"Οι Κουρελούδες της Αλισάβας", Νίκος Μητούσης



Μυθιστόρημα 580 σελίδων μεγέθους τετραδίου που κυκλοφόρησε το 2014 -φροντισμένη έκδοση με ασυνήθιστο, εντυπωσιακό εξώφυλλο-από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη,γραμμένο με άρτια τεχνική, μεστότητα,πλούσια γλώσσα στα καλύτερά της προσεγμένη ως την τελευταία λέξη,γλαφυρότητα που δεν κουράζει γιατί εναλλάσσεται την κατάλληλη στιγμή με λόγο πιο λιτό και χαμηλότονο που παραμένει όμως ευφραδής και ποιητικός,με διαλόγους ουσιαστικούς που δεν μπαλώνουν το κείμενο αλλά είναι ζωντανό του κομμάτι, εν ολίγοις ένα σύγχρονο αν και με ιστορική ραχοκοκαλιά μυθιστόρημα αξιώσεων, καμωμένο με μαστοριά δίχως οίηση από τον Νίκο Μητούση, παθιασμένο αναγνώστη και εν βιβλίοις συνοδοιπόρο με τον οποίο κατά καιρούς κουβεντιάζαμε στο μπλογκ και στο facebook για τα βιβλιοφιλικά μας κοινά και που κάποια στιγμή,διστακτικά έχω την εντύπωση,μου είπε ότι έχει γράψει κι εκείνος κάτι.
Ήρθε η ώρα και το διάβασα το κάτι του σεμνού Μητούση και σήμερα μέσα απ΄αυτήν την ανάρτηση από καρδιάς λέω σ΄ εκείνον και σε σας ότι «Οι Κουρελούδες της Αλισάβας» μόνον κάτι δεν είναι . (Αν ήταν έτσι τα κάτι,αν έστω το ένα τρίτο από τα εκατοντάδες κάτι που κυκλοφορούν κάθε χρόνο και ειδικά από τα θρασύτατα πρωτόλεια που αν και απέχουν έτη φωτός από το να είναι ακόμα και κακή λογοτεχνία εν τούτοις εκδίδονται αβέρτα,αν  λοιπόν ήταν καλά κι εμπνευσμένα όσο η έντιμη και φίνα λογοτεχνική λεπτοδουλειά του Νίκου Μητούση,τα λογοτεχνικά μας πράγματα θα ήταν πραγματικά ελπιδοφόρα και δεν θα ψάχναμε με το φανάρι του Διογένη εξαντλώντας κάθε μας απόθεμα επιείκειας.)
Η δομική συνοχή στο χτίσιμο ευάριθμων και ισχυρών πρώτων και δεύτερων χαρακτήρων,οι προσεγμένες λεπτομέρειες στην ύφανση του πυκνού και γεμάτου από σημαδιακά γεγονότα ιστορικού κάδρου που δεν γίνονται σε κανένα στάδιο της αφήγησης άψυχο ντεκόρ και οι αρμονικά κλιμακούμενες εντάσεις της αφηγηματικής του τεχνικής κάνουν το πρώτο (εύχομαι και τον προτρέπω να συνεχίσει) αυτό πνευματικό παιδί του Μητούση, με τον περίεργο σε πρώτο άκουσμα τίτλο που μόνον όταν έχεις μπει για τα καλά στον πυρήνα της ιστορίας του τον κατανοείς,το κάνουν λοιπόν ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα με πολλές  λογοτεχνικές αρετές που προσφέρει στον αναγνώστη, που βομβαρδίζεται από κιτς μεγατόνων,εκλεκτή αισθητική απόλαυση που δεν απευθύνεται (κι αυτό είναι το στοίχημα κάθε καλού βιβλίου)σε καμία αναγνωστική ελίτ αλλά σ΄όλους τους αναγνώστες, εκτενή θεματική συγκίνηση και, χωρίς να μετατρέπεται σε σχολικό τεύχος Ιστορίας,πάμπολλα εναύσματα για να αναζητηθεί κι άλλο υλικό, πέρα από το αναμφίβολα πλούσιο που έχει μπροστά του,για την ιστορία της Θράκης των αρχών του περασμένου αιώνα ,για πράγματα που τα αγνοούσαμε ως τώρα ή τα γνωρίζαμε μεν αλλά λειψά και κατά πάσα πιθανότητα και διαστρεβλωμένα.
Η ηλικιωμένη ηρωίδα(επιτέλους ένα σοβαρό μυθιστόρημα δίχως ηλικιακούς ρατσισμούς), η Αλισάβα,γεννημένη στην Ραιδεστό της Θράκης ( την αποικία  που έχτισαν τον 6ο αιώνα π.Χ. οι Σάμιοι ως Βισάνθη ,τώρα λέγεται Τεκιρντάγ και ανήκει στην Τουρκία της εποχής του Νταγίπ Ερντογάν)από Έλληνες χριστιανούς γονείς στους καιρούς του επιθανάτιου ρόγχου της οθωμανικής αυτοκρατορίας,η αξιοπρεπής,δυνατή και περήφανη εξηντάχρονη γυναίκα που σηκώνει αγόγγυστα  το βάρος όλης σχεδόν της μυθοπλασίας κουβαλώντας μια μισακή προσωπική ζωή διαδοχικών απωλειών που έρχονται καταπάνω της παράλληλα με τις όλο και πιο κακές εξελίξεις σ΄ ένα ρημαγμένο εθνικό τοπίο επί δεκαετίες ολόκληρες, αυτή η γυναίκα λοιπόν κρατά ανιδιοτελή -διότι δεν παριστάνει τον σωτήρα κανενός -συντροφιά σ΄εκείνον που αρέσκεται να διαβάζει και με τα μάτια της καρδιάς κι όχι μόνο για να ευφρανθεί από την ποιητικότητα και την ευαισθησία ενός κειμένου.
Η στωική Αλισάβα που στα γεράματα συναντά έναν απρόσμενο άγγελο,τον δωδεκάχρονο Νικηφόρο, που φωτίζει την μοναξιά της και γλυκαίνει και ξεκλειδώνει την πονεμένη της ψυχή και έτσι ξαναβγαίνει στον κόσμο σαν να΄χει αναστηθεί μέσα από σωρούς ερειπίων που έμοιαζε αδύνατο να φύγουν από πάνω της ,αυτή η μοναχική λύκαινα της ζωής κάνει τον αναγνώστη,τον ζορισμένο από την αναλγησία και την μιζέρια του μνημονίου και της εν έτει 2017 αβεβαιότητας της αλωμένης του καθημερινότητας, να σκεφτεί και με έναν άλλον τρόπο για όσα γίνονταν κάποτε σχεδόν σε κάθε σπιθαμή του τόπου και γέννησαν κι αυτά που τώρα συμβαίνουν,τρόπο διαγώνια και ίσως όχι αμιγώς πολιτικό από πρώτη ματιά, μα ξεκάθαρα ανθρωποκεντρικό και συμπονετικό,άρα πιο διαλεκτικό και ασφαλή.
Είναι, βλέπετε, αμέτρητα και τρομερά τα δεινά που έχουμε περάσει σαν λαός και όμως κάνουμε πάντα τις ίδιες ανοησίες.Δεν μιλάω για τις τόσες χαμένες πατρίδες των Ελλήνων, αυτές πάνε πια, ξεριζώθηκαν οι άνθρωποι,τους μετάλλαξε η προσφυγιά,ήρθαν εδώ και ενσωματώθηκαν όπως κι αν έγινε αυτό.Μιλάω για εδώ και τώρα που τα σύνορά μας,καλώς ή κακώς,δίκαια ή άδικα,είναι αυτά που είναι,καμία σύνεση όμως δεν προέκυψε από τα παθήματα και συνεχίζουμε τα ίδια στην σημερινή μας πολιτική ζωή. Πολιτικολογούμε ακατάπαυστα και πρωθυπουργεύουμε εκ του καφενειακού μας ασφαλούς μα θάψαμε κάτω από τα σκουπίδια των τηλεοπτικών καναλιών τις αιτίες των δεινών που μας έχουν καραβοτσακίσει-αυτό είναι άλλωστε το τραχύ σημείο των σκέψεων που σε ωθεί τούτο το βιβλίο να κάνεις,να ψάξεις για τις αιτίες- κι αυτός ο παγιωμένος ,φοβάμαι, στρουθακαμηλισμός δεν μας βγαίνει σε καλό από τότε που ξεθαρρέψαμε πώς γίναμε ανεξάρτητο υποτίθεται, κράτος,δεν πρόκειται να έχουμε ευημερία συλλογική όσο δεν αναλύουμε με ανθρωπιά τα παλιά και τα τωρινά,θα έπρεπε να το είχαμε χωνέψει πια.
Διότι πώς έγινε αυτό,πώς κρατήθηκε η όποια μας ανεξαρτησία; Όχι βέβαια από τις μεσολαβήσεις των εκάστοτε κοτζαμπάσηδων ούτε από ουρανοκατέβατα και αδιατίμητα δώρα "φίλων" ,κάθε άλλο, ό,τι είμαστε γίναμε μέσα από ανείπωτα φθοροποιές συγκρούσεις και δεκάδες σκληρούς αλλά μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού κερδοφόρους (είναι πράγματι  κυνική η λέξη κέρδος) πολέμους με βαρύτατο αντίτιμο στους οποίους ο προγονικός μας κοσμάκης ,ο κ ο σ μ ά κ η ς, έτρεχε παρά την πείνα ή την σκλαβιά του χωρίς να παζαρεύει και να προσυμφωνεί πολιτικάντικες δοσοληψίες,αν και ποιος τον ρωτούσε...
Αυτά τα αλισβερίσια τα κάναν άλλοι,τους ξέραμε από την αρχή, που δεν  τιμωρήθηκαν όταν έπρεπε ή τιμωρήθηκαν αποδιοπομπαίοι τράγοι συχνά έναντι αδράς αμοιβής στην δική τους θέση κι έτσι οι προδοσίες κι οι μαχαιριές γίνονταν όλο και θρασύτερες και πιο σφοδρές ,όχι τυχαία βέβαια, ήταν τόσο μελετημένες και αισχρές όσο ξεδιάντροπα ήταν και τα χέρια που τις έδιναν και είδαμε και τα αθλιότερα: να αναγορεύονται σωτήρες του έθνους οι χειρότεροι!Ναι,τόση ήταν κι άλλη τόση παραμένει ακόμα η πολιτική αισχρότητα.
Ο ανώνυμος κοσμάκης όμως έτρεχε με προθυμία να δώσει κάθε ,μα κάθε φορά,τον πατριωτικό του οβολό αν και σε ελάχιστες περιπτώσεις δικαιωνόταν.Τι ελάχιστες, στην πραγματικότητα εμείς εδώ και τώρα τί άλλο ζούμε αν όχι τις συνέπειες των ψεμάτων και των απανωτών προδοσιών κι ας μην έχουμε (ως τώρα τουλάχιστον και βέβαια το απεύχομαι )πολέμους σαν αυτούς που λέμε ελαφρά τη καρδία συμβατικούς,με όπλα φανερά δηλαδή και ποτάμια αίματος και μαζικούς ξεριζωμούς σαν εκείνους που αποφάσιζαν οι εκάστοτε και στην πραγματικότητα πάντα οι ίδιοι ισχυροί;
Εκείνοι όμως όντας οι ισχυροί και χορτάτοι και ποτέ ο κοσμάκης (που πολλά από τα καλύτερα παιδιά του άφησαν σαν άλλοι Δον Κιχώτες που ξιφούλκησαν με ανεμόμυλους τα κόκαλά τους στα ξερονήσια και στις φυλακές και στην αδιάφορη (και) για τα ελληνικά πράγματα ΕΣΣΔ του Στάλιν,ποιος διεθνισμός ποια κινηματική  αλληλεγγύη,τα έκανε ο πατερούλης όπου γούσταρε σαν το βλογιοκομμένο του  μούτρο-και για ποιον λόγο τελικά,ποιο απλησίαστο όραμα,μπορεί με το χέρι στην καρδιά να μου πει κάποιος;-)αυτοί λοιπόν ήταν καλά προστατευμένοι και  διαφέντευαν από ψηλά τις μάζες,απόρθητοι στην ασφάλεια των πλούσιων σπιτιών και ατράνταχτων περιουσιών τους.Στην ασφάλεια της τάξης τους, με μια λέξη, εκείνης της κυρίαρχης στην οποία ανήκαν από γενιά  ή την υπηρετούσαν σαν πιστά κακά σκυλιά και χώνονταν κατόπιν κι αυτοί στα κιτάπια της.
Η πραγματικότητα  της προκλητικά καταχρεωμένης και παράλογα βουτηγμένης στα μνημόνια της λαγκάρντ και των άλλων αρπακτικών,ντόπιων και ξένων,χώρας μας φωνάζει την πικρή αλήθεια μ΄ όση λαλιά δεν σκεπάζεται από τον τρίτης και βάλε διαλογής φιλελεύθερο σαματά που σκούζει αμετανόητος στ΄ αυτιά μας μέσω των τηλεοπτικών συσκευών:   μιαν ανέμελη ανάσα αυτός ο μονίμως έφηβος,εύπιστος, μαγκάκος για να λέμε τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη (λόγω της αρχαίας του δόξας μάλλον)παρορμητικός και με το μεγάλο του,προφανώς,μερτικό ευθύνης στα λάθη λαός δεν μπόρεσε/αφέθηκε ήσυχος να πάρει ποτέ. Έπαθε πολλά μα έμαθε λίγα,μετά την ανακήρυξη του νέου του κράτους κουρασμένος από τους αμέτρητους κατατρεγμούς του κρύβεται και τώρα ακόμα στην κίβδηλη κι επισφαλή βολή του ρουσφετιού -400 χρόνια,θα μου πείτε,πώς να τα διώξει έτσι εύκολα από πάνω του-,και του "σφάξε με αγά μου ν΄ αγιάσω".
(Είμαι η τελευταία από τα παιδιά αυτού του λαϊκού κοσμάκη που θα τον κατηγορήσω,αλλά   να,όταν διαβάζω τέτοια καλά ιστορικά μυθιστορήματα που δεν υπηρετούν μικροπολιτικές σκοπιμότητες αναρωτιέμαι και βέβαια απάντηση δεν βρίσκω, πού να πήγε, διάολε, τέτοιο συγκλονιστικό αρχαίο φως, τι έγινε εκτός από μάταιος κομπασμός τέτοια μεγαλειώδης ιστορία,τι να απέγιναν κείνα τα μάρμαρα που κακιά σκουριά δεν πιάνουν...)
Αν πάντως  κάποιος θέλει, και κλείνω εδώ με τα πολιτικά ανασκαλέματα που όμως το βιβλίο του Νίκου Μητούση μου προκάλεσε,παρακινημένος από την καλή λογοτεχνία -την υπέροχη τέχνη που παντρεύει την γλώσσα των ανθρώπων με την ιστορία και τον μύθο-,να γνωρίσει σε βάθος την Ιστορία του τόπου του, κι εγώ λέω πώς τόπος του είναι η γενέτειρά του πρωτίστως κι ο τόπος που στήνει ένα σπίτι μα (πρέπει να είναι,έτσι πιστεύω )κι όλη η γη,μπορεί να το κάνει,καλά θα κάνει να το κάνει,αρκεί να ψάχνει χωρίς παρωπίδες και εμπάθεια -ή αν προτιμάτε δίχως μίσος- και να διασταυρώνει συνεχώς τις πηγές του κι ό,τι διαβάζει να το περνάει από σαράντα κρησάρες.
Εγώ εξαιτίας της στωικής μα όχι δουλοπρεπούς Αλισάβας,της ηρωίδας ενός θαυμάσιου βιβλίου που δεν στάζει μίσος, έπιασα να διαβάζω ξανά Ιστορία και κυρίως ποιες εποχές ποιοι ηγέτες έκαναν τι στα Βαλκάνια και θυμήθηκα και κείνα τα καμώματα κομματικού σκουπιδοκάναλου που διοργάνωνε ψηφοφορίες για την ανάδειξη του διασημότερου ή δεν θυμάμαι πώς ακριβώς τον θέλανε να είναι, Έλληνα και βγάζανε από λουστραρισμένα σεντούκια τον Κωνσταντίνο Καραμανλή,έλεος,πρώτο Έλληνα!Πού;Στην χώρα του Ομήρου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Σωκράτη,του Πλάτωνα,του Αριστοτέλη,του Αλέξανδρου, του Περικλή και μιας αμέτρητης στρατιάς αθάνατων, που όμως τους έμελλε να πέσουν στα νύχια καναλογελωτοποιών εικοστής κλάσης και να έπονται του..."Εθνάρχη" .

Καλύτερα να γυρίσω επομένως στο αξιέπαινο βιβλίο και ν΄αφήσω τους λακέδες στον ζόφο που έχουν παραδοθεί για λίγα ή πολλά-το ίδιο πρόστυχο είναι-ευρωψίχουλα,λοιπόν έτσι θα κάνω και λέω ευθύς και με τα σωστά μου κι όχι για να χαρεί ο καλόγνωμος Μητούσης, το παρακάτω που θα διαβάσετε,ότι  ωχριούν μπροστά στο πρωτόλειό του ουκ ολίγα πολυδιαφημισμένα πονήματα "ψημένων" κι έμπειρων ,  υποτίθεται, στην συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων, γιατί τα πιο πολλά είναι επίτηδες ρηχά,τάζουν και δεν εκπληρώνουν, μόνο ένα άψυχο σκότωμα ώρας καταφέρνουν κι αυτό αν το πετύχουν, αναμασήματα  όντας της φτηνιάρικης ψευτοϊστορικής κλάψας  για την Μικρασία και την Κατοχή που την έχει σιχαθεί η ψυχή μου πια κι ας μην μιλήσω για τις κρυφοστρατευμένες αθλιότητες για τον Εμφύλιο,αυτές συνήθως πλασάρονται με σοβαροφανές κουλτουριάρικο περίβλημα κι εκεί κι αν γίνεται το μεγάλο ξεσάλωμα,πάρε κόσμε σαπίλα.
Σαπίλα.Μέσα από μυθιστορήματα/λιγωτικά σανά με τα οποία η αναγνωστική πλειοψηφία, ασήμαντο εδώ που τα λέμε αριθμητικά κομμάτι ενός μεγαλύτερου κοινωνικού συνόλου που τραβάει αθέλητο κουπί σε μαύρη γαλέρα,κουρασμένο από την κρίση,μπαφιασμένο από την κοροϊδία των πολιτικών της ταγών,με ολοένα και πιο άδεια την τσέπη ,σε τρικυμία εν κρανίω από την ατέλειωτη πλύση εγκεφάλου που κάνουν τα κανάλια, αρνούμενο ή και δειλιάζοντας να απαιτήσει τα δικαιώματά του γιατί φοβάται μην χάσει τα λιγοστά που (νομίζει ότι )έχει υλικά αγαθά και δείχνει να τέρπεται συνειδητά, να τα καταπίνει τα σανά και μάλιστα να συγκινείται,όχι επειδή είναι ντιπ χαζό αλλά γιατί με τα τούτα και τα κείνα παθητικοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που πιάνεται από οπουδήποτε δεν του κοστίζει και , μια και μιλάμε για βιβλία,από φαντασιοκοπήματα ανώδυνης πατριωτικής πάρλας που δεν θα το αναγκάσουν να σκεφτεί τα τωρινά του χάλια σε βάθος και -εκεί είναι το ζητούμενο-να αντιδράσει.
Οι "Κουρελούδες της Αλισάβας" σπάνε με την λογοτeχνική τους αρτιότητα,το τσαγανό τους και την καθαρή ματιά με την οποία προσεγγίζει την Ιστορία ο συγγραφέας τους τον κανόνα αυτού του αφόρητα εμπορικοποιημένου ιστορικού μυθιστορήματος που είναι ξανά στην μόδα και αποτελείται εφτά φορές στις δέκα από άνευρη πρόζα και ανούσιους διαλόγους. Το μυθιστόρημα του Μητούση είναι καλή λογοτεχνία που απευθύνεται με σύνεση και γνώση που ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς και σοβαρής έρευνας, στο μεγάλο κοινό και κερδίζει το στοίχημα της ανάγνωσης .
Μέσα από την κεντρική του ηρωίδα,την Αλισάβα,η αφήγηση θεριεύει και απλώνεται,χωρίς να σκορπίζεται,σε πολλά μικρότερα κομμάτια της πιο πρόσφατης Ιστορίας μας κι αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,αρμονικά δεμένα μεταξύ τους,γίνονται πλήρες καλλιτεχνικό έργο που φτάνει στον αποδέκτη του μέσα από  μη γραμμική  τριτοπρόσωπη αφήγηση που τον γραπώνει σε μελαγχολική μα οικεία ατμόσφαιρα-οικεία γιατί αυτά που χρησιμοποιεί σαν αρμούς σύνδεσης της μυθοπλασίας ο συγγραφέας είναι οι εθνικές μας αλήθειες που μόνο μελαγχολικές τις λες,δυστυχώς- και τον κρατά συνεχώς εντός της, δίχως να τον αποκόβει από την ελπίδα για τον ερχομό ενός καλύτερου συλλογικού  αύριο.
Αυτήν την δίχως νοηματικά και χρονικά κενά και κοιλιές αφήγηση την κάνει ένας παντογνώστης αφηγητής,τύποις εξωδιηγητικός,τρίτος πυλώνας σκέψεων,νους που είναι πανταχού παρών,ώρες και στιγμές  αχνοφαίνεται μέσα στις σκέψεις,τις επιθυμίες,τα όνειρα και τις κινήσεις του δωδεκάχρονου αγοριού,του Νικηφόρου,που είναι ο δεύτερος πυλώνας της ιστορίας-ο πρώτος είπαμε ήδη πως είναι η Αλισάβα- αλλά και πολύ σωστά δεν του δίνεται του έφηβου ήρωα ρόλος αφηγητή,γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν το λιγότερο άτοπο, καθώς ο Νικηφόρος στο έμπα της εφηβείας δείχνει μιαν ωριμότητα μα δεν παύει να είναι παιδί ακόμα και τι λόγο,σε τι είδους γλώσσα, θα εξιστορούσε τέτοια τρομερά πράγματα ένα δωδεκάχρονο αγόρι; Ο ευρηματικός όμως σταθερά εξωδιηγητικός ενήλικος αφηγητής μας -ο συγγραφέας δηλαδή που δεν εμπλέκεται στα δρώμενα που ο ίδιος  βέβαια γράφει τόσο μαστόρικα αλλά μιλά γι αυτά σοφά μέσω του άυλου αφηγητή του-τα καταφέρνει έτσι να παρατηρεί νηφάλια τους ήρωες,να συνδέει Ιστορία και ιστορίες,να πλέκει ή να αφήνει άλλες για την συνέχεια, να σχολιάζει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις διατυπώνοντας θυμόσοφα θέση αρνητική ή υπέρ τους χωρίς όμως  ποτέ να μισεί και να καταδικάζει, μεγάλη αρετή η ύπαρξη αγάπης από τον συγγραφέα προς τον πάσχοντα άνθρωπο που διαλέγει να κάνει ήρωά του και του εμπιστεύεται το δια ταύτα του έργου του. 

Θέλει δουλειά η σιωπή.Δεν έχει λέξεις,ξεμπέρδεψε νωρίς με αυτές,μόνο χρώματα,χρώματα ορφανά από ήλιο,γεννήματα της νύχτας τα πιο πολλά κι ας είναι καταμεσήμερο,εκείνα πάλι στην κλίμακα τη σκοτεινή θα γέρνουν,εκεί που έμαθαν τόσον καιρό να βολεύονται και να κουρνιάζουν σαν νυχτερίδες που περιμένουν άλλο ένα σκοτάδι για να βγουν,νέο δεξιόστροφο κύκλο ζωής να ανοίξουν.Όλα αυτά τα μπουκαλάκια με τ΄ αρώματα της ανάμνησης θα πρέπει να ξεσκονιστούν με προσοχή περίσσια,ευλαβικά,ξέχωρα πώμα, ξέχωρα μπουκάλι,να κουνηθούν λίγο,να θυμώσει το άρωμα,να ξανασκορπιστεί στον αέρα, να σύρει πίσω του αίτια γενεσιουργά σαν εξομολόγηση πριν από θεία μετάληψη.

Ο αφηγητής  μας κάνει και κάτι ακόμα που βρήκα ευρηματικό: προβολές που τονώνουν το κείμενο, τροφοδοτούν το ήδη ενδιαφέρον από την σύλληψή του θέμα και κρατάνε τον αναγνώστη σε εγρήγορση.Προαναγγέλει αιφνιδιάζοντάς σε μα δίχως να χαλάσει την μαγεία της δεδομένης αναγνωστικής στιγμής τα μελλούμενα,αυτά που έχει σκοπό να σου εξιστορήσει αργότερα και τις προβολές τις επιχειρεί κατά την διάρκεια ή στα τελειώματα ενός γεγονότος της κύριας ιστορίας ή μιας εγκιβωτισμένης από τις πολλές ενδιαφέρουσες που εντάσσει στον κειμενικό κορμό που απλώνει κλωνάρια σε δυο μεγάλες χρονικές περιόδους,στις αρχές και τα πρώιμα μέσα του 20ού αιώνα σε χρονιές χαραγμένες στην συλλογική μνήμη ανεξίτηλα (1912,1914, 1918, 1922,1936,1940)έχοντας ξεκινήσει το ξετύλιγμα του μυθοπλαστικού κουβαριού τα Χριστούγεννα του 1973 και εστιάζοντας στο τρομερό καλοκαίρι του 1974, όταν πήγε επιτέλους στα τσακίδια η χούντα ,φωλιά φιδιών ως το τέλος της γιατί  και εξαιτίας της έγιναν όλα εκείνα τα θλιβερά στην Κύπρο που τελειωμό δεν έχουν αν και φτάσαμε στο 2017 (και στον αιώνα τον άπαντα δεν θα τελειώσει αυό το αίσχος με την διχοτόμηση,μου φαίνεται)και παραμένει παρανόμως και κακώς κομματιασμένο το πλούσιο και στρατηγικής θέσης και το που έχω ράμματα ουκ ολίγα και για τους ηγέτες του κι όχι μόνον αυτούς πολύπαθο ελληνικό νησί.
(Αλήθεια το θυμάστε ,το ξέρετε,τι ξέρετε/ξέρουμε άραγε για  το καλοκαίρι του ΄74 και την βαριά σκιά του που έμεινε μόνιμα,ώρες ώρες αυτό νομίζω,πάνω στην χώρα μας,σκιά κακή,εχθρική, ασάλευτη σαν να μην πέρασαν άλλα καλοκαίρια μετά κι άλλοι χειμώνες,σαν να μας έσυραν με μια μόνο δρασκελιά,ένα σάλτο μορτάλε,τραβώντας μας από τα μαλλιά μέχρι το Καστελόριζο όταν μας "ανακοίνωσαν" το 2009 διά στόματος άλλου θλιβερού εκπροσώπου μεγαλοτζακιού που ψηφίζα(ν)ε όχι και λίγοι σαν πρόβατα,του Παπανδρέου, την εισβολή του ΔΝΤ στην ζωή μας που την αποφάσισαν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν από μας.)
Η Αλισάβα ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα.Ήταν χρυσοχέρα,υφάντρα ξακουστή στη νεότητά της.Τα Χριστούγεννα του 1973,γερασμένη,κλεισμένη στον εαυτό της και δίχως φίλους και δικούς σ΄ένα χωριό στην Θράκη όπου έχει πια οριστικά εγκατασταθεί δέχεται αναπάντεχα την επίσκεψη ενός πιτσιρικά που της χτυπά την πόρτα για τα κάλαντα.Το αγόρι,ο ντροπαλός Νικηφόρος,κάνει κάτι που κανένας δεν περίμενε,περνάει το κατώφλι της μοναχικής και σχεδόν στρίγγλας θεωρούμενης ξενομερίτισσας που δεν έχει πολλά πολλά και φιλίες με κανέναν στο χωριό και γίνεται δεκτός με συγκίνηση απ΄αυτήν αλλά και η αιτία να βρει την δύναμη, αυτή η μέχρι τότε ηττημένη μαχήτρια, και να ξαναβγεί κάπως έξω στην έστω κλειστή τοπική κοινωνία σχετιζόμενη με φιλία ζωής με την οικογένεια του νεαρού,του οποίου ο παππούς ,όπως με δέος μαθαίνουμε όταν γίνεται η επιστράτευση της Κύπρου-το καλοκαίρι εκείνο το θλιβερό που έλεγα πο πάνω-έχει κι αυτός στις πλάτες του και κουβαλά με πόνο ψυχής το δικό του σακί με διωγμούς ,πολέμους και χαράξεις συνόρων και γι αυτό καταλαβαίνει καλύτερα απ΄όλους την Αλισάβα και σπάζει κι αυτός την σιωπή του και αφηγείται και δικές του μνήμες.
Η Αλισάβα πείθεται από τον αθώο και μαζί περίεργο Νικηφόρο να του αφηγηθεί κομμάτι κομμάτι την πολυκύμαντη ιστορία της οικογενειάς της.Και ξεκινά.Παιδάκι ακόμα μετά από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1912 που αφάνισε πόλεις και χωριά στην Ανατολική Θράκη του διηγείται πώς και γιατί άφησε τον τόπο της,την Ραιδεστό, όταν ο προνοητικός πατέρας της πρόβλεψε τα δεινά και προτίμησε, καθώς είχε την οικονομική δυνατότητα, να φύγει για να σωθούν και να στήσουν κάπου αλλού ένα ασφαλέστερο σπιτικό.Δεν ήταν έτσι απλό όμως κι εύκολο και τα χρήματά του δεν άνοιγαν πάντα διέξοδο φυγής από τις κακοτοπιές ούτε και στα ελληνικά εδάφη.Δεν στάθηκε τυχερή η άξια γυναίκα,έδωσε πολλές μάχες, στήριξε πατέρα, μάνα,αδέλφια αλλά απόμεινε μονάχη της.Οι δικοί της αποδεκατίστηκαν από αρρώστιες και θανατικά σε και από τις μανίες της φύσης αλλά κυρίως στους πολέμους και στις συνεχείς προσφυγιές.Δυο αδέλφια τής απόμειναν τον καιρό της εύθραυστης πάντα ειρήνης,όταν χαράχτηκαν τα οριστικά σύνορα της χώρας ,η όμορφη ξιπασμένη μεγαλύτερη αδελφή της η Ματένια,που είχε καταφύγει πλουμιστή νύφη στην Ελλάδα έγκαιρα,γλύτωσε τα χειρότερα και αποστασιοποιημένη και βολεμένη στην καλή της τύχη στο κουκούλι ενός πλούσιου αστικού γάμου έριξε μαύρη πέτρα πίσω της κι ο Κωνσταντής, ένας αλλόκοτος και αδύναμος στο βάθος αδελφός ,ο κακορίζικος Κωνσταντής,που αφότου στα δεκαοχτώ του πήγε με το ζόρι στον τουρκικό στρατό και βασανίστηκε στην Ανατολία μαζί με χιλιάδες Ρωμιούς περνώντας τα μύρια όσα δεν βάζει ο νους και συγκλονιστικά τα περιγράφει ο μεγάλος μας Ηλίας Βενέζης στο αριστούργημά του"Το Νούμερο 31328", δραπέτευσε,έχασε κατά την φυγή με τον σκληρότερο τρόπο τον αδελφό τους τον Λεωνίδα,τον πρωτότοκο της οικογένειας που τους είχαν αρπάξει μαζί από το σπίτι τους κι άρχισε να βολοδέρνει μόνος, κυνηγημένος,πεινασμένος κι άρρωστος εδώ κι εκεί χωρίς χαρτιά και με ψεύτικο,τούρκικο όνομα και όταν με τα πολλά πέρασε στην Ελλάδα τον εύρισκε κι εκεί η μια κακοδαιμονία μετά την άλλη,πότε στον Πειραιά (που αυτός γνώρισε την πιο σκληρή πλευρά του ,την λούμπεν,έναν ολόκληρο κόσμο με τους δικούς του νόμους πίσω από την φωταγωγημένη βιτρίνα του τρανού μεσογειακού  λιμανιού),πότε στην Καβάλα καπνεργάτης (όπου βρήκε μεν εκεί πατέρα κι αδελφές να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για την επιβίωσή τους μα χωρισμένους πια ολότελα στους  διαφορετικούς τους κόσμους) και ο οποίος κατέληξε να εμπλακεί στον ελληνικό εμφύλιο δίχως να΄ναι κομμουνιστής, να περάσει στο βουνό με τους αντάρτες και μετά την Βάρκιζα να βρεθεί κι αυτός στην Τασκένδη!Βίος και πολιτεία ο μοναδικός ζωντανός αδελφός της,αδιάφορη και αποκομμένη η μοναδική ζωντανή αδελφή της και παρόλα αυτά η Αλισάβα να στέκει όρθια ταγμένη από την Ειμαρμένη να κλαίει αυτή μόνη τους ζωντανούς και τους πεθαμένους της ανθρώπους,χαμένους στην μια και στην άλλη λήθη, του εδώ και του κάτω κόσμου.
Η αφήγηση της Αλισάβας συνεχίζεται πυκνή κι ενόσω συμβαίνουν τα γεγονότα του 1974 -η ιστορία του Κωνσταντή και αυτή  η περιγραφή του δραματικού καλοκαιριού του ΄74  είναι κατ΄εμέ τα πιο συγκλονιστικά κλαδιά του δέντρου των μνημών που απλώνεται σε τούτο το βιβλίο-και η χώρα μπαίνει στην εποχή της μεταπολίτευσης.Μαθαίνουμε για το μεγάλωμα του Νικηφόρου και τι δρόμο ακολουθεί στην ενήλικη ζωή του και μαζί ακολουθούμε και τις πορείες ζωής των υπολοίπων,της οικογένειας του παιδιού και της ίδιας  της υπερήλικης πια Αλισάβας που πλήρης ημερών αλλά και σοφίας θα φύγει σε βαθιά γεράματα έχοντας ως φαίνεται εκπληρώσει και με το παραπάνω τον σκοπό της ύπαρξής της :να ανοίξει ένα μεγάλο παράθυρο στην Ιστορία του τόπου μας για να δούμε δίχως εξωραϊστικά πέπλα και παραπλανητικούς καθρέφτες σπουδαίες εικόνες από τα παλιά και τα νεώτερα της πορείας μας σαν λαός κι όλα αυτά μετά την συνάντηση με τον καλό της άγγελο.Τον άγγελο εκείνης που μέσα στην κακορίζικη εν γένει ζωή της ευτύχησε επιτέλους να βρει σκοπό και  μια χαραμάδα φωτός, τον δικό της καλό άγγελο,άγγελο στον οποίο χρωστάμε κι εμείς οι αναγνώστες πολλά.

Σχόλια