουν μπροστά τους όχι μια πεταλούδα,αλλά κάτι καινούργιο,παράξενο.Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο,λίγη συνηθισμένη σαμπάνια, που βρέθηκε τυχαία στο βαρετό σταθμό μας,μας είχε αναστατώσει. 
Σιωπούσαμε λοιπόν κοιτώντας πότε το ρολόι και πότε τα μπουκάλια.Όταν ο δείκτης έδειξε δώδεκα παρά πέντε,άρχισα ν' ανοίγω αργά το μπουκάλι.Δεν ξέρω αν ήμουν παράλυτος από τη βότκα ή αν το μπουκάλι ήταν πολύ βρεγμένο,αλλά θυμάμαι ότι,μόλις ο φελλός τινάχτηκε με θόρυβο στο ταβάνι, το μπουκάλι γλίστρησε από τα χέρια μου και έπεσε στο πάτωμα,χωρίς όμως να γίνει θρύψαλα.Το κρασί που χύθηκε δεν ήταν περισσότερο από ένα ποτήρι,αφού πρόλαβα να αρπάξω το μπουκάλι και να κλείσω το αφρισμένο στόμιό του με το δάχτυλο.
"Ε, λοιπόν,καλή χρονιά,ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος!" είπα,γεμίζοντας δυο ποτήρια."Πιες!" Η γυναίκα μου πήρε το ποτήρι της και με κοίταξε κατατρομαγμένη.Το πρόσωπό της χλώμιασε, εκφράζοντας ανείπωτη φρίκη. 
"Σου 'πεσε το μπουκάλι;" με ρώτησε. 
"Ναι, μου 'πεσε. Και;" 
"Αυτό δεν είναι καθόλου καλό",  είπε αφήνοντας κάτω το ποτήρι της και χλωμιάζοντας ακόμα περισσότερο. 
"Κακός οιωνός. Αυτό σημαίνει ότι τούτη τη χρονιά θα μας συμβεί κάτι κακό".
"Τι γυναικούλα που γίνεσαι!"είπα αναστενάζοντας."Τόσο έξυπνη και παραληρείς σα γριά παραμάνα. Πιες". 
"Μακάρι να παραληρούσα, όμως...οπωσδήποτε θα συμβεί κάτι! Θα δεις!"

Τα χείλη της δεν άγγιξαν καν το ποτήρι,απομακρύνθηκε σε μια γωνιά και βυθίστηκε σε σκέψεις.Είπα μερικές στερεότυπες κουβέντες σχετικά με τις δεισιδαιμονίες, ήπια μισό μπουκάλι,βημάτισα για λίγο από τη μια γωνία στην άλλη και βγήκα.
Έξω, η νύχτα, με την ψυχρή,άγρια ομορφιά της, ήταν παγωμένη και ήσυχη.Η σελήνη και κοντά της δυο άσπρα αφράτα συννεφάκια ακίνητα,σαν κολλημένα πάνω της,κρέμονταν πάνω ακριβώς από το σταθμό κι έμοιαζαν σαν να περιμένουν κάτι.Ακτινοβολούσε ένα απαλό διαυγές φως που τρυφερά, σαν να φοβόταν μην προσβάλει την αιδημοσύνη,χάιδευε τη λευκή γη,φωτίζοντας τα πάντα:τις χιονοστιβάδες,το μονοπάτι δίπλα στις γραμμές... 

Ήταν ήσυχα.Περπάτησα κατά μήκος του σιδηροδρομικού αναχώματος.
"Ανόητη γυναίκα!"σκεφτόμουν,κοιτάζοντας το σπαρμένο με λαμπερά αστέρια ουρανό. "Έστω κι αν υποθέσουμε ότι τα σημάδια λένε καμιά φορά την αλήθεια,τι κακό μπορεί να μας συμβεί ;Οι δυστυχίες που ήδη ζήσαμε, και που ζούμε ακόμα,είναι τόσο μεγάλες ώστε είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάτι χειρότερο.Πόσο μεγαλύτερο κακό μπορεί να πάθει ένα ψάρι που έχει ήδη αλιευτεί,τηγανιστεί κι έχει σερβιριστεί στο τραπέζι με ωραία σάλτσα;"
Μια σημύδα, ψηλή, καλυμμένη με κρυσταλλιασμένο χιόνι, εμφανίστηκε στο γαλαζωπό σκοτάδι, σαν γίγαντας τυλιγμένος σε σάβανο.Με κοίταξε αυστηρά και τεμπέλικα,σαν να είχε συναίσθηση,όπως κι εγώ, της μοναξιάς της.Έμεινα να την κοιτάζω αρκετή ώρα. 
"Η νιότη μου χάθηκε για το τίποτα,σαν άχρηστο αποτσίγαρο",συνέχισα να σκέφτομαι."Οι γονείς μου πέθαναν όταν ήμουν ακόμα παιδί,από το γυμνάσιο με έδιωξαν.Γεννήθηκα σε οικογένεια ευγενών μα δεν πήρα ούτε ανατροφή ούτε μόρφωση και οι γνώσεις μου δεν είναι περισσότερες από του οποιουδήποτε εργάτη.Όχι, δεν έχω ούτε σπίτι,ούτε συγγενείς,ούτε φίλους,ούτε αγαπημένη ασχολία. Δεν είμαι ικανός για τίποτα και στην ακμή των δυνάμεών μου χρησίμευσα μόνο για να κλείσουν με μένα την τρύπα μιας θέσης προϊσταμένου σε επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό.Δεν  γνώρισα τίποτ' άλλο στη ζωή μου εκτός από αποτυχίες και συμφορές.Τι άλλο κακό λοιπόν μπορεί να συμβεί;".

Στο βάθος φάνηκαν κόκκινα φώτα.Προς το μέρος μου ερχόταν ένα τραίνο.Η κοιμισμένη στέπα αφουγκραζόταν τον θόρυβό του.Οι σκέψεις μου ήταν τόσο πικρές,που για μια στιγμή μου φάνηκε ότι τις έκανα φωναχτά,κι ότι το αγκομαχητό του τηλέγραφου και ο θόρυβος του τραίνου τις μετέφεραν μακριά. 

"Τι το κακό μπορεί ακόμα να μου συμβεί; Να χάσω τη γυναίκα μου;" αναρωτήθηκα. "Ακόμα κι αυτό δεν είναι τρομερό. Δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς από τη συνείδησή του:δεν την αγαπώ την γυναίκα μου!Την παντρεύτηκα όταν ήμουν ακόμη σχεδόν αγοράκι.Τώρα είμαι νέος,γερός,ενώ αυτή στέγνωσε,γέρασε,χάζεψε,είναι βουτηγμένη από τις πατούσες ως το κεφάλι στις προκαταλήψεις.Τι το ελκυστικό υπάρχει στη γλυκανάλατη αγάπη της,στο σουρωμένο στήθος και το άτονο βλέμμα;Την υπομένω αλλά δεν την αγαπάω.Τι μπορεί λοιπόν να συμβεί;
Η νιότη μου χάνεται τζάμπα,όπως λένε. Οι γυναίκες περνάνε από μπροστά μου σαν οπτασίες στα παράθυρα των τραίνων,σαν διάττοντες αστέρες.Αγάπη δεν υπήρξε και δεν υπάρχει.Πεθαίνει ο ανδρισμός μου,η γενναιότητά μου,η θέρμη μου.. Όλα πεθαίνουν σαν σκουπίδια και τα προσόντα μου εδώ στη στέπα δεν αξίζουν δεκάρα". 

Το τραίνο πέρασε με θόρυβο πλάι μου και αδιάφορα με φώτισε με τα κόκκινα φώτα του. Το είδα να σταματάει στους πράσινους σηματοδότες του σταθμού να στέκεται ένα λεπτό και να τραβάει για παραπέρα.Αφού περπάτησα κάνα‐δυο βέρστια,γύρισα πίσω.
Οι θλιβερές σκέψεις δεν με εγκατέλειπαν.Ήταν πικρές μα θυμάμαι ότι επεδίωκα να είναι όσο το δυνατόν πιο θλιβερές και μαύρες.Ξέρετε,οι στενοκέφαλοι κι αυτάρεσκοι άνθρωποι,μερικές φορές, όταν συνειδητοποιούν ότι είναι δυστυχισμένοι, νιώθουν μια κάποια ευχαρίστηση μπροστά στα ίδια τους τα βάσανα.
Πολλά από αυτά που σκεφτόμουν ήταν πραγματικά αλλά και πολλά ήταν παραλογισμοί,κομπασμοί, και στο ερώτημά μου "τι κακό μπορεί να συμβεί λοιπόν;" υπήρχε κάτι το παιδικά αλαζονικό. 

"Ναι,τι να συμβεί;" αναρωτιόμουν στην επιστροφή. «Νομίζω ότι τα έζησα όλα. Και αρρώστησα, και λεφτά έχασα και μομφές δέχομαι καθημερινά από τους ανωτέρους μου και συχνά δεν έχω να φάω και ένας λυσσασμένος λύκος όρμησε τις προάλλες στο προαύλιο του σταθμού.Τι άλλο;Με προσέβαλαν, με ταπείνωσαν...κι εγώ προσέβαλα όσο μου αναλογούσε.Μόνο εγκληματίας δεν ήμουνα ποτέ αλλά φαίνεται μόνο και μόνο επειδή δεν είμαι φτιαγμένος για παραβάτης κι όχι γιατί φοβάμαι τη δικαιοσύνη". 

Τα δυο συννεφάκια απομακρύνθηκαν πια από το φεγγάρι και στέκονταν παράμερα, σαν να ψιθύριζαν κάτι που δεν έπρεπε να μάθει το φεγγάρι.Ένα ελαφρύ αεράκι διέτρεξε τη στέπα φέρνοντας τον μακρινό ήχο του απομακρυσμένου τρένου.Στο κατώφλι του σπιτιού με υποδέχτηκε η γυναίκα μου. Τα μάτια της γελούσαν χαρούμενα κι όλο το πρόσωπό της εκδήλωνε ευχαρίστηση. 

"Έχουμε νέα!"ψιθύρισε."Πήγαινε γρήγορα στο δωμάτιό σου και φόρα το καινούργιο σου σακάκι. Έχουμε επισκέψεις!"
"Τι επισκέψεις;"
"Πριν λίγο ήρθε με το τραίνο η θεία Ναταλία Πετρόβνα ". 
"Ποια Ναταλία Πετρόβνα;"
"Η γυναίκα του θείου μου,του Σεμιόν Φιοντόριτς.Δεν την γνωρίζεις. Είναι πολύ καλή και συμπαθητική..."

Προφανώς συνοφρυώθηκα, γιατί η γυναίκα μου σοβάρεψε και ψιθύρισε γρήγορα: 
"Βεβαίως είναι παράξενο που ήρθε,αλλά,Νικολάι,μη θυμώνεις και δες το συγκαταβατικά.Είναι μια δυστυχισμένη. Ο θείος Σεμιόν Φιοντόριτς είναι στην πραγματικότητα τύραννος και κακός,δύσκολο να συμβιώνει κανείς μαζί του.Λέει ότι θα μείνει μαζί μας τρεις μέρες,μέχρι να έρθει το γράμμα που περιμένει από τον αδελφό της". 

Η γυναίκα μου σιγομουρμούριζε για κάμποση ώρα ακόμη κάτι αηδίες για το δεσποτικό θείο,για την ανθρώπινη αδυναμία γενικά,και των νεαρών συζύγων ειδικότερα,για την υποχρέωσή μας να προσφέρουμε φιλοξενία σε όλους,ακόμα και στους μεγαλύτερους αμαρτωλούς και τα λοιπά.Χωρίς να καταλαβαίνω απολύτως τίποτα,φόρεσα το καινούργιο μου σακάκι και πήγα να γνωρίσω την "θεία". 

Στο τραπέζι καθόταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα με μεγάλα μαύρα μάτια.Το τραπέζι μου,οι γκρίζοι τοίχοι, ο καναπές...νομίζω ότι όλα,μέχρι και το τελευταίο μόριο σκόνης,ξανάνιωσαν και έγιναν χαρούμενα με την παρουσία αυτού του πλάσματος,του καινούργιου,του ζωηρού και εκπέμποντος ένα άρωμα σοφίας,του όμορφου και διεφθαρμένου.Το ότι η επισκέπτρια ήταν ακόλαστη το κατάλαβα από το χαμόγελο,από το άρωμα,από τον ξεχωριστό τρόπο που είχε να κοιτάζει και να ανοιγοκλείνει τις βλεφαρίδες της,από τον τόνο με τον οποίο μιλούσε στη γυναίκα μου,μια γυναίκα τίμια...Δεν ήταν ανάγκη να μου πει ότι το έσκασε από το σύζυγό της,ότι ο σύζυγός της ήταν γέρος και δεσποτικός,ότι αυτή ήταν καλή και εύθυμη.
Τα κατάλαβα όλα με την πρώτη ματιά,και μάλλον δεν υπάρχουν πια στην Ευρώπη άντρες που δεν μπορούν να καταλάβουν από την πρώτη ματιά μια γυναίκα ενός συγκεκριμένου ταμπεραμέντου. 

"Μπα, δεν ήξερα ότι έχω έναν τόσο γεροδεμένο ανηψούλη!" είπε η θεία,τείνοντάς μου το χέρι και χαμογελώντας. 
"Κι εγώ δεν ήξερα ότι έχω μια τόσο χαριτωμένη θεία!" είπα εγώ.

Το δείπνο ξανάρχισε.Το πώμα της δεύτερης μπουκάλας τινάχτηκε με θόρυβο,η θεία μου ήπιε μονορούφι το μισό ποτήρι,και μόλις η γυναίκα μου βγήκε για ένα λεπτό,η θεία παράτησε τα προσχήματα και αποτελείωσε το υπόλοιπο.
Μέθυσα κι από το ποτό κι από την παρουσία της γυναίκας.Θυμάστε το τραγουδάκι, Ότσι τσόρνιγια: Μαύρα μάτια Καυτά μάτια Σας αγαπώ τόσο Σας φοβάμαι τόσο! .

Δεν  θυμάμαι τι έγινε μετά.Όποιος θέλει να μάθει πώς αρχίζει μια αγάπη,ας διαβάσει μυθιστορήματα και μακρόσυρτα διηγήματα,εγώ θα σας πω μόνο λίγα πράγματα με τα λόγια του ως άνω ανόητου τραγουδιού:Ξέρω, σας είδα Μια ώρα κακιά... 

Όλα τινάχτηκαν στον αέρα, ο κόσμος γύρισε ανάποδα.Θυμάμαι τον τρομαχτικό,λυσσασμένο άνεμο που με παρέσυρε σαν φτερό.Με στριφογύρισε και με στροβίλισε κάμποσο,χωρίς ανάπαυλα κι έσβησε από προσώπου γης και τη γυναίκα μου και την ίδια την θεία και την  δύναμή μου.Από τον μακρινό σταθμό της στέπας με πέταξε,όπως βλέπετε,σ' αυτό το σκοτεινό δρομάκι.

Τώρα πείτε μου:τι χειρότερο μπορεί να μου συμβεί;




* Εκδόσεις Νάρκισσος,2003(μετάφραση Ελένης Μπακοπούλου, πρόλογος από την Σόνια Ιλίνσκαγια)

Σχόλια