"Γκαλβέιας",Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο



Ήρθε λοιπόν και φέτος ο Ζοζέ Πεϊσότο στην Αθήνα (στα πλαίσια της ΛΕΑ) και αρκετοί αναγνώστες του*παραβρεθήκαμε στην συζήτηση που είχε ετοιμάσει για μας από κοινού με την εξαιρετική μεταφράστριά του,την Αθηνά Ψυλλιά,στην οποία όσα ευχαριστώ και να πούμε που μας φέρνει σε επαφή με την πορτογαλική λογοτεχνία με τον ακριβή,ευαίσθητο και ψαγμένο της τρόπο ακάματα εδώ και χρόνια,είναι λίγα.

Τίποτα στην συμπεριφορά του Πορτογάλου συγγραφέα δεν έδειχνε υπεροψία (τι κάθομαι και λέω ώρες ώρες) εξαιτίας της ευρείας του πια αναγνώρισης και αποδοχής.Θα αναρωτηθείτε πώς μου'ρθε τώρα αυτό.Ε,γιατί έχω βιώσει σε συναντήσεις,όπως κι εσείς φαντάζομαι,κάμποσες απογοητεύσεις τέτοιας μορφής,άλλος δηλαδή να νομίζεις πως είναι ένας αγαπημένος σου συγγραφέας -συχνά νομίζοντάς το αυθαιρέτως αφού εσύ τον έχεις καθίσει σε θρόνο αντιγονικών ιδεών παρασυρμένος από τα κείμενά του- κι άλλος να αποδεικνύεται εκτός βιβλίων.Να τον θεωρείς μπροστάρη και μαζί σεμνό ας πούμε,να τον θαυμάζεις και να τον πιστεύεις μα να σου  βγαίνει τελικά ένας αλαζόνας,ένας κοινότατος ανθρωπάκος που τρέμει την οργή του κάθε Κρέοντα της εποχής.
Ο αγαπημένος μου Πεϊσότο όμως ήταν ακριβώς εκείνος ο ευφυής,άμεσος,έντιμος και γοητευτικός αφηγητής που διακρίνω,κι εγώ κι εσείς θέλω να πιστεύω,εμφανώς και στα βιβλία του. Ήταν επίσης πολύ κι όχι από επαγγελματική χρεία φιλικός,απλός,πρόθυμος να απαντήσει σε ό,τι και αν ρωτήθηκε από την Αθηνά Ψυλλιά και το κοινό,με ατσιγκούνευτες και ενδιαφέρουσες απαντήσεις που έμοιαζε να τις δίνει από καρδιάς,λέω έμοιαζε,διότι προφανώς ήξερε από πριν τι ακριβώς ήθελε να πει γενικότερα και τι για πιο εστιασμένα λογοτεχνικά θέματα μα το έκανε ανεπιτήδευτα,με έξυπνο χιούμορ,ελαφρά αυτοσαρκαζόμενος όταν μιλούσε για τον εαυτό του,ετοιμόλογος,δίχως να χάνει το μέτρο και την ευγένειά του ή να γίνεται αμήχανος όταν ξέφευγε από την ρότα της συζήτησης γιατί κάτι άλλο έφερνε η στιγμή στην όλη κουβέντα.
Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα** βιβλία του Πεϊσότο,λίγα είναι βέβαια μπροστά στο σύνολο του έργου του και μακάρι (πρέπει) να μεταφραστούν κι άλλα και κυρίως να κυκλοφορήσει ξανά το "Νεκροταφείο Πιάνων" με το οποίο τον γνωρίσαμε αλλά είχε την ατυχία να εκδοθεί από τα κατακαημένα τα Ελληνικά Γράμματα και πάει καλιά του όπως δεκάδες εξαιρετικοί τίτλοι από τον ίδιο οίκο μετά το επεισοδιακό λουκέτο αλλά κι απ´ αυτά τα τρία πεζά που μεταφράστηκαν στην ελληνική γλώσσα μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει πόσο ξεχωριστός συγγραφέας είναι. Μεστός, σύνθετος,πυκνός και μαζί απόλυτα ακριβής,σχεδόν χειρουργικά ή καλύτερα εικαστικά, περίπου όπως οι επιφανείς εκείνοι χαράκτες που έχουν τόσο σταθερή χεριά ώστε δεν τους ξεφεύγει η παραμικρή γραμμούλα στο δυσκολότερο σχέδιο.Αυτό είναι και ο εκπληκτικός Πεϊσότο:ένας ευρηματικά συμπυκνωμένος και την ίδια στιγμή πειθαρχημένα πληθωρικός μέχρι την μικρότερή του λεπτομέρεια /γραμμή/ λέξη εικαστικός,ένας επιμελής και επίμονος χαράκτης  του λόγου.

Το "Γκαλβέιας" κυκλοφόρησε στην Πορτογαλία το 2014,εδώ το 2016 και πιθανόν δεν είναι το πιο ανατρεπτικό του έργο(όπως το συγκλονιστικό "Βιβλίο",που σου κόβει κυριολεκτικά την ανάσα μ΄ εκείνην την τρομερή ανατροπή στο δεύτερο μέρος του).Ίσως όμως είναι από τα πιο αυτοβιογραφικά ή αληθοφανή αν προτιμάτε,γραμμένο μ'εκείνον τον μοναδικό τρόπο που έχει να ανακατεύει μύθους και πραγματικότητες σε ένα πληθωρικό χαρμάνι αφήγησης που είναι δύσκολο,και δεν χρειάζεται κιόλας,να του αντισταθείς και να χάνεις την ουσία του επειδή προσπαθείς να ξεχωρίσεις τι έχει κατασκευάσει περίτεχνα εκείνος και τι είναι και πόσο αληθινό και αν πράγματι συνέβη.Στο κάτω κάτω η ζωή αυτή καθαυτή δεν είναι η πιο ισχυρή και διαχρονική λογοτεχνία;
Στο "Γκαλβέιας" ξεδιπλώνεται αριστουργηματικά από το ταλαντούχο χέρι του Πεϊσότο η ζωή των κατοίκων της γενέτειράς του με αφετηρία αφήγησης την πτώση ενός μετεωρίτη,του ουράνιου "πράγματος χωρίς όνομα" ,όπως το αποκαλεί για λογαριασμό τους, που φέρνει τα πάνω κάτω στην καθημερινότητά τους,όχι πώς ήταν ανέφελη και η μυρωδιά του θειαφιού που αφήνει ποτίζει τα πάντα,κυριεύει τις ίδιες τους τις υπάρξεις και σχεδόν τους επανακαθορίζει.Οι κάτοικοι έχουν καθένας τα μυστικά τους που πολλά απ΄αυτά δεν μένουν για πολύ κρυφά στην μικρή τοπική κοινωνία της βεβαρημένης πολιτικά και φτωχής Πορτογαλίας της δεκαετίας του ΄80 και ό,τι συμβαίνει σε ένα σπίτι συχνά επηρεάζει και πολλά ακόμα σπιτικά γιατί η ζωή είναι μια αλυσίδα στην οποία είναι με κάποιο τρόπο ενωμένοι όλοι. Ιανουάριο του 1984 πέφτει ο μετεωρίτης στο Γκαλβέιας κι από αυτό το χρονικό σημείο αρχίζει ο Πεϊσότο να υφαίνει την πλοκή που πάει μπρος και πίσω στον χρόνο.Οι κάτοικοι κουβαλάνε βαρυφορτωμένα σακιά με σκιές και μυστικά από το παρελθόν ή και το παρόν τους και δεν είναι όλα τα φορτία γεμισμένα με τις καταστάσεις από το επαρχιακό Γκαλβέιας του΄80 αλλά κι από άλλες κουλτούρες πχ από την Βραζιλία στην περίπτωση της Ιζαμπέλ , της φουρνάρισσας που το μαγαζί της μετατρέπεται τις νύχτες σε πορνείο και αυτό,το ότι η Ιζαμπέλ ήρθε από την Βραζιλία κι εκεί επιθυμεί να επιστρέψει, το ξέρουν όλοι.Ή είναι η Γουινέα για τον ταχυδρόμο τους τον Ζοακίν Ζανέιρο -η πρώην πορτογαλική αποικία που παραμυθιάστηκαν γι αυτήν τόσοι Πορτογάλοι κι έκαναν τελικά μια τρύπα στο νερό-, για τον οποίο κανείς δεν υποψιάζεται καν ότι (μπορεί να )υπάρχει ένας σοβαρός και υπέροχος κατά βάθος λόγος που τον κάνει να λαχταρά να επιστρέφει πάντα εκεί. 
Οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι κάτοικοι του Γκαλβέιας συνεχώς φθείρονται ή αναβαπτίζονται σε ποικίλες σχέσεις-γονεϊκές,ερωτικές,φιλικές,αδελφικές και ό,τι άλλο-υποφέρουν,χαίρονται,μισούνται ή αγαπιούνται,δοκιμάζονται με μια λέξη από την Ειμαρμένη καθώς όλοι τους-τι πιο φυσιολογικό για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα βέβαια- κυνηγούν καθένας με τον όχι πάντα συνετό τρόπο του την ευτυχία μέσα σ΄ένα περιβάλλον που αλλάζει άλλοτε με ορμή ανυπολόγιστη που σαρώνει στο διάβα της κι άλλοτε φοβερά αργά και συχνά επώδυνα καθώς λιγότερο ή περισσότερο ευδιάκριτα στα μάτια του αναγνώστη η ατομική ιστορία του καθενός αλληλεπιδρά με την Ιστορία της χώρας ολόκληρης που δεν μοιράζει λαχεία σε όλους,ποιους όλους,σχεδόν σε κανέναν.Τις μικρές πικρές ή πιο ομαλά στρωμένες ζωές τους τις ενώνει ο Πεϊσότο σε μια και δεν ξεχνά κανέναν,μιλά για  την βεντέτα του γερο Ζουστίνο  με τον αδελφό του αρχινισμένη πενήντα ολόκληρα χρόνια πριν,για το φευγιό της μοναχοκόρης του,για τα γηρατειά του που τα σιχαίνεται.Μιλά για την Ρόζα και την τρομαχτική της φτώχεια που όμως δεν την εμποδίζει να ζηλεύει τον άντρα της.Μιλά για τον κύριο Ζοζέ Κορδάτο και την Ζούλια.Για τον γιο της τον Ζασίντο .Μιλά για τους πλούσιους γιατρούς πατέρα και γιο,τους Φιγκέιρα.Μιλά για την Μαρία Τερέζα την δασκάλα.Τον μεσόκοπο ερωτύλο τον μπάρμπα- Μανουέλ Καμίλο και το ξεμυάλισμά του με την Λολίτα του Γκαλβέιας,την Τίνα Παλμάδα
Μιλά ως τον Σεπτέμβριο του' 84 γι αυτούς και μετά εστιάζει αριστοτεχνικά στον Ζουακίν Ζανέιρο και στην ζωή του της Πορτογαλίας και της Γουινέας.Σ΄αυτήν την πανέμορφη ιστορία η γραφή του απογειώνεται.Μας βάζει στην ατμόσφαιρά της αμέσως ,μοιράζεται μαζί μας όλη την ένταση του ήρωά του,την συγκίνηση,τον φόβο του για το μέλλον,την απελπισμένη και μεγάλη του αγάπη γι αυτό που έχει χτίσει εκεί και που το ανακαλύπτουμε κι εμείς σιωπηλοί και συγκινημένοι περπατώντας με τον Ζουακίν στους λασπόδρομους του Μπισάου, βλέποντας σαν σε ταινία το παρελθόν του και το παρόν του ολοζώντανο μπροστά μας.
Κι ύστερα από τις υπέροχες σελίδες για τον Ζανέιρο γυρίζουμε στο Γκαλβέιας για τον Ζουάο Πάολο και την δική του ιστορία.Γυρίζουμε για την Πορτογαλίδα δόνα Φάτιμα και την Βραζιλιάνα Ιζαμπέλ. Και την μικρή Παλμάδα.Για την Ρακέλ.Την Μαρία Ασούντα και τον γιο της που την ποτίζει άθελά του ο κακορίζικος φαρμάκια από μωρό.Γυρίζουμε για και στο Γκαλβέιας δίχως να έχουμε φύγει πραγματικά από εκεί.


Και σταματώ εδώ γιατί μόνον όταν διαβάσει κάποιος την μαγική λογοτεχνία του Πεϊσότο θα καταλάβει πόσο σπουδαία είναι και κλείνω με μια προσωπική διαπίστωση,την αίσθηση ας πω πιο καλά που αποκόμισα και με ακολουθεί όλον αυτό τον καιρό μετά την ανάγνωση του βιβλίου.Ότι η συμπαθής,έτσι νομίζω,Πορτογαλία του σήμερα είναι μια  χώρα που ο λαός της πληρώνει ακριβά την απληστία της αποικιοκρατικής της περιόδου και η καθημερινότητά της ως χώρα του ευρωπαϊκού Νότου είναι παρόμοια με την δική μας εδώ και τώρα σε αρκετά σημεία και πάντως περισσότερο απ΄ όσο φαινόταν σε άλλων επιφανών Πορτογάλων συγγραφέων τις περιγραφές.Διαβάζοντας το έξοχο "Γκαλβέιας" την ένιωσα απρόσμενα οικεία, κι αυτό με συγκίνησε όσο σχεδόν και η αναμφισβήτητη μαστοριά του Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο.

Από την ιστοσελίδα του Κέδρου μπορεί ο αναγνώστης που δεν ξέρει τον Πεϊσότο να πάρει μια καλή μικρή γεύση και να τον αναζητήσει μετά στα βιβλιοπωλεία.


*Περίμενα να γίνει το αδιαχώρητο,ειλικρινά,μα διαψεύστηκα ή μάλλον επαληθεύτηκα,μα δυστυχώς για την έκταση ενός άλλου αδιαχώρητου,εκείνου των ολοένα αυξανόμενων παντογνωστών αναγνωστών που περιφέρουν γνώμες αλλά δεν πάνε σε κάποιον συγγραφέα αν δεν τυχαίνει την συγκεκριμένη χρονική περίοδο να είναι εκ των εκλεκτών της αυλής εντός της οποίας κι αυτοί τσιμπολογάνε λίγη φανφάρα.


** "Γκαλβέιας" και "Βιβλίο"από τον Κέδρο,"Ποιήματα" από τον Γαβριηλίδη και "Νεκροταφείο Πιάνων"από τα Ελληνικά Γράμματα


Σχόλια