"Δώρο Χριστουγεννιάτικο", Δημοσθένης Βουτυράς (1924)



Σε κάθε χτύπημα που του΄δινε ο άνεμος σα να ζητούσε να το γκρεμίσει, το παλιόσπιτο έτρεμε,όπως κι εμείς μαζεμένοι εκεί μέσα.Είχαμε φράξει,όσο μπορούσαμε,τις διάφορες τρύπες.Στα σπασμένα τζάμια του παραθύρου είχε κολλήσει ο Παδούλης χοντρό χαρτί μπλε,αλλ΄απ΄ τις σχισμάδες της μισοσπασμένης πόρτας ενιώθαμε την παγωμένη πνοή του θηρίου που μούγκριζε έξω,να μας έρχεται μα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί κείνη η κάμαρα!... Κάμαρα!... Ένα είδος σταύλου μακρόστενου,με χώμα κάτω, αντί για σανίδια,ένα χώμα μαύρο,μαύρο και σχεδόν πάντα υγρό.Ένα παράθυρο είχε,και αυτό στην αυλή έβλεπε,στην αυλή τη γεμάτη από σωρούς πετρών τετράγωνων,μαυρισμένων κι από ξύλα παλιά. Προς το δρόμο υπήρχε και άλλο δωμάτιο,λίγο καλύτερο απ΄ αυτό·  αλλ΄ο κύριος του σπιτιού έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα.
Κανείς δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Μέναμε σιωπηλοί σε κείνο το παγωμένο δωμάτιο που σα νάταν η φωλιά του βοριά και να του την είχαμε ΄μείς πάρει, ακουγόταν αυτός απ΄ έξω να χτυπά,να φωνάζει, να ουρλιάζει άγριος,σα να ζητούσε να μπει μέσα να μας διώξει.
Ο Παδούλης καθότανε κάτω, πάνω σ΄ ένα ρούχο, και κοντά στη φωτιά που είχαμε ανάψει από ξύλα του σπιτονοικοκύρη μας,απ΄ εκείνα,που είχε στην αυλή,και κοίταζε τη φλόγα σκεπτικός.
Απάνω-κάτω ήξερα τι σκεπτόταν.Τον είχα ακούσει να λέει πρωτύτερα:
– Χριστούγεννα και να μη φάμε κέας.
Ήτανε ψευδός. Ποτέ η γλώσσα του δεν κατόρθωσε να συλλάβει το ρ.
Ο Λάμπας,πιο πέρα και πάνω σ΄ ένα χοντρόξυλο,με τα χέρια σταυρωμένα και καμπουριασμένος. Ήτανε ψάλτης στην πατρίδα μας και άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε κακή καρδιά.Αλλ΄απ΄την ημέρα, που οι Τούρκοι κλείσανε την Εκκλησιά και μας διώξανε,πάει η καλή καρδιά του Λάμπα.Εγώ τριγύριζα,περπατούσα πάνω-κάτω,τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.Αναμνήσεις κάποτε,σαν τα διωγμένα,τα κομματιασμένα σύννεφα,που τρέχανε έξω,περνούσαν απ΄ το νου μου...
Ξαφνικά κάτι άκουσα έξω και κοίταξα απ΄ τα γυαλιά του παραθύρου, έξω στην αυλή.Νόμισα πως έβλεπα όνειρο!... Κοντά στο βρωμοπήγαδο δύο κιτρινωπές όρνιθες!
– Παδούλη!... φωνάζω με πνιγμένη φωνή.
– Τι τέχει; ρώτησε αυτός με την ψευδή μιλιά του.
– Έλα δω, μωρέ!... Έλα γρήγορα. Δώρο μας στέλνει ο Χριστός,δώρο!... Δύο όρνιθες!... Να!...
– Έλα!...
Ο Παδούλης πλησίασε γρήγορα στο παράθυρο,ενώ ο Λάμπας,χωρίς να πολυκινηθεί,με ορθωμένο μόνο το κορμί του μας κοίταζε.
– Τη ίγα!... έκανε ο ψευδός και κινήθηκε τυφλά δω και κει.
Ζητούσε μια σιδερένια μεγάλη ρίγα.
– Νάτοι,νάτοι!...Ωραία πάτε!...Απ΄ τ΄αυγό στην κότα!... Κατά το παραμύθι!... Μπράβο σας!... Έτσι!... Χτες κλέψατε τα τρία αυγά της γειτόνισσας και τώρα θα της κλέψετε τις κότες!...
Άρχισε να μας μαλώνει ο Λάμπας.
– Πάψε, βρε!...
– Αυτός, Γιώργο,να το ξέρεις, ο ψευδούλιακας,θα σε παρασύρει!...
– Λέγε, λέγε!...
Ο Παδούλης είχε βρει τη ρίγα και προχωρούσε προς την πόρτα.Ο Λάμπας όμως πετάχτηκε και θέλησε να του κλείσει το δρόμο.
– Όχι!...
– Βρε κάτσε απ΄εκεί!..., του είπα,πήγαινε, κοιμήσου!...
– Στάσου βε!...του έκανε ο Παδούλης.
Ο Λάμπας τραβήχτηκε :
– Κάντε ό,τι θέλετε!... Εγώ να,νίπτω τας χείρας μου!...Στη φυλακή!...Και κλεψιά μέρα χρονιάρα, Χριστούγεννα!...
– Λέε, λέε!... Ψάλτης δεν ήσουνα;...
– Μωρέ, θα πάψεις;... Ας το διάολο!
Ο Παδούλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.Την έκλεισα.Τον ήξευρα ότι ήτανε τρομερός κυνηγός των ορνίθων.Χωρίς να βγάζουνε φωνή,πέφτανε αυτές στα χέρια του.
Έγινε σιωπή και ούτε μάλιστα ο άνεμος ακούστηκε να μουγκρίζει απ΄ έξω απ΄ το παλιόσπιτο.Σε λίγο έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μπήκε μέσα κρατώντας τις δύο κιτρινωπές όρνιθες.
– Νάτες!...
– Ωραία, ωραία!... Μπράβο σας!...
Μας έλεγε ο Λάμπας που είχε καθήσει στη θέση του.
– Μη φας, εσύ!...
– Χριστουγεννιάτικα!...
– Κόφ΄ τους το λαιμό,γιατί τις σταγκούλισα!...
Τους κόψαμε το λαιμό σ΄ένα μέρος, που πλύναμε έπειτα,ύστερα σ΄ένα τσουκάλι ρίξαμε νερό και το βάλαμε στη φωτιά.
Ο Λάμπας δε μιλούσε,μόνο μας κοίταζε.
Άμα ζεστάθηκε πολύ το νερό,τις ζεματίσαμε κι αρχίσαμε να τις μαδάμε.Και όταν έμειναν με μόνο το δέρμα,άσπρες,άσπρες,πήρε ο Παδούλης φτερά,πόδια,μάζεψε τα φτερουλάκια,όλα,όλα,με προσοχή και τα πήγε έξω στην αυλή,όπου τα έθαψε σ΄ένα λακκάκι,που άνοιξε,πατώντας έπειτα καλά το χώμα που έριξε από πάνω.
Κοιτάξαμε και για τις σταγόνες το αίμα, που ήτανε δω και κει.
– Κλέφτες!... Σωστοί κλέφτες είσαστε!... μίλησε ο Λάμπας, που μας κοίταζε τι κάναμε.
– Δε θα φας; τον ρώτησα.
– Εγώ;...Ποτέ, ποτέ! να μαγαριστώ με κλεψιμέικο χρονιάρα μέρα!... Ποτέ!...
– Αν δεν ήτανε χρονιάρα μέρα;...
– Δεν ξέρω τι θα΄κανα!... Ούτε τότε!... Έφαγα απ΄ τ΄ αυγά;...
Ο αχρείος όμως ήξερε να μαγερεύει και του ζητήσαμε τη συμβουλή του.Μας είπε πώς να την κάνουμε,αφού πάλι, που πήρε θάρρος μ΄αυτό, μας έβρισε.


Η φωτιά ήτανε στις δόξες της.Το παλιοδωμάτιο μοσχοβολούσε.Καθισμένοι κοντά ακούγαμε το τραγούδι το γλυκό-γλυκό του τσουκαλιού, που έλεγε,έλεγε,νανούριζε,μας υποσχότανε τόσα και τόσα καλά...
Ο Λάμπας καθότανε λίγο τραβηγμένος και στην ομιλία μας,τη γεμάτη ευχαρίστηση και ευθυμία, δεν ανακατευότανε. Ξαφνικά τον ακούσαμε να τραγουδά:
«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι...»
– Δυο όνιθες!... του είπε ο Παδούλης.
Αυτός, χωρίς να φανεί ότι πρόσεξε,ξακολούθησε:
«Άστρον λαμπρόν...»
Ο βοριάς, που φυσούσε έξω, είχε πέσει λίγο και δεν ακουγότανε να βογκά όπως πριν.
Και η φωτιά ήτανε στις δόξες της με πάνω της σα στέμμα το τσουκάλι, που σα να υμνούσε κι αυτό μαζί με το Λάμπα τη γέννηση του Χριστού έλεγε, έλεγε, έψελνε....














Διαχρονικό διήγημα γραμμένο από τον σπουδαίο διηγηματογράφο μας Δημοσθένη Βουτυρά το 1924, δυο μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική συμφορά.800 λέξεις απλές και απολύτως αφτιασίδωτες που διασχίζουν τον χρόνο και ταιριάζουν τόσο θλιβερά και στο 2016 μας.Με τσιγγάνους να παραμένουν σ΄αυτή την κατάσταση (αν κι είναι Έλληνες πολίτες),ξεκληρισμένους να προσπαθούν με κάθε τρόπο να γλυτώσουν από πολέμους ή την απόλυτη φτώχεια,με καταφρονεμένους σ΄όλο τον κόσμο να μη βλέπουν στον ήλιο μοίρα.Σ΄έναν πολύ σκληρό και άνισο κόσμο που θα μπορούσε,που μπορεί,να μην είναι τέτοιος.

Ο Βουτυράς τοποθετεί τους τρεις ήρωές του,που είναι χριστιανοί πρόσφυγες της Μικρασίας,σ΄ένα παλιοδωμάτιο με χωμάτινο πάτωμα να λύνουν με συνοπτικές διαδικασίες το δίλημμά τους,ένα ερώτημα ζωής και επιβίωσης,δίλημμα που προκαλεί η ανέχεια και η πείνα και που δεν φαίνεται να απασχολεί -τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό-τα άλλα πρόσωπα που αναφέρει και μόνο δευτερεύοντα ή αμέτοχα δεν είναι,για άλλους λόγους το καθένα,στην δύσκολη ιστορική ζύμωση της εποχής:τον σπιτονοικοκύρη (που είχε στον δρόμο και άλλο δωμάτιο,λίγο καλύτερο απ΄ αυτό·αλλ΄ έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα) και την γειτόνισσα (που ίσως κι αυτή παλεύει με τη δική της φτώχεια),να χάνει μια και καλή τις ξεπορτισμένες όρνιθές της.
Απ΄την άλλη η κλεψιά των ορνίθων (χριστουγεννιάτικα κιόλας) μοιάζει αναπόφευκτη.Την αναγκαία ηθική κάλυψη -γιατί δεν είναι σκαρταδούρα ο Λάμπας,ο Γιώργος κι ο Παδούλης του Βουτυρά,έχουν ηθική εντός τους- επιστρατεύεται και την δίνει η ίδια η ιστορία της γέννησής Του...

Τι άλλο να πω,σταματώ εδώ και πολλά δηλαδή είπα.Αναρωτιέμαι και πάλι όλο και πιο συχνά προς τι οι αναλύσεις κι όλα τα βιβλία και τα περιβόητα διαβάσματά μας.Πολίτες και κυβερνήσεις -και το λέω εν γνώσει μου αφελώς και δονκιχωτικά-δεν γίναμε,διδασκόμενοι απ΄τα παθήματα, καλύτεροι άνθρωποι. Ενώ και πρέπει και μπορούμε.

υγ.φωτογραφίες από το αρχείο της ΕΡΤ,το μπλογκ Λιδωρίκι ,την Εφημερίδα των Συντακτών και την Ελευθεροτυπία.

Σχόλια

  1. Ωραίο διήγημα και καλό το σχόλιο.Αλλά οι μάγοι δεν Του πήγαν κλεμμένες όρνιθες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι,βέβαια.Του πήγαν χρυσό,λίβανο και σμύρνα.Από το μποστανάκι και το ορυχειάκι τους. Και τα οποία οι ευσεβείς τα έχουν,λέει και τα φυλάνε καλά,λέει.Και δεν είμαι σίγουρη ότι θα γελάει ή θα κλαίει Εκείνος,λέω.

      http://www.pigizois.net/pneumatikoi_logoi/magon_dora.htm

      Διαγραφή
    2. Σωστό κι αυτό.Μάλλον πρέπει να ξαναδιαβάσω το διήγημα γιατί εμένα μου φάνηκε να δικαιολογεί την αρπαγή των ορνίθων.

      Διαγραφή
    3. Μα την δικαιολογεί!Και μάλιστα πανηγυρικά.Όλο το διήγημα είναι πανηγυρικό γιατί είναι αλληγορία,έτσι λέω.Προσέξτε την σημειολογία που σηκώνουν πάνω τους οι πιο απλές λεξούλες του κόσμου.Και επίσης καλά λέτε κι εσείς αρπαγή κι όχι κλεψιά. Διότι αν και όπως μας πληροφορεί ο Βουτυράς έχουν επισκεφτεί ήδη το κοτέτσι και βούτηξαν αυγά,ετούτη την φορά οι όρνιθες πάνε αυτές κατά κει.
      Υπάρχει μια καθαρή αλληγορία σ΄αυτό.Δηλαδή συγχωρείστε με,δεν σας κάνω την έξυπνη αλλά ενθουσιάστηκα κι εγώ με την ανάγνωση αυτήν την δεύτερη που είπατε κι εσείς πως θα κάνετε.Λέει τρομερά πράγματα ο Βουτυράς αν τον προσέξει ο αναγνώστης.

      Διαγραφή
  2. Εξαιρετικό, Βιβή μου, καλησπέρα! Με πραγματικό νόημα,τόσο επίκαιρο δυστυχώς...Ο Βουτυράς, μέγιστος όμως αλίμονο, παραγκωνισμένος.
    Ίσως τα τελευταία χρόνια, κάτι πάει να γίνει...Καλά Χριστούγεννα, με υγεία, χαρές, ελπίδα κι αγάπη, σε σένα και την οικογένειά σου την όμορφη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Με έναν Βρεττάκο-προσωποίηση της καλοσύνης και της ανθρωπιάς- σας αφήνω να φανταστείτε, να σκεφτείτε, να κάνετε τους συνειρμούς σας.


    ΘΕΙΟ ΔΩΡΟ

    Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
    ένα μικρό θεό, στην άκρη αυτού του κόσμου.
    Και να 'χει αρχή και τέλος ο μικρός θεός μου
    που ήθελα τάχα, Θέ μου, να μου κάνεις δώρο,
    να τον χωρεί καλά και με ο εγκέφαλός μου.
    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο...
    Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
    ένα μικρό θεό στην άκρη αυτού του κόσμου...

    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
    για να τον αγαπώ καθώς τον εαυτό μου.
    Κ' ενώ θε να ποθεί το φως κάποιου άλλου κόσμου,
    κλεισμένος να πονεί μες τον γαλάζιο χώρο!
    Να φεύγει ορμητικός, μα ο κύκλος κάθε δρόμου,
    να φέρνει μου ξανά, το θείο σου, Θέ μου δώρο.
    Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
    να κλείνω εγώ αυτόν, κι αυτός τον εαυτό μου.

    Νικηφόρος Βρεττάκος, Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων, 1933

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τόσο επίκαιρο το κείμενο, ευχαριστούμε που το δημοσίευσες και συγχαρητήρια για τα σχόλιά σου.
    Θυμάμαι τη συχωρεμένη τη γιαγιά μου, που ήρθε από την πατρίδα έτσι έλεγε τα Κοτύωρα (Ορντού) του Πόντου και μας διηγούνταν το πώς τους φέρθηκαν οι ντόπιοι όταν ήρθαν. Το πλοίο κατέληξε στον Πειραιά και τους πήγαν σε κάτι λόφους σε σκηνές (δεν θυμόταν που ήταν το μέρος αυτό) κι όταν έβρεχε τα έπαιρνε όλα σβάρνα η βροχή και ο αέρας, μετά τους μετακίνησαν σε μια περιοχή κοντά στην Άρτα, τα ίδια κι εκεί. Τέλος, ήρθαν στο Πρόχωμα (30 χμ έξω από τη Θεσσαλονίκη) ένα τούρκικο χωριό που με την ανταλλαγή άδειασε κι έτσι ρίζωσαν εκεί. Απ' όπου πέρασαν κανείς δεν τους φέρθηκε καλά, τους διώχνανε και τους φερόντουσαν άσχημα. Κάθε φορά που μας έλεγε μια ιστορία η τελευταία φράση της ήταν "τον πρόσφυγα κανένας δεν τον θέλει"
    Ρόζα ευχαριστούμε για τα ποιήματά σας και τα ποιοτικά σας σχόλια, είστε πηγή για να μαθαίνω όλο και περισσότερα, εκτός από τα βιβλιομπλόγκ που επισκέπτομαι.
    Χαρούμενα Χριστούγεννα και ο καινούργιος χρόνος να φέρει Ειρήνη και Αγάπη.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου