"Λίγη Ζωή",Χάνια Γιαναγκιχάρα/ Hanya Yanagihara,"A Little Life"

Καταιγισμός σκέψεων και συναισθημάτων,θεωρίες,υποθέσεις και αισθητική απόλαυση.


Σύνθεση V.G. 


Τι είδους μυθιστόρημα¹ είναι η πολυσυζητημένη "Λίγη Ζωή" της Χάνια Γιαναγκιχάρα;Τι βάθος δίνει η Αμερικανίδα συγγραφέας στον λογοτεχνικό της ήρωα,τον Τζουντ Σεντ Φράνσις,αφηγούμενη μια οδυνηρή ιστορία/παραμύθι φιλίας και αγάπης και βάζοντας στο επίκεντρό της την σακατεμένη του ζωή;Έχει σημασία και πότε και σε ποιο βαθμό είναι αναγκαία -αν είναι- η τήρηση μιας εκ των προτέρων ορισμένης φόρμας για το χτίσιμο ενός μη εφήμερου μυθιστορήματος που ανταποκρίνεται -ή μήπως δεν χρειάζεται ούτε αυτό- στους ρυθμούς και τις πραγματικότητες² του εικοστού πρώτου αιώνα;
Τι γίνεται με την γλώσσα και την αισθητική της στο πρωτότυπο και στις μεταφράσεις;Ποιο μοιάζει να είναι σ΄αυτήν την αφήγηση το δια ταύτα της Αμερικανίδας συγγραφέως;
Πώς η "λίγη ζωή" του Τζουντ Σεντ Φράνσις και η σύνδεσή της με τις ζωές των επιστήθιων φίλων του εξιστορούμενη με τρόπο υπερβολικό,πυκνό και άνισο,οπωσδήποτε σαγηνευτικό,σπαρακτικό και μαζί γκροτέσκο,με μέτριους στην πλειοψηφία τους διαλόγους,ακροβατώντας -δίχως πάντως η Γιαναγκιχάρα να δείχνει να φοβάται το ρίσκο -πάνω στην κόψη ενός όχι σπάνια απαντώμενου στην λογοτεχνία (αυτήν που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και πόση, και κρίμα, κακοπιστία υπάρχει για το ποια είναι αυτή η λογοτεχνία) πλην σε υπερδόσεις μελό,πώς το συγκεκριμένο βιβλίο έγινε τελικά ένας sleeper hit ύμνος της φιλίας,που θα συζητιέται για καιρό απ΄όσους το λάτρεψαν μα, διόλου περιέργως, και από τους ευάριθμους που (είπαν ότι) δεν τους ενδιαφέρει;
Γιατί ο χορτάτος παρά την ταξική του ανισότητα μικρόκοσμός μας του βιβλίου αγκαλιάζει με λατρεία τέτοια αγαπησιάρικα, μελαγχολικά,συναισθηματικά βιβλία και εννιά στις δέκα φορές ταυτίζεται με κάποιον ήρωά τους και δέκα στις δέκα γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τις επίσημες κριτικές;(Προφανώς ο δικός μας μικρόκοσμος,σιγά μη σκοτίζονται πού πάει το μυθιστόρημα και ποια είναι και γιατί είναι αυτή κι όχι μια άλλη η θεωρία του,οι άνθρωποι ας πούμε στο Μπαγκλαντές, όταν δεν έχουν να φάνε παρόλο που δουλεύουν σαν χαμάληδες-κι απ΄την άλλη τι να κάνουν δηλαδή,να πεθάνουν από την πείνα;-για την παρτάρα μας,τα ρούχα και τα παπούτσια,ως και τα τούβλα μας).

Μα επειδή ο δυτικός άνθρωπος, ό,τι συγκυρίες κι αν βιώνει, (θα) έχει πάντα ανάγκη να γαντζώνεται από την ομορφιά και την ελπίδα πως απομένει ένας χώρος ελεύθερος,στη λογοτεχνία εν προκειμένω, όπου το Καλό επικρατεί κι εκεί (μπορεί να) έχει κι αυτός το μερτικό του σε μια νίκη.
Επειδή,έτσι απλοϊκά,όσο διήρκεσε η γιαναγκιχάρια πικρή ζωή του Τζουντ Σεντ Φράνσις-όχι όσο άντεξε στον πόνο το βασανισμένο του σώμα μα όσο ανυψώθηκε η ζωή σαν απόλυτη αξία και ιδέα-,μόνο λίγη ή δίχως ηθικές αξίες και αγάπη δεν ήταν αφού αναμετρήθηκε σε μετωπική σύγκρουση με τις ανηλεείς κόρες του Ερέβους και της Νυκτός.

Σύνθεση V.G.
Δεν έχει σημασία αν είμαι ένας από εκείνους τους αναγνώστες που το λάτρεψαν χωρίς πολλά πολλά ή αν κατανοώ και τους δεύτερους,τους ευάριθμους,αυτούς που το βιβλίο δεν κατάφερε να συγκινήσει τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά,όταν είδαν³ ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά -τόσο φανερά που έφτασα να τα θεωρώ εσκεμμένα- ή γιατί είναι επηρεασμένοι,⁴ για να μιλήσω για μας,από την απελπιστική κατάσταση της χώρας ,που δεν επιτρέπει επιείκεια στο λογοτεχνικό γκροτέσκο μιας καλοζωισμένης Αμερικανίδας.Σημασία έχει ότι εκεί,στην άλλη άκρη του πλανήτη,το δημοφιλέστερο είδος λόγου,το μυθιστόρημα,δεν έπαψε να εξελίσσεται,δεν φοβάται το μελό σε μια εποχή επιστροφής στον πολιτικό κυνισμό,δεν διστάζει να πειραματίζεται ως προς την φόρμα και να επενδύει/στηρίζει νέους συγγραφείς και τα πρωτόλειά τους(Χάννα Κεντ,Άντονι Μάρα,Έλενορ Κάτον,Αντρές Νέουμαν  Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ κά).
Με άλλα λόγια,οι Αμερικανοί -οι αγγλόφωνοι Βόρειοι και οι ισπανόφωνοι Νότιοι,γιατί κι από αυτούς μας έρχεται σύγχρονη,φρέσκια,εκπληκτική λογοτεχνία-, και οι Αυστραλοί/Νεοζηλανδοί (η Κεντ και η Κάτον που ανέφερα) γράφουν δίχως να φοβούνται την σκιά τους. Γράφουν παρατηρώντας και νιώθοντας την ζωή γύρω κι εντός τους,μιλάνε χωρίς φόβο αλλά με πάθος για την καθημερινότητα του ιστορικού χτες και του σήμερα και τους κανονικούς ανθρώπους που είναι τα απόλυτα υποκείμενά της. Και παράγουν Λογοτεχνία.Λιγότερο ή περισσότερο καλή ή μάλλον ικανή να πολεμήσει και να νικήσει τον χρόνο καθώς την σαρώνει με την λήθη ή την μνήμη,δεν ξέρω και δεν με απασχολεί. Εκείνο που με παρηγορεί είναι ότι σε αντίθεση με την κουλτουριάρα Ευρώπη που βουλιάζει σε έναν απαράδεκτο για την περιβόητη αυτή κουλτούρα της πολιτικό και πολιτισμικό μιζεραμπιλισμό,οι απέναντι ρίχνονται σε τρελή,δίχως μεμψιμοιρίες δουλειά και παράγουν λογοτεχνία.
Η Ευρώπη μας (που συμπεριφέρεται άθλια στην Ελλάδα και τίποτα δεν θα ξεπλένει τις καινούργιες μαύρες πολιτικές σελίδες που γράφονται στην Ιστορία της) μετά από τέτοια λογοτεχνία που έχει σαν παρακαταθήκη,τι αληθινά καινούργιο,αληθινά μεγάλο είναι σε θέση να δείξει εδώ και δεκαετίες; Α,ναι.Τον συγκλονιστικό Ολλανδο-αυστραλο-σκοτσέζο  Μισέλ Φέιμπερ,αισίως τώρα 57άρη τον οποίο,όπως ξέρετε -ε,από το 2010 σας λιβανίζω να τον διαβάσετε-, λατρεύω.Τον άνισο Πορτογάλο Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο.Και την εκπληκτική Γερμανίδα,την Τζένυ Έρπενμπεκ (που στην Ελλάδα την μάθαμε επειδή είμαστε τυχεροί και μας την σύστησαν⁵ κάποιοι δραστήριοι άνθρωποι).Και πέντ΄έξι ακόμα μυθιστοριογράφους,τόσο καλά...

Όμως επειδή η κουβέντα αυτή είναι ατέρμονη και σε blogs  δεν γίνεται εποικοδομητικός διάλογος (εκλαμβάνεται εύκολα η αγωνία μας ως ο μονόλογος του γκρινιάρη)ας επιστρέψουμε στην Χάνια Γιαναγκιχάρα⁶ και στα δυο μυθιστορήματά της,το "The People in the Trees" που κυκλοφόρησε το 2013 και έκανε αίσθηση με το ζόρικο θέμα του στους βιβλιόφιλους κυρίως των ΗΠΑ και το δεύτερό της,το "Λίγη Ζωή", το οποίο κυκλοφόρησε δυο χρόνια μετά και στο οποίο και πάλι μιλάει από την πλευρά του θύματος αυτή την φορά και δίχως διδακτισμούς,σχεδόν χριστιανικά -με την εγκαρτέρηση που μπολιάζει τον κεντρικό της ήρωα-για την παιδοφιλία και την σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών. Έχει πάντως δηλώσει σε συνέντευξή της ότι δεν εστιάζει στην κακοποίηση αυτή καθαυτή αλλά σαν συγγραφέας προσεγγίζει την μακροπρόθεσμη επίδρασή της ειδικά στα αγόρια που την έχουν υποστεί, θεωρώντας ότι στα κορίτσια ως τραύμα είναι πιθανότερο να επουλωθεί στην ενήλικη ζωή τους με βοήθεια βέβαια και αν όλα πάνε καλά και δεν τα πάρει από κάτω μια τέτοια κατάσταση.
Η εντυπωσιακή πορεία του βιβλίου συνεχίζεται με μεταφράσεις σε ολοένα και πιο πολλές γλώσσες και μέσω αυτού δίνεται νέα ώθηση και στο "The People in the Trees" που ελπίζω να το μεταφράσει και αυτό η Μαρία Ξυλούρη της οποίας η μετάφραση του " A Little Life" για τις εκδόσεις Μεταίχμιο είναι εξαιρετική.
Χάνια Γιαναγκιχάρα ,2016(photographer: Gerrit Serné)
http://www.john-adams.nl/hanya-yanagihara/
Το πρώτο μυθιστόρημα της Γιαναγκιχάρα βασίζεται ξεκάθαρα,όπως μας πληροφορούν οι μελετητές του,σε αληθινή ιστορία.Εκείνην του  Daniel Gajdusek που πήρε το 1976 με τον Baruch S. Blumberg το Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας και είκοσι χρόνια μετά κατηγορήθηκε για παιδεραστία, καταδικάστηκε και εξέτισε ποινή ενός χρόνου και τελικά έφυγε από τις ΗΠΑ για να ζήσει ως τα 85 του στην Νορβηγία καθομολογώντας δημόσια πράξεις και απόψεις του (το "μορφωμένο" αυτό τέρας επικροτούσε την αιμομιξία και ας μην πω ακριβώς τι σκέφτομαι γι αυτόν και τους ομοίους του,και βέβαια αναρωτιέμαι για το Νόμπελ που δεν ανακαλείται ούτε σε τέτοιες περιπτώσεις,σαν να πρέπει να διαχωρίζεται,ας πούμε,το επιστημονικό έργο από την ηθική του βραβευθέντος κτλ μα τι αισχρή λογική είναι αυτή).
Η Γιαναγκιχάρα λοιπόν ανασυνθέτει στο "The People in the Trees" αυτήν την ιστορία μέσω των φανταστικών απομνημονευμάτων ενός νομπελίστα επιστήμονα που καταδικάζεται για παιδεραστία και αν κρίνουμε από το ότι και στην "Λίγη Ζωή" επιχειρεί με αδρές βελονιές πάνω στον ίδιο καμβά να αναδείξει⁷ το θέμα ανατρέποντας όμως με την εσκεμμένη,την τεχνητή,πιστεύω,αταξία της γραφής της λογοτεχνικούς κανόνες,που ενδεχομένως θα του αφαιρούσαν την τραχύτητα,την συγκίνηση και τον προβληματισμό για την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής και θα προκαλούσαν οίκτο για τον πρωταγωνιστή της που τελικά ο χαρακτήρας του χτίζεται επικά:περήφανος,επίμονος,μαχητικός και ανιδιοτελής.
Ο Τζουντ της Γιαναγκιχάρα δεν μιλάει παρά σε ελάχιστους ανθρώπους για την τραγική παιδική του ηλικία γιατί θέλει την αγάπη των φίλων του απαλλαγμένη από οικτιρμούς γι αυτό που υπήρξε, άθελά του,κάποτε.Ο κατά Γιαναγκιχάρα ωραίος,περήφανος Τζουντ Σεντ Φράνσις δεν ψάχνει βολική λύπηση αλλά αδιατίμητη αγάπη και προτιμάει να υποφέρει παρά να την ζητιανέψει με την τραγικότητα της ζωής του.Και για να μην τρελαθεί στρέφεται κατά του εαυτού του, πετσοκόβει και πληγώνει αλύπητα το σώμα του -και τις ανάλογες σκηνές η Γιαναγκιχάρα τις περιγράφει ξανά και ξανά -για να αποσπάσει το μυαλό του από το παρελθόν.
Η αφηγηματική αταξία της Χάνια Γιαναγκιχάρα μου φαίνεται πως μετασχηματίζεται σε μια ιδιαίτερη αρετή και στα δυο μυθιστορήματα.Είμαστε εθισμένοι σε φιλολογική νοικοκυροσύνη που προβλέπει τα πάντα και κανοναρχεί, αν χρειαστεί,ως και τις αταξίες,όμως να που αυτές για μιαν ακόμα φορά δίνουν αναγνωστικά καταφύγια στο ευρύ κοινό.Η αταξία αυτή είναι,έτσι τείνω να πιστέψω,το νεωτεριστικό στοιχείο που (δείχνει να)έχει η Γιαναγκιχάρα.Θα δούμε τι είδους λογοτεχνία κάνει στη συνέχεια, αν υπάρξει βεβαίως συνέχεια.(Πολύ θα΄θελα να την γνωρίσω και να την ρωτούσα γι αυτά.)



Η ιστορία στο "Λίγη Ζωή" είναι η μεταφοιτητική,η ενήλικη ή αν θέλετε η ζύμωση στην αληθινή ζωή -την παραγωγή όπως λένε οι μαρξιστές θεωρητικοί,χαχα-τεσσάρων αδερφικών φίλων την οποία η Γιαναγκιχάρα αφηγείται τριτοπρόσωπα -εκτός από δυο κεφάλαια που δίνει τον λόγο στον Χάρολντ,καθηγητή στην Νομική ,μέντορα και αργότερα θετό πατέρα του Τζουντ-, αφτιασίδωτα, και χωρίς γλωσσικά ακκίσματα, μη γραμμικά και εγκιβωτίζοντας πολλές λιγότερο ή περισσότερο ελκυστικές ιστορίες σε μια χρονική έκταση τριών δεκαετιών ,από τα είκοσί+ τους στο κολλέγιο στο οποίο φοιτούν μέχρι πάνω κάτω τα πενήντα+ τους,στα εργασιακά τους πια περιβάλλοντα και μέσα από και με τις σχέσεις τους,ερωτικές,κοινωνικές και λοιπές,εστιάζοντας στους δυο από τους ήρωές της ποσοτικώς περισσότερο,τον Τζουντ και τον Γουίλεμ.
Γενικότερα χτίζει και τους τέσσερις σαν χαρακτήρες και τους γύρω απ΄αυτούς και τους καθιστά σιγά σιγά,καθώς υφαίνεται η πλοκή,οικείους στον αναγνώστη (άρα η απαραίτητη για μια ισορροπία της ανάγνωσης ποιοτική αναλογία των χαρακτήρων,που δεν είναι ούτως ή άλλως και πολλοί) αλλά 
επικεντρώνει  στον Τζουντ γιατί είναι αυτός που έχει υποστεί τα πάνδεινα στην παιδική του ηλικία και η Γιαναγκιχάρα θέλει -αυτό κατάλαβα -να τα βγάλει στην φόρα αλλά θέτοντάς τα στην κρίση του αναγνώστη και ορθώς και απο΄κει και πέρα χάρη στον Τζουντ δίνει και στον πιο αγαπημένο από τους φίλους του,τον Γουίλεμ,μεγαλύτερο μυθοπλαστικό μερίδιο,τους κάνει ως και ζευγάρι και γι αυτό, φαντάζομαι,κάποιοι ενέταξαν την "Λίγη Ζωή" στα post gay μυθιστορήματα.Στην δική μου ανάγνωση βγήκε σαν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση η σχέση των δυο τους,που σηκώνει πολλή συζήτηση πέρα και πάνω από το φύλο και το σεξ.
Οι τέσσερίς τους μετά την αποφοίτηση ξεκινούν τις ζωές τους στην πολύκοσμη Νέα Υόρκη.Ο ευφυής και μαχητής Τζουντ καθιερώνεται γρήγορα σαν δικηγόρος παρά την κλονισμένη του υγεία (συχνά πρέπει να κινείται με αναπηρικό καροτσάκι αλλά αυτό δεν του στερεί τον σεβασμό των συναδέλφων του,αντιπάλων και συμμάχων στις δίκες),ο καλόγνωμος και όμορφος Γουίλεμ τα καταφέρνει κι αυτός λίγο πιο μετά και γίνεται διάσημος σαν ηθοποιός,ο Μάλκομ εξελίσσεται σε λαμπρό αρχιτέκτονα και ο Τζέι Μπι πριν απ΄όλους επιβεβαιώνεται θριαμβευτικά σαν εικαστικός.
Όσο γίνονται αυτά στηρίζουν ψυχικά ο ένας τον άλλον κι ας απομακρύνονται στις φάσεις που οι επαγγελματικές τους ζωές παίρνουν διαφορετικό δρόμο ή ταξιδεύουν ή αναζητούν κάτι άλλο ο καθένας.Στο αφηγηματικό κάδρο εξαρχής μπαίνουν πρόσωπα πολύ ενδιαφέροντα και μαθαίνουμε τα γεγονότα που είναι ατελείωτα γαϊτανάκια σχέσεων και είναι κυρίως ατομικά -η Γιαναγκιχάρα δεν κάνει χρήση των μεγάλων ιστορικών/πολιτικών/κοινωνικών γεγονότων της τριαντάχρονης πορείας τους σαν φόντο της αφήγησής της και το βρήκα έντιμο από μέρους της αλλά και έξυπνο γενικότερα ότι απαρνήθηκε το προσφιλές αυτό δεκανίκι- και τόσο έντονα που τους δένουν αλλά και τους χωρίζουν για μικρά ή μεγάλα διαστήματα στις δεκαετίες που έρχονται και φεύγουν αφήνοντάς τους τα δικά της καθεμιά καλά και κακά. Διάφορες καταστάσεις τους βρίσκουν πότε όλους μαζί, πότε ανά δυο,άλλοτε σε φωτεινά και χαρούμενα κι άλλοτε σε σκοτεινά και δύσβατα μονοπάτια.
Οι πληροφορίες για το παρελθόν του Τζουντ δίνονται με φειδώ στην αρχή και μετά ξεχύνονται σαν ποτάμι που συνεπαίρνει με την ορμή του τον αναγνώστη και η ιστορία, σπασμένη ευφυώς σε επτά κομμάτια/κεφάλαια, γίνεται μία και αποτυπώνεται βαθιά στην μνήμη ως ενιαία. 
Ξεχνιούνται οι διάλογοι, για παράδειγμα, και η επιφύλαξή σου (η δική μου τουλάχιστον) γι αυτούς πάει στην ανακύκλωση, ξεχνιέται ή βλέπεις με άλλο μάτι το μελό που (νόμισες ότι) σε είχε λιγώσει , ίσως,σε κάποια σημεία.Υποχωρεί η αυστηρότητα της θεωρητικής προσέγγισης που ενδεχομένως έκανες γιατί έχεις διαβάσει θεωρία της κριτικής και κάτι τέτοια -αν και τότε που αυτή έγινε καλώς έγινε,γιατί μόνο με κριτική ανάγνωση θα τα βγάλουμε πέρα εμείς οι αναγνώστες με το σκουπιδαριό που βαφτίζεται λογοτεχνία-,και σου έχει μείνει η βεβαιότητα που λίγα βιβλία πια σου αφήνουν,ότι τίποτα δεν έχει χαθεί,ότι υπάρχει ομορφιά,καλοσύνη,περηφάνια και αγάπη στον κόσμο κι έρχονται βιβλία που απευθύνονται στο πολύ ευρύ κοινό να τα αναδείξουν καλά,θα έλεγα. 



¹Είναι post gay,δεν είναι;Είναι ανθρωποκεντρικό,δεν είναι;Να το πούμε σάγκα ή όχι;Τι ετικέτα να του βάλουμε και να μην την πατήσουμε;Ή να μην του βάλουμε (το προτιμώ) καμιά τέτοια ετικέτα; Σπάει η Γιαναγκιχάρα επίτηδες τις φόρμες γραφής που έχουμε συνηθίσει στα πολυσέλιδα βιβλία , βρίσκοντας χίλιους δυο ολοφάνερους τρόπους για να το κάνει -επαναλήψεις πχ,που κι ένας αδαής επιμελητής τις παίρνει είδηση,λέμε τώρα,λιγωτικό σε υπερδόσεις μελό,διαλόγους που συνηθίζονται στα πονήματα του εφήμερου κι ένας μέσης ποιότητας εκδότης τις αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι και άλλα τέτοια- ή τίποτα απ΄αυτά δεν έχει σημασία εδώ και η ιστορία με το θέμα της δοσμένο ακριβώς έτσι-υπερβολικό,μελό,σχεδόν στα όρια της εφήμερης λογοτεχνίας,ένα χοντροκομμένο παραμύθι -και μόνο κάνει την διαφορά,όσο ελάχιστες στην λογοτεχνική παραγωγή όλης της πρώτης δεκαετίας του 21ου;Τείνω στην δεύτερη άποψη.

² Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας στις δυτικές κοινωνίες -αν και γίνεται ακόμα δύσκολα και όχι δίχως υποκρισία -είναι μια αρκετά θετική εξέλιξη που δεν γίνεται να μην την θεωρούμε σημαντική.Από την άλλη ο ατομικισμός που καλλιεργείται ,επομένως υπάρχει και στους ομοφυλόφιλους, κάνει ακόμα πιο δύσκολη την λείανση των ρατσιστικών προκαταλήψεων,λείανση γιατί για απαλοιφή δεν  τρέφω αυταπάτες.

³Καμιά φορά η επίμονη μελέτη της θεωρίας της λογοτεχνίας και της κριτικής της και η ανελαστική εφαρμογή κριτηρίων,που κατά τ΄άλλα καλώς η θεωρία ερευνά,ταξινομεί,προτείνει κτλ ,υφαρπάζουν την αισθητική απόλαυση και μας στερούν την χαρά και την συγκίνηση που ένα λογοτεχνικό κείμενο παρά τις όποιες του φιλολογικές,ας τις πούμε έτσι,ατέλειες μπορεί να μας προσφέρει.Είναι τελικά λάθος,λέω,να κοιτάμε το λιγάκι στραβό δέντρο και να χάνουμε ένα όμορφο στο σύνολό του δάσος, που όμως μας καλεί εντός του.Και όποιος θέλει να καταλάβει τι εννοώ και για τι μιλάω,καλώς.Οι υπόλοιποι σκοτωθείτε με την ησυχία σας στα μκδ.

⁴Μου φάνηκε τόσο εξωπραγματική η πρόταση "στην δεύτερη επέτειο του θανάτου σου, πήγαμε στη Ρώμη" όταν για χιλιάδες Έλληνες το 2017 είναι ο όγδοος χρόνος πολιτικής κατάστασης που μας έχει γονατίσει ηθικά και οικονομικά.Θα μου πείτε έτσι είναι ο κόσμος,άνισος και αντιφατικός.Όμως ο καημένος ο Χάρολντ ,ο γλυκός θετός πατέρας του Τζουντ,ένας υπέροχος ήρωας/πρότυπο ανοιχτού μυαλού και καλοσύνης,την δεύτερη φορά που γίνεται εκείνος αφηγητής ξεκινά μ΄αυτή την φράση και η άνεσή του να πηγαινοέρχεται από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη ήρθε στην πραγματικότητά μου σαν ταξική σφαλιάρα,το λιγότερο,για την οποία δεν πήγα ποτέ γυρεύοντας,ούτε μου αξίζει κι εμένα κι άλλων πολλών στην ταλαίπωρη ετούτη χώρα,επειδή δεν τα΄φαγα παρέα με κανέναν πάγκαλο και δεν τα΄χουμε φάει χιλιάδες πολίτες γενικότερα κι όμως εμείς πληρώνουμε τις λαμογιές και την απληστία εκείνων που το έκαναν μα και την δειλία των κυβερνήσεων που πάμε σαν πρόβατα και ψηφίζουμε. 
Φυσικά αυτό δεν είναι σοβαρό κριτήριο για την αξιολόγηση κανενός βιβλίου αλλά να,πιο πάνω αναφέρθηκα στην ταύτιση με τους λογοτεχνικούς ήρωες και πότε μας μιλάνε τα μυθιστορήματα κτλ κτλ. Πού να την βρω την ταύτιση και πώς να μην μου τρέξουν τα σάλια όχι μόνον ως προς τα ταξίδια του Χάρολντ,του Τζουντ και του Γουίλεμ κάθε χρόνο ανελλιπώς στα πέρατα της γης,τα ατέλειωτα λεφτά του Μάλκομ και την στυλάτη καλλιτεχνική ζωή του Τζέι Μπι -όλοι πετάγονται ως το Παρίσι σαν να΄ναι η διπλανή τους πόλη,για μας που είναι όντως κοντά μας το Παρίσι είναι όνειρο θερινής νυκτός πια-, μα και για πολλά άλλα που αποτελούν τον κόσμο τους,μια μορφωμένη και φιλότεχνη μεσαία+ τάξη, όπως υπήρχε ως χτες κι εδώ, από τον οποίο αντλεί το υλικό της η Γιαναγκιχάρα,όταν για να μην είμαι ηττημένος δυτικός άνθρωπος σε υπό διάλυση δυτικό κράτος πρέπει να αυτοπαρηγορούμαι ως  "τυχερή" που διαβάζει βιβλία και γράφει γι αυτά στο διαδίκτυο,ενώ ολοένα και περισσότερος κόσμος βουλιάζει σε ακραία φτώχεια.

⁵ Την γνωριμία μας με την Έρπενμπεκ την χρωστάμε στον συγγραφέα και μεταφραστή Αλέξανδρο Κυπριώτη,να΄ναι καλά.http://logotexnia21.blogspot.gr/search/label/JENNY%20ERPENBECK

⁶Η Γιαναγκιχάρα,διάβασα, φοίτησε στο διάσημο Smith College ,που μια από τις πιο γνωστές του απόφοιτες είναι  η Σύλβια Πλαθ.

⁷Διάβασα προσεκτικά συνεντεύξεις της και δεν έχω πειστεί για αρκετά απ΄αυτά που δηλώνει,έχω την αίσθηση ότι κρύβει προθέσεις.Κάνω κάποιες καχύποπτες σκέψεις ,όμως στην πραγματικότητα δεν μου χρειάζεται να μάθω τα ακριβή της κίνητρα· η σκληρή ιστορία του Τζουντ, ακριβώς έτσι όπως την έγραψε, πετυχαίνει μια χαρά ό,τι βασικό περιμένει κάποιος από μια τέτοια ιστορία να κάνει:συγκινεί και σφηνώνεται στον εγκέφαλο.Αυτό και μόνο είναι αρκετό.





υγ.Για την "Λίγη Ζωή" έχουν γράψει τρεις αγαπημένοι μου μπλόγκερς

Σχόλια

  1. Συμφωνώ με όσα γράφεις. Αν και μελό σε πολλά σημεία, δεν μπορούσα να το αφήσω, και στο τέλος μάλλον ένοιωσα ένοχα επειδή με συγκλόνισε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι,ένα περίεργο πράγμα.Να διακρίνεις το μελό αλλά να σε αγγίζει.Πολύ ενδιαφέρουσα η Γιαναγκιχάρα.

      Διαγραφή
  2. Και, ωραία η σύνθεση με το εξώφυλλο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα παιδία παίζει.Σ΄ευχαριστώ Ρέα!

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος28/2/17 12:49

    εδω μια απολαυστικη κριτικη απο την απεναντι οχθη : https://www.goodreads.com/review/show/1800101402

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Απέναντι από την δική μου ταξική,λογοτεχνική κτλ όχθη εννοείτε;Γιατί δεν πήρα θέση σε καμία ή μάλλον κανενός την όχθη.Άλλα προσπάθησα να βγάλω από το συγκεκριμένο βιβλίο για να τα σκεφτούμε.
      Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έχει κάνει μια ταινία με τίτλο "Συνηθισμένοι Άνθρωποι".Αν την έχετε δει θα καταλάβετε τι εννοώ.Αν όχι να σας το πω απλά :ο πόνος δεν έχει ταξικό πρόσημο.Τα υπόλοιπα τα συζητάμε.

      Διαγραφή
  4. Ανώνυμος29/3/17 14:43

    Συμφωνώ σχεδόν με όλα όσα γράφεις.Περίεργο μυθιστόρημα που δεν μου άρεσε καθώς το διάβαζα αλλά μου αρέσει τώρα που πέρασε στη μνήμη.Αδυνατώ να εξηγήσω πώς έγινε αυτό.
    Αναστασία

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου