"Με το Τσιγκέλι",Θούλη Στάικου

V.G.


Πενήντα εφτά πάρα πολύ μικρά διηγήματα; Μικρά; Ναι,μικρά αν μετρήσω τις λέξεις τους. Μεγάλα όμως και πλήρη όταν τα διαβάζω,κατάφορτα με εικόνες και μνήμες και εποχές σαν ανθισμένοι κήποι. Πενήντα εφτά μικρά πανέμορφα λογοτεχνικά άνθη από την χαμηλών τόνων κι όμως τόσο δυναμική, αν κρίνω από τη μεστότητα και ντομπροσύνη της γραφής της,  Θούλη Στάικου.
Ο τίτλος "Με το Τσιγκέλι" είναι παραπλανητικός ως προς την γενναιοδωρία και των 57 ιστοριών σε συναισθήματα αν και ακριβής ως προς την φειδώ που απορρέει από την προσοχή με την οποία η συγγραφέας χειρίζεται τις λέξεις της μια μια για να τις συνθέσει τελικά σαν τρυφερές,λιτές και μαζί εξόχως περιεκτικές ιστορίες που όμως διαβάζονται αυτοτελώς και στην ουσία δεν είναι παρά ένα σύνολο,μία αφήγηση,ένα ταξίδι στον χρόνο,μια κατάθεση αγάπης στην μάνα,μία κατεβασιά ψυχής με δυο λέξεις μέσα από μια αβίαστη σπονδυλωτή νουβέλα.Κι αν δεν υπάρχει σαν όρος η σπονδυλωτή νουβέλα,δεν πειράζει,εισάγουμε εμείς τον όρο και η Θούλη Στάικου το είδος (περι)γράφοντας την ιστορία της δικής της,υποψιάζομαι ζωής,χωρίς ζορισμένα γλωσσικά ακκίσματα και επιτηδευμένα τεχνικά τερτίπια.
Κι αν ψαχουλέψω -σύμφωνοι,ομολογώ, το έκανα-,τις χρονολογίες στο αυτί και στο έμπα του βιβλίου -τι ωραία και φροντισμένη η μικρόσχημη έκδοση από το Έναστρον-,ξέρω και γιατί είναι 57 αυτές οι ιστορίες και τι γίνεται εντός σου αυτές τις δυο τρεις φορές στην ζωή σου -δεν είναι παραπάνω από δυο τρεις,κάπου εκεί στα 35 και στα 55,άντε και στα 75 σου αν ζεις ακόμα-,όταν κοιτάζεις για τα καλά πίσω στον χρόνο κι αναρωτιέσαι σε τι τον ξόδεψες κι αν τον χάρηκες ή τον σπατάλησες.

Ελπίζω να μη μου θυμώσει η ευγενική Θούλη Στάικου αν σας προσφέρω/αποκαλύψω ένα ολόκληρο διήγημα. Καμιά φορά σε τέτοια βιβλία που τα απόλαυσες όσο λίγα και από πολλές απόψεις -για την τεχνική, την αισθητική και το θέμα τους-,ένα μαγιάτικο βράδυ που έγινες, ας πούμε, δέκτης αχαριστίας ανθρώπων που μπορείς να είσαι ήσυχη με την συνείδησή σου ότι ήσουν εντάξει απέναντί τους ,τότε πρέπει να αποσύρεις τα δικά σου λόγια γιατί λέγοντας, από καλές προθέσεις ορμώμενη, κι ετούτο το επαινετικό και το άλλο το εγκωμιαστικό μπορεί να χαλάσεις την δική τους αρμονία, αυτήν που σε γοήτευσε και μετρίασε την πικρή αίσθηση της προηγηθείσας κακής στιγμής.Τότε ακριβώς, καλύτερα είναι ν΄αφήσεις εκείνα να βγουν μπροστά .Τότε πραγματικά μοιράζεσαι κάτι και με τους άλλους.

     4.οι σπιτονοικοκυρές

    Οι σπιτονοικοκυρές έμεναν από πάνω μας.Ξένες ήταν και μοναχές τους.Η Αλεξάνδρα στρογγυλή, ρόδινη και κακιά,η Μαγδαληνή σαν μαύρη ελιά θασίτικη,ζαρωμένη και όλο άρρωστη, αλλά καλή. Δεν έκανε να τρώει αλάτι και το λαχταρούσε,όμως η αδερφή της την κυνηγούσε από πίσω και δοκίμαζε το φαΐ της μήπως έβαλε κρυφά, κι άμα είχε βάλει έβαζε τις φωνές και το έχυνε.
   Εκείνη λοιπόν,είχε κρύψει ένα κόκαλο από ρέγκα,σα χτένι ήτανε,μέσα στο ντουλάπι μας,κι όποτε έβρισκε ευκαιρία ερχότανε και το έγλειφε.Έκλεινε και τα μάτια της.Μου τρέχανε τα σάλια να την κοιτάζω και μια φορά,μόλις έφυγε,δεν άντεξα.Αλλά δεν ευχαριστήθηκα,γιατί φοβόμουνα μην κολλήσω την αρρώστια.
   ΄Υστερα η Αλεξάνδρα παντρεύτηκε έναν άνδρα ίδιο μ΄εκείνη κι έφυγε μαζί του.Την άλλη μέρα η Μαγδαληνή έκατσε στο παράθυρο με ένα πιάτο αλάτι στην ποδιά της.Κοίταζε μακριά κι έτρωγε. Έτρωγε και κοίταζε μακριά και έκλαιγε.
    Άφρισε η αρμύρα στα χείλια της και στα μάτια της.

Σχόλια