"Η Συντέλεια του Κόσμου",Τζέννυ Έρπενμπεκ/Jenny Erpenbeck

Ανθίζει λοιπόν ξανά το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα στους τόπους που γεννήθηκε;Μπορούμε να πούμε με μια κάποια σιγουριά ότι η Γερμανίδα Τζέννυ Έρπενμπεκ, ο Πορτογάλος Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και μερικοί ακόμα νέοι στην ηλικία πεζογράφοι -άρα με το μέλλον μπροστά τους-,έχουν ανοίξει καινούργια φωτεινά μονοπάτια; Νομίζω πως ναι.Έστω με αργούς ρυθμούς και με συγγραφείς μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού το συγκαιρινό μας ευρωπαϊκό μυθιστόρημα απαιτήσεων, αυτό που θα μπορεί μερικές γενιές μετά την δική μας να αποκληθεί δίχως αμφιβολίες κλασικό, επανέρχεται στο προσκήνιο.


Σύνθεση V.G.



Τζέννυ Έρπενμπεκ:μια χαρισματική,εν δυνάμει κλασική συγγραφέας που εκφράζεται στην γλώσσα υπέροχων ανθρώπων(Γκαίτε,Σίλερ,Μαν,Κάφκα,Μπρεχτ,Μούζιλ,Ρίλκε,Έσσε,Ρεμάρκ,Μπάχμαν,Φρις, Μπέρνχαρντ,Μπελ,Ζέμπαλντ, Ντέμπλιν,Γκρας,Μπύχνερ,Φασμπίντερ,Χάνεκε,Γέλινεκ,Ροτ,Τσβάιχ ) αφηγούμενη ιστορίες αντλημένες από την πιο πρόσφατη Ιστορία της χώρας της,της Γερμανίας,και κατορθώνοντας να μας κάνει να καταλάβουμε πολύ καλά γιατί αυτές μας αφορούν όλους. Γνήσιο και άξιο τέκνο της μεγάλης,πολύτιμης κεντροευρωπαϊκής παράδοσης, εκείνης που τροφοδότησε τις λογοτεχνίες του κόσμου.Πένα χαρισματική,πολυσχιδής και αυτόφωτη που γεφυρώνει το λογοτεχνικό χτες με το σήμερα όντας προικισμένη με δομική ευρηματικότητα και κοφτερή κρίση που στηρίζεται, πιστεύω,αφενός στην συστηματική μελέτη της ιστορικότητας εκείνου του γεγονότος το οποίο της δίνει την κύρια θεματική ιδέα και αφετέρου στην εγγενή ικανότητά της να αναλύει διαλεκτικά και πολύπλευρα το πραγματικό γεγονός και ύστερα να το μετασχηματίζει σε τολμηρή μυθοπλασία με στέρεα αφηγηματικά θεμέλια .

Όταν όμως εκείνη κοιμάται,του αρέσει να κάθεται πλάι στο κρεβάτι τους και κάνει άλλη μια προσπάθεια να δικαιολογήσει αυτό που εδώ και κάποιο καιρό τού φαίνεται το μεγάλο αίνιγμα της ιστορίας της ανθρωπότητας:πώς δηλαδή διαδικασίες,καταστάσεις ή γεγονότα που είναι γενικής φύσεως-παραδείγματος χάριν ένας πόλεμος ή μια πείνα που διαρκεί πολύ ή και ένας μισθός δημοσίου υπαλλήλου που δεν έχει αναπροσαρμοστεί στον καλπάζοντα πληθωρισμό-μπορούνε και τρυπώνουνε σ΄ένα τυχαίο ιδιωτικό πρόσωπο.Ασπρίζουνε εδώ μια δυο τρίχες,κατατρώνε εκεί ένα δυο γλυκά μάγουλα,μέχρι που το δέρμα μόνο τεντώνεται πάνω απ΄τα γωνιώδη οστά της γνάθου,η απόσχιση της Ουγγαρίας στο πρόσωπο κάποιας γυναίκας,μπορεί να είναι και η δικιά του,ίσως να οδηγεί σε φαγωμένα χείλια.Από πολύ μακριά έξω μέχρι πολύ μακριά μέσα γίνεται επομένως διαρκώς μια μετάφραση,μόνο που για κάθε μεμονωμένο άνθρωπο υπάρχει το δικό του λεξιλόγιο,και γι αυτό μάλλον μέχρι τώρα κανένας δεν έχει καταλάβει ότι γενικά πρόκειται για μία γλώσσα,και μάλιστα για τη μοναδική που έχει ισχύ για ολόκληρο τον κόσμο κι όλες τις εποχές.Αν μελετούσε μόνο κανείς αρκούντως πολλά πρόσωπα,θα μπορούσε σίγουρα από ρυτίδες,βλέφαρα που παίζουνε ή δόντια που έχουνε χάσει τη γυαλάδα τους να βγάλει συμπεράσματα για τον θάνατο ενός αυτοκράτορα,για αδικαιολόγητες πληρωμές αποζημιώσεων ή μια ακμάζουσα σοσιαλδημοκρατία.
Η Τζέννυ Έρπενμπεκ παρά το μέγεθος και την μοναδικότητα του ταλέντου της δεν είναι ελιτίστρια. Θα μπορούσε μέσω των έξοχων βιβλίων της με την ωραία τεχνική και τα ιντριγκαδόρικα θέματα,που στην Ελλάδα είχαμε την τύχη να τα γνωρίσουμε μεταφρασμένα εξαιρετικά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη*,να απευθύνεται μόνο σ΄ ένα σίγουρο κοινό,το μειοψηφικό αλλά εκλεκτικό κοινό που είναι μυημένο σε υψηλής αισθητικής πολιτικά βιβλία γιατί ένα τέτοιο κοινό είναι συνήθως πιο έτοιμο να κατανοήσει την θεωρητική/κωδική γλώσσα,την ταραχώδη και μαζί  τόσο γοητευτική ιστορία της Αριστεράς που σαφώς έλκει την συγγραφέα (και χιλιάδες ανθρώπους) και να κρίνει με νηφαλιότητα την όποια αρνητική και θετική πλευρά και οπωσδήποτε τις ρωγμές και την παθογένεια της εφαρμογής του σοσιαλισμού στην πράξη. Η συγγραφέας είναι ζυμωμένη με την Αριστερά στην εκδοχή της της Ανατολικής Γερμανίας .Γεννήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο,ήταν δεκαεννιά χρόνων όταν γκρεμίστηκε το τείχος και συνεχίζει να κατοικεί (να παρατηρεί,να συμμετέχει,να χαίρεται,να λυπάται για τα μικρά και μεγάλα καθημερινά πράγματα)στην μετά-το-τείχος εποχή μιας πόλης από τις πιο ισχυρές μητροπόλεις τώρα του σκληρού ευρωπαϊκού,κι όχι μόνον,νεοφιλελευθερισμού. 
Η Έρπενμπεκ  απευθύνεται στον μέσο βιβλιόφιλο αυτόν που συνήθως καλοπιάνουν οι πάντες όσο στέκεται μπροστά από το ταμείο έτοιμος να αγοράσει αλλά τον εγκαταλείπουν στην συνέχεια στην σύγχυσή του και στην γενικότερη ιδεολογική τρικυμία εν κρανίω στην εποχή της κυριαρχίας των εικόνων,καθώς λίγοι από τους ανθρώπους που εμπλέκονται στην παραγωγή του βιβλίου νοιάζονται για την διάδοση μιας ποιοτικής και όχι ποσοτικής φιλαναγνωσίας και για την περαιτέρω ενδυνάμωση εκείνης της εξωσχολικής αναγνωστικής καλλιέργειας που στην ενηλικίωσή μας μας έχει κάνει κριτικούς αναγνώστες με σφαιρική αντίληψη.
Δεν είναι διόλου απλό κι εύκολο να ξεδιπλώνεις τέτοια ακανθώδη θεματολογία στο ευρύ κοινό, χρειάζονται κότσια.Η Έρπενμπεκ τα έχει και με το παραπάνω και γι αυτό μπορεί στην "Συντέλεια του Κόσμου",το πέμπτο της βιβλίο,να μιλά μέσω της ηρωίδας της -αυτής της βασανισμένης γυναίκας με τα πολλά πρόσωπα μα στην ουσία αυτό το ένα που μοιάζει σαν άκαμπτη μάσκα και το φορούν οι γυναίκες υποδυόμενες τον έμφυλο ρόλο τους-,με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ευθύτητα και αμεσότητα για την απ΄ άκρη σ΄άκρη επαναστατημένη Γερμανία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ και την Ανατολική Γερμανία των δικών της νεανικών μνημών-η ίδια την αναφέρει πάντα κι έχει φυσικά τους λόγους της ως Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία-,γιατί υπήρξαν τα ιστορικά πρόσωπα,οι φάσεις διαδέχτηκαν η μια την άλλη και καταγράφηκε η ιστορική περίοδος κι ας έγινε μείζον πολιτικό ταμπού η Ανατολική Γερμανία κι όσα δεν κρύβονται εντελώς δεν παρουσιάζονται ούτε καν σαν η άλλη όψη μίας κοινής Ιστορίας!
Είδα η ίδια πράγματα κάτω από το επιμελές φτιασίδωμα όσες φορές έχω πάει στην Γερμανία και ειδικά όταν πήγα στο πανέμορφο Βερολίνο,πόλη καταπράσινη,ήρεμη,ιδανική να ζεις σ΄αυτήν.Εκεί ένιωσα τι σημαίνει για τον κόσμο η διαίρεση,πόσο προβληματική παραμένει σε πολλά η επανένωση κι εκεί άκουσα,με έκπληξη,τι λένε οι Βερολινέζοι όχι βέβαια μπροστά σε τηλεοπτικές κάμερες,μα στα σπίτια και στις παρέες τους** για το πώς το Ανατολικό Βερολίνο και πόσο προκλητικά και αντιεπιστημονικά αποϊστορικοποιείται όπως όπως και υποβαθμίζεται σε ατραξιόν για τουρίστες -που την βρίσκουν να οδηγούν ενοικιαζόμενα Trabant συγκρίνοντάς τα ατυχώς με τις Μερσεντές-,και πώς και γιατί χτίζεται κυρίως σαν αρνητική μνήμη,με καλλιτεχνίζουσες υπενθυμίσεις σε άπειρα σημεία συντηρώντας όμως έτσι την διαίρεση και πώς ενώ το επίσημο κράτος λειτουργεί σαν αρωγός σε οτιδήποτε μπορεί να τους εξιλεώνει κάπως σαν λαό για το Ολοκαύτωμα -δημόσιες συγγνώμες, δάκρυα,εντυπωσιακά μουσεία,φοβερά μνημεία, αναφορές,κάθε μέρα προβολές ταινιών στα κανάλια τους κτλ-,γι αυτήν την άλλη τους Γερμανία,το άλλο τους Βερολίνο δεν διάλεξε την σοφή στάση του διδαγμένου από την Ιστορία νικητή που δεν θέλει να ξαναθυσιαστεί η ειρήνη μα την στάση εκείνου που νίκησε μα αν και κρατά πια και το μαχαίρι και το πεπόνι που λέει κι η παροιμία,έχει λόγους να φοβάται,αυτός ξέρει ποιον αόρατο εχθρό και τι ακριβώς και στήνει ζοφερά μνημεία εξισώνοντας Ολοκαύτωμα και DDR.

Βερολίνο,Απρίλιος 2016,φωτογραφία V.G.**

Βερολίνο,Απρίλιος 2016,φωτογραφίαV.G.

Η Έρπενμπεκ μέσα σ΄αυτό το βαρύ κλίμα της κατηχητικής υπενθύμισης της δυτικής νίκης προς όλες τις κατευθύνσεις τολμά μια αριστερής αντίληψης πολιτική λογοτεχνία για το ευρύ κοινό και για μένα η μη ελιτίστικη αυτή επιλογή, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη του τα παραπάνω,ενέχει μια υπέροχη και  συγκινητική ηθικότητα που φθίνει συνεχώς στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την τέχνη.Πιστεύω ότι ηθική υποχρέωση όποιου εκτίθεται εκδίδοντας πολιτική λογοτεχνία -διαφορετικά ας την κρατήσει για τον εαυτό του ή ας την μοιράζει σε φωτοτυπίες στους συγγενείς και τους φίλους,η αλήθεια είναι ότι λίγη οικονομία στο χαρτί δεν θα μας έβλαπτε-, είναι να μην λειαίνει τα κοφτερά και άσχημα σημεία της αφήγησης ούτε να υπερτονίζει τα εξωραϊσμένα για να γίνεται αρεστός σε όλους ή να πουλά.Η Βερολινέζα Έρπενμπεκ, ενώ γύρω της τροφοδοτείται μια μονόπλευρη στάση σχεδόν σαν αυτή που κατηγορείται ότι κρατούσε ο νικημένος κρυψίνους κομμουνισμός του Honecker, γράφει με τσαγανό και μαζί σύνεση και για τους άλλους σε εποχές που έφεραν τα πάνω κάτω στην Ευρώπη και που ο απόηχός τους δεν έχει σβήσει,το αντίθετο, παντρεύοντας μνήμη και βίωμα,γνώση και συναίσθημα και αναδεικνύοντας παράλληλα μια ιδιαίτερη πτυχή του ταλέντου της για την οποία επίσης την εκτιμώ πολύ:την εικαστική.
Στήνει εξαιρετικά καλά κι όσο λίγοι πολιτικοί συγγραφείς,χιλιάδες λέξεις φορτισμένου, δύσκολου και αλληγορικού σε πολλά σημεία κειμένου σαν να είναι εικαστική εγκατάσταση,δίχως αυτό της το τόλμημα να αποβαίνει σε βάρος της ιστορίας που αφηγείται κι επίσης ας έρχεται,σαν τακτική, σε μετωπική σύγκρουση με την κυρίαρχη για το μυθιστόρημα αντίληψη που το θέλει -είτε αυτό πειθαρχεί σε δοκιμασμένους κανόνες είτε είναι προσεγμένα νεωτερικό ως προς την τεχνική ή την γλώσσα,αδιάφορο-,να λειτουργεί πρωτίστως σαν προϊόν ψυχαγωγίας,δευτεροκλασάτης ή εκλεκτής κι αυτό αδιάφορο,που θα αντέξει εισπρακτικά όποιο κι αν είναι το δια ταύτα του,ακόμα κι αν είναι τόσο ξεκάθαρα πολιτικό και αφορά καυτά θέματα και πολύπαθες ομάδες ανθρώπων όπως οι Εβραίοι και οι κομμουνιστές στην ενιαία,διαιρεμένη και μετά ξανά ενιαία Γερμανία. 
Οι λέξεις στα εξαιρετικά κείμενα της  Έρπενμπεκ γίνονται απτή ύλη με την οποία εκείνη σαν εικαστικός στήνει τρισδιάστατες εγκαταστάσεις μπροστά στα μάτια του αναγνώστη -που είναι,εδώ που τα λέμε,το υποκείμενο της Ιστορίας,η μόνη σταθερά στην αέναη ώσμωση της ανθρωπότητας-, ατομικές στην κατά μόνας πρόσληψή τους σαν ανάγνωση βιβλίου,όμως εξόχως συλλογικές στην ερμηνεία τους μετά την ανάγνωση και όποια ερμηνεία οι ιδεολογίες-ένα βήμα πριν εκπέσουν από χρήσιμα θεωρητικά εργαλεία σε ιδεοληψίες-,κάνουν τον καθένα από μας να ενστερνίζεται.
Τα ερπενμπεκικά γράμματα/σχήματα αφηγούνται την άλλη ,ίσως,όψη της ιστορικής αλήθειας,αυτήν που δεν παρουσιάζεται στην καλά φωτισμένη πλευρά της βιτρίνας,αυτήν που τα επίσημα -εκείνα που διδάσκονται δηλαδή στα σχολεία-,βιβλία της Ιστορίας ξεπετάνε με λιγοστές παραγράφους για τους ηττημένους της μεγάλης σύγκρουσης που όπως είπα ήδη είναι αδύνατον μεν να θαφτεί εντελώς μα μπορεί ο κάθε που έχει λόγους,εξαιτίας σε μεγάλο βαθμό και της παθογένειας των αντιπάλων του,να την αφηγείται όπως θέλει και κυρίως,αφού είναι βεβαιωμένα ο νικητής,να ανοίγει ή κλείνει κατά την δική του συγκυριακή βούληση το πανδώριο κουτί της εκδίκησης. 
Εκδίκησης όμως για ποιο πράγμα,κι αυτό ακριβώς ρωτά νομίζω και η Έρπενμπεκ και μας βάζει να το σκεφτούμε.Για το ότι οι οπωσδήποτε ηττημένοι,το΄παμε αυτό εκατό φορές, μιας τιτάνιας ταξικής σύγκρουσης, του Δαυίδ με τον Γολιάθ κυριολεκτικά,που δεν μπορούσε πάντως και να μην επέλθει,τόλμησαν να δουν με άλλα μάτια τον κόσμο κι επιχείρησαν και έμπρακτα να τον αλλάξουν; Φυσικά οι άλλοι έκαναν τρομερά πράγματα στην πορεία τους προς αυτό που οραματίστηκαν σαν αλλαγή, λάθεψαν και εξαιτίας τους χύθηκε αίμα και οφείλουμε να το λέμε και να το καυτηριάζουμε. Αλλά έχουν την αποκλειστική ευθύνη των κοινών δεινών που ξεπέρασαν τα γεωγραφικά σύνορα και ακόμα ταλαιπωρούν πιο αδύναμους λαούς;Αυτό είναι το δια ταύτα;Δεν νομίζω.Κάπου αλλού είναι ολόκληρη η αλήθεια και γι αυτήν την ατεμάχιστη και τραχιά αλήθεια της Ιστορίας της Γερμανίας και συνεκδοχικά όλης της Ευρώπης βγαίνει στην λογοτεχνική παλαίστρα η Έρπενμπεκ με τη "Συντέλεια του Κόσμου",ορθώνει ηθικό ανάστημα  και συνομιλεί μια με τον υπέροχο  Ντέμπλιν και  μια με τον συγκλονιστικό Άρη Αλεξάνδρου.Κι όσοι έχετε διαβάσει τα μνημειώδη και βαθιά ανθρωποκεντρικά αριστουργήματά τους "Βερολίνο Αλεξάντερπλατς" και " Το Κιβώτιο" καταλαβαίνετε καλά τι εννοώ και δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτ΄άλλο.


υγ.Έχετε δίκιο,δίχως μια περίληψη για την εξωτερική μορφή του μύθου πώς πέρασα στο εσωτερικό του!Με παρέσυρε η Έρπενμπεκ γιατί,ξέρετε,ειδικά σε τούτο το βιβλίο της δεν είχε για μένα τόση σημασία το είδος του κελύφους μέσα στο οποίο η συγγραφέας τοποθετεί τον πραγματικό της πρωταγωνιστή ,τον πάσχοντα άνθρωπο, γιατί το πλάθει εκπληκτικά καλά αλλά για να το σπάσει στην συνέχεια κι αυτό να σωριαστεί με κρότο κάτω έχοντας γίνει χίλια κομμάτια και καθώς η αφήγηση προχωρά και σέρνει από το μανίκι τον βαθιά συγκινημένο, θέλω να πιστεύω, αναγνώστη.
Τι σημασία έχει λοιπόν αν είναι ένας χάρτινος άντρας ή μια γυναίκα,ένας γκόι ή ένας εβραίος,μια μάνα ή ένα παιδί ή...Σημασία έχει ότι είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα στην δίνη της Ιστορίας,στο έλεος του νικητή,στην απόγνωση του ηττημένου.
Εν τούτοις μια και το οπισθόφυλλο του βιβλίου είναι από τα καλύτερα που έχω δει ευχαρίστως θα το χρησιμοποιήσω:
Στις αρχές του περασμένου αιώνα γεννιέται ένα κορίτσι.Η μάνα του Εβραία,ο πατέρας του χριστιανός. Πόσο θα ζήσει;Πόσο θα μπορούσε να ζήσει,αν κάποιος είχε προλάβει να κάνει κάτι που δεν έκανε;Κι αν όντως δεν πέθαινε τότε το κορίτσι,πόσα χρόνια θα ζούσε ακόμα; Και τι του επεφύλασσε το μέλλον; 

Με φόντο ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο ιστορικό πλαίσιο,σε αυτό το πέμπτο βιβλίο της η Τζέννυ Έρπενμπεκ αφηγείται τις πολλές εν δυνάμει ζωές,αλλά και τους διαφορετικούς θανάτους μιας αλησμόνητης ηρωίδας.Οι πολλές ζωές γίνονται μία,σε ένα ταξίδι γεμάτο όνειρα,διωγμούς,έρωτες, πείνα,ανακρίσεις,εκτελέσεις,τιμές,σιωπές και τελετουργικές επαναλήψεις· ένα ταξίδι που ξεκινά από τη Γαλικία της αυστροουγγρικής μοναρχίας λίγο μετά το 1900,συνεχίζεται στη Βιέννη μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου,κι ύστερα στη Μόσχα την εποχή του σταλινισμού,κι από εκεί στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας,για να ολοκληρωθεί στο Βερολίνο της σύγχρονης επανενωμένης Γερμανίας. 

Στη Συντέλεια του κόσμου η πολυβραβευμένη συγγραφέας σκαλίζει ιστορικά ντοκουμέντα και θαμμένα μυστικά,μιλάει για το σκοτάδι του θανάτου έτσι ώστε να κρατήσει άσβεστο στη μνήμη το φως της ζωής.

*Την Τζέννυ Έρπενμπεκ την χρωστάμε κυριολεκτικά στον Αλέξανδρο Κυπριώτη που όχι μόνο την μεταφράζει από το 2004 με αφοσίωση και ακρίβεια αλλά σκύβει πρώτα απ΄όλα σαν απαιτητικός και αυστηρός αναγνώστης ο ίδιος στο έργο της,εδώ, και καταφέρνει να το μεταφέρει από την μια δύσκολη γλώσσα (την δική της) σε μιαν άλλη,ακόμα πιο δύσκολη(την δική μας) δίχως απώλειες και κυρίως με την ατμόσφαιρα του πρωτότυπου αναλλοίωτη κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Όταν ήμουν στο Βερολίνο πέρυσι έδωσα τα "Σκύβαλα"σε φίλο μου που μένει χρόνια εκεί και τα γερμανικά του είναι εκπληκτικά -πάντως την Έρπενμπεκ την ανακάλυψε από μένα που με την σειρά μου την χρωστώ στον Αλέξανδρο Κυπριώτη-,και όταν το διάβασε μου είπε ότι δεν έχει λόγια ,ότι ο Κυπριώτης έχει κάνει κέντημα. Ήθελα πάρα πολύ να το πω αυτό ειδικά τώρα που διάβασα και την "Συντέλεια του Κόσμου".

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα παρακάτω έργα της Έρπενμπεκ:
  • 2012,"Η Συντέλεια του Κόσμου"(εκδόσεις Καστανιώτη,2017)
  • 2004,"Παιχνίδι με τις Λέξεις"(εκδόσεις Ίνδικτος,2008)
  • 2001,"Σκύβαλα"(εκδόσεις Ίνδικτος,2006)
  • 1999 ,"Ιστορία του Γερασμένου Παιδιού"(εκδόσεις Ίνδικτος,2004)

** Σε μια τέτοια παρέα μια βέρα Γερμανίδα φίλη (που ψηφίζει Μέρκελ και ουδεμία σχέση έχει με την Αριστερά,φτύνει τον κόρφο της η γυναίκα) μας έλεγε με θυμό ότι οι περισσότεροι Βερολινέζοι μισούν αυτές τις εικόνες που βλέπετε κι εδώ στο μπλογκ και θα΄θελαν να πέσουν όπως και το τείχος και η πόλη να επουλώσει τις πληγές της δίχως άλλες διαιρετικές υπενθυμίσεις.

Σχόλια

  1. Πολύ καλή παρουσίαση!!! Και το έχω στο πρόγραμμα. Την Έρπενμπεκ τη γνώρισα από την Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Συμφωνώ απόλυτα με τα λόγια σου για τον μεταφραστή. Κι αυτά τα ερωτήματα που βάζεις για τους ηττημένους και αν και ποιοι λάθεψαν και αν και ποιοι επιχείρησαν ν' αλλάξουν τον κόσμο και πώς΄και και... Πού είναι η αλήθεια, αλήθεια;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατερίνα χαίρομαι που σου αρέσει η Έρπενμπεκ.Νιώθω σχεδόν ενθουσιασμένη μετά από τέτοιο βάλτωμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας-μπεστελεράκια και ξερό ψωμί και να πρέπει να είμαστε κι ευχαριστημένοι από πάνω-,που κάτι γίνεται.Πραγματικά θεωρώ την Έρπενμπεκ αποκάλυψη.Μια ευαίσθητη πένα δίχως δεκανίκια αλλά και παρωπίδες.Όσο για τα υπόλοιπα,τι να λέμε.Μεγάλη κουβέντα και γύρω τα πλυντήρια μυαλών κάθε λογής δουλεύουν σαν τρελά,δεν ξέρεις σε ποιο να κλείσεις τα μάτια και τα αυτιά σου.Οπότε συλλογιέσαι,σχεδόν μουρμουρίζοντας.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου