"Δενδρίτες",Κάλλια Παπαδάκη



Λέσχη Ανάγνωσης Degas,Ιούνιος 2017 

Λογοτεχνικά βραβεία;Αμέ.Μπόλικα.Να φάν΄κι οι κότες και να ξεχάσουν τα μνημόνια.Πολλά και ποικίλα.Κρατικά. Παγκόσμια. Ευρωπαϊκά.Εθνικά.Του Τάδε.Του Δείνα.Αυτά.Άλλα. Φετινά.Περσινά. Επίκαιρα. Ριγμένα στη λήθη.Νέα. Παλιά.Και πάει λέγοντας και ιδού,σε όχι και λίγα βιβλία μπαίνει συχνά μια κορδέλα να τα διαλαλεί πρόσχαρα και,γιατί όχι, με καμάρι, και να τα στολίζει με το συνήθως κόκκινο χρώμα της πριν γίνει ένας πρόχειρος σελιδοδείκτης,πριν να γεμίσει σκόνη ή πριν ξεθωριάσει σε κάποια βεράντα ταγμένη στο έργο της να θυμίζει σε ποια σελίδα έχεις μείνει ή προτού γεμίσει άμμο στην παραλία ή ακόμα ακόμα σταλθεί στον κάδο.
Έχω προβληματιστεί και άλλοτε με τα περί των άπειρων βραβείων που φαρδιά πλατιά η ανακοίνωσή τους πάνω σε βιβλία κάθε είδους και ύφους μας τραβάει την προσοχή-ελάτε,μας την τραβάει,μην το παίζουμε τώρα κι εσείς κι εγώ υπεράνω- και πολλά και διάφορα έχω πει καλά και κακά για το αν και γιατί επηρεάζουν την απόφασή μας για την αγορά αλλά κυρίως για την ανάγνωσή τους, αυτό δηλαδή που εμένα σε τούτη την σελίδα στην οποία συνεχίζω να κάνω του (ξερο)κεφαλιού μου, με ενδιαφέρει περισσότερο.
Νομίζω λοιπόν πως ναι,καλοί μου εν βιβλίοις συνοδοιπόροι,μας επηρεάζουν οι βραβεύσεις,τις μαθαίνουμε και τις σχολιάζουμε αν και πολλοί εξ ημών δεν το παραδεχόμαστε είτε γιατί λόγω της καθολικής τρικυμίας εν κρανίω που επικρατεί δεν γίνεται να ξέρουμε με σιγουριά ποια βραβεία και γιατί, από τα δεκάδες που μας γνέφουν "πάρε το βιβλίο" ανακοινωμένα πάνω στα εξώφυλλα, αξίζει να λαμβάνουμε κάθε φορά σοβαρά υπόψη μας, είτε επειδή είμαστε τόσο εγωιστές και ανασφαλείς (και πολλά άλλα ανεπίτρεπτα στον κόσμο του λεγόμενου πνεύματος) που θέλουμε να λέμε ότι από εσωτερική... θεία φώτιση ξετρυπώνουμε τα καλά βιβλία(όχι αυτά που οπωσδήποτε θα πουλήσουν ό,τι κι αν είναι από άποψη περιεχομένου, αλλά τα πιο υποψιασμένα που εμείς σ΄αυτό το ιστολόγιο θέλουμε κι αυτά να κάνουν πωλήσεις,δεν ζούμε δα στην εποχή του λυκούργειου καταγελώμενου,στον μεταφεουδαλικό ευρωπαϊκό καπιταλισμό ζούμε και πασχίζουμε ποικιλοτρόπως να τον αντέξουμε έτσι που μας ξεζουμίζει τις τσέπες και αλλοτριώνει τον νου).
Όπως και να΄χει δεν πρόκειται να το ξεκαθαρίσουμε ποτέ το όλο θέμα, πιστεύω,και σταθερά θα τρωγόμαστε και μακάρι αυτό να είναι η μόνη αιτία φαγωμάρας μας δηλαδή,τι καλά θα ήταν, πχ για το Νόμπελ και πόσο πολιτικό είναι και σε τι στοχεύει ή για το α και β βραβείο του τάδε περιοδικού και της δείνα επιτροπής κι όλα αυτά όσο η Λογοτεχνία με ή χωρίς περιττά ή απαραίτητα βραβεία θα τραβάει την ανηφόρα της η καημένη (σε ράφια και μυαλά,όπως προτιμάτε).

Γιατί λοιπόν τότε, θα αναρωτηθείτε ή θα καγχάσετε(παρακαλώ,ελεύθερα) τόση φλυαρία;Πες μας δυο λόγια για το βιβλίο που ήδη προανήγγειλες εμμέσως πλην σαφώς ως ένα από τα πιο καλά που μπορεί να βρει ο αναγνώστης και πάμε παρακάτω!
Μα δεν είναι μόνο η συνήθης μου φλυαρία όλο τούτο,είναι και μια ομολογία από μέρους μου ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα το επαίνεσα και για το βραβείο που πήρε,όταν το πρότεινα με μια κάποια επιμονή (που δεν με κυριεύει συχνά γιατί θεωρώ ότι οι συντονιστές των λεσχών δεν έχουν καμία δουλειά να επιβάλουν βιβλία,καλά θα κάνουν να αφήνουν τις ομάδες να διαλέγουν όπως και ό,τι τραβάει η καρδιά τους αγνοώντας τους ξερόλες που ξεφυτρώνουν παντού,παντού όμως,τι φρίκη κι αυτό) τον Ιούνιο που μας πέρασε στην λέσχη ανάγνωσης του Degas,την παλιότερη από τις ζωή να΄ χουνε τέσσερις που καμαρώνω γι αυτές σαν γύφτικο σκεπάρνι.


Synthesis V.G.



Την χρωστάω την ομολογία στα μέλη της πιο αγαπημένης μου από τις λέσχες αφού το βραβείο που δικαίως και πολύ σωστά πήρε η Κάλλια Παπαδάκη το μεταχειρίστηκα σαν ένα εκ των επιχειρημάτων μου και έτσι,ως επιπλέον δέλεαρ, λειτούργησε στο στάδιο της πρότασης πειστικά όπως φάνηκε μα δίχως μετά να χρειαστεί αναφορά σ΄ αυτό στην ωραία και ανόθευτη από ξερολιές συζήτηση του Ιουνίου στην οποία ακούστηκαν μόνο θετικά σχόλια για τους "Δενδρίτες" της και, καθώς το ένα φέρνει το άλλο, θυμηθήκαμε κι άλλα βιβλία και μερικές ταινίες που θεωρήσαμε πως ίσως συνομιλούν μαζί του και πια δεν μας χρειαζόταν το βραβείο σαν κίνητρο γιατί είχε διαβαστεί το ίδιο το μυθιστόρημα και είχε συγκινήσει,είχε προσφέρει αισθητική απόλαυση και με το παραπάνω,είχε εντυπωσιάσει με την δομική του αρτιότητα,την συμμετρία,την μεστότητα, την ευρηματικότητα στο κλείσιμο και μας είχε κερδίσει με την μέχρι και την τελευταία σελίδα τόσο καθαρή αν και σύνθετη ματιά του που την παρακολουθούσαμε με αμείωτο ενδιαφέρον στην διάρκεια όλης της ανάγνωσης να εστιάζει  παθιασμένα(να μην μπερδεύουμε το πάθος με την εμπάθεια,ναι;) και μαζί νηφάλια και οπωσδήποτε με άποψη στις σκληρές ιστορικές περιόδους στις οποίες τοποθετείται η παρακάτω πλοκή (παρμένη από το οπισθόφυλλο του βιβλίου) :

Κάμντεν,Νιου Τζέρσεϊ,1980.Ερημωμένα σπίτια, κλειστές βιομηχανίες,φτωχές συνοικίες. Ένας έφηβος,ο Πητ,εξαφανίζεται και η μάνα του η Λουίσα πεθαίνει το επόμενο πρωί από στεναχώρια.Η αδερφή του,η δωδεκάχρονη Μίνι,ορφανή από γονείς,εισβάλλει άθελά της στη ζωή της συμμαθήτριάς της Λητώς και ανατρέπει τις βεβαιότητες της οικογένειάς της. Ανοίγει ρωγμές που δύσκολα θα κλείσουν·έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν,στο αμερικανικό όνειρο,σε δεύτερες και τρίτες γενιές μεταναστών,στην παρακμή και τη φθορά της πόλης,σε χαμένες ευκαιρίες και σε επιλογές που λάθεψαν.Κι όσο ο θετός πατέρας της Λητώς,ο Μπέιζελ Καμπάνης,ψάχνει να βρει τι στράβωσε στη διαδρομή,τόσο αναμετριέται με τα φαντάσματα και τους φόβους της παιδικής του ηλικίας· κι όσο η γυναίκα του η Σούζαν απομακρύνεται από κοντά του κι από την κοινή κι ανέμπνευστη ζωή τους,τόσο η Μίνι και η Λητώ μοιάζουν να ενηλικιώνονται σε έναν κόσμο σκληρά κι άδικα καμωμένο. Ο χρόνος, σαν τις νιφάδες του χιονιού, τους ξεγελά, ξεγλιστρά και χάνεται.Μαζί του κι αυτοί.



Στιγμιότυπο από την συνάντηση στο Πολιτιστικό κέντρο "Θεόδωρος Αγγελόπουλος" τον Μάιο 2017 όταν διαλέξαμε τους "Δενδρίτες" για τον Ιούνιο.



Όταν πρωτοκυκλοφόρησαν οι "Δενδρίτες"από τις εκδόσεις Πόλις το 2015 έγραψε στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Άκης Παπαντώνης (του οποίου τον "Καρυότυπο" συνεχίζω να θεωρώ ως ένα από τα πιο ελκυστικά και έντιμα μυθιστορήματα της νέας σοδειάς)το παρακάτω εξαιρετικό,απολύτως κατανοητό και σε συγκριτική λογοτεχνική παλέτα σοφά στηριγμένο κείμενο με το οποίο συμφωνώ ως την τελευταία λέξη,άρα τώρα στα 2017 που το βρήκα στην κριτικογραφία της βιβλιονέτ κι έχει πια και το μυθιστόρημα αποκτήσει την θέση που του αξίζει στο λογοτεχνικό μας προσκήνιο δεν χρειάζεται να πω,δεν έχω να πω,άλλα:




Ο όρος «δενδρίτες», στην επιστήμη της Βιολογίας, παραπέμπει στις επιμήκεις απολήξεις των νευρωνικών κυττάρων, μέσω των οποίων διασφαλίζεται η επικοινωνία τους και –κατά συνέπεια– η μετάδοση των σημάτων μεταξύ των διαφορετικών εγκεφαλικών κέντρων και του υπόλοιπου οργανισμού.Η συγκεκριμένη λέξη αποτελεί όμως τόσο τον τίτλο του πρόσφατου μυθιστορήματος της Κάλλιας Παπαδάκη όσο και έναν οιονεί «οδηγό» πρόσληψης της αφήγησης, αν και εν προκειμένω η συγγραφέας φαίνεται να έχει κατά νου κυρίως μια άλλη χρήση της λέξης: την περιγραφή των μοναδικών σχηματισμών των διακλαδώσεων στους κρυστάλλους των νιφάδων του χιονιού, την οποία μάλιστα ο αναγνώστης δεν υποψιάζεται πριν από την τελευταία ουσιαστικά φράση του βιβλίου:

«[…] η Γκλάντις τρέχει να κλείσει το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό και μπάζει, μα εκείνο δεν κλείνει, έχει πεισμώσει και δεν λέει να κλείσει, είναι παλιοί οι μεντεσέδες, οι βίδες και τα παξιμάδια έχουν λασκάρει, τα ξύλα έχουν κυρτώσει, κι έξω χιονίζει, χιονίζει τώρα και μέσα, χιονίζει πολύ, κι όσο κι αν προσπαθεί η Γκλάντις σε λίγο θα τους καλύψει όλους το χιόνι» (σελ. 225).

Η Παπαδάκη πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων «Ο ήχος του ακάλυπτου»(Πόλις, 2009) για την οποία και τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω».Στην πενταετία που διανύθηκε από το πρώτο εκείνο πεζογράφημα -στοιχεία του οποίου ανιχνεύονται ακόμα στη γραφή της Παπαδάκη-ώς το τωρινό, η συγγραφέας επέλεξε να αλλάξει εμφανώς τη στόχευσή της, να δοκιμάσει κάτι καινούργιο.
Αφενός πέρασε από τη μικρή (διήγημα) στη μεγάλη φόρμα (μυθιστόρημα) και αφετέρου έστρεψε το βλέμμα από το εντός Ελλάδος μικροπεριβάλλον στην ευρύτερη ανθρωπογεωγραφία της.Έτσι,οι έξι διασταυρούμενες ιστορίες με επίκεντρο τον «ακάλυπτο» μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας συναιρούνται στους «Δενδρίτες» σε μια σφιχτά δομημένη αφήγηση,η οποία στηρίζεται σε δύο ξεχωριστά νήματα εξιστόρησης.
Η Παπαδάκη μάς μεταφέρει πειστικά στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ.Με επίκεντρο το παρηκμασμένο εν έτει 1980 αυτό προάστιο-και με διαρκείς αναδρομές στις δεκαετίες γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο-ο αναγνώστης ακολουθεί τη ζωή του Μπέιζελ Καμπάνη,γιου Έλληνα μετανάστη,και το πώς αυτή απροειδοποίητα 
αλλάζει, καθώς η ορφανή δωδεκάχρονη Μίνι εισβάλλει στη ζωή της οικογένειάς του και η οικονομική κατάρρευση του, άλλοτε κραταιού, Κάμντεν τούς περικυκλώνει.
Παράλληλα παρακολουθεί τη ζωή του πατέρα του Μπέιζελ, του Αντώνη Καμπάνη, ο οποίος κυνηγά (και εν μέρει κατακτά) το «αμερικάνικο όνειρο», καθώς το Μεγάλο Κραχ του ’29 και η εμπλοκή της Αμερικής στον Β΄ Π.Π. λειτούργησαν ως αναπάντεχος μοχλός ανάπτυξης της περιοχής. Τα δύο αυτά νήματα θα συναντηθούν πετυχημένα προς το τέλος του βιβλίου, υπενθυμίζοντάς μας με τον τρόπο αυτό τόσο τη σπειροειδή εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας όσο και τον δεσμό των ανθρώπων που τους συνδέει η γραμμή του αίματος, της κοινής (γεωγραφικής και γενετικής) καταγωγή
Στο σύνολό του το μυθιστόρημα της Παπαδάκη εξελίσσεται με βάση τρεις, κυρίως, προγραμματικές συνθήκες. Πρώτη, η εναλλαγή μεταξύ των δύο αφηγηματικών νημάτων καθώς περνάμε από το ένα κεφάλαιο στο επόμενο (και μέχρι αυτά να συναντηθούν), η οποία κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη.
Δεύτερη, η επιλογή του μακροπερίοδου λόγου, όπου –με ελάχιστες εξαιρέσεις– κάθε παράγραφος αποτελείται από σειρά προτάσεων χωριζόμενων με κόμμα.Η αφήγηση δεν προσιδιάζει στο ασθματικό παραλήρημα του Κρασναχορκάι στο «Πόλεμος και πόλεμος», ούτε στην πληθωρικότητα του Μάρκες στο «Φθινόπωρο του πατριάρχη»,καθώς, βασιζόμενη σε μια στρωτή,λιτή αφηγηματική γλώσσα,ο ρυθμός της συχνά συγκρούεται με τη δομική αυτή επιλογή από τη συγγραφέα.
Τέλος, η χρήση της κοινωνικοοικονομικής συγκυρίας στο Κάμντεν από το Κραχ ώς τη δεκαετία του 1980 ως (καθόλου παραμορφωτικό) καθρέφτισμα της τρέχουσας ελληνικής πραγματικότητας.Ακόμα κι αν κανείς υποθέσει πως αυτό δεν αποτελούσε εκ προοιμίου πρόθεση της Παπαδάκη, θα ήταν αδύνατον ο σημερινός αναγνώστης να μη χτίσει αυτή τη νοητή γέφυρα με τον νου του. 
Τα κεφάλαια του βιβλίου, αναπτυσσόμενα υπό τη σκέπη στίχων των Ουόλτ Ουίτμαν και Νίκολας Βιρτζίλιο, οι οποίοι έζησαν στο Κάμντεν κατά τα χρόνια της οικονομικής παρακμής, χτίζουν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο θίασο ανάγλυφων χαρακτήρων που βασανίζονται, εκούσια ή ακούσια, από την περιρρέουσα σκοτεινιά.
Η μελαγχολία μοιάζει να είναι η δύναμη που ωριμάζει τους ήρωες της Παπαδάκη, η κοινωνική και οικονομική ασφυξία τούς καθορίζει και –με τον τρόπο που οι δενδρίτες των νευρώνων προσλαμβάνουν τα σήματα της κυτταρικής τους γειτονιάς– αντιδρούν και καθηλώνονται. Ομοίως, όμως, καθένας τους αφήνει –όπως οι μοναδικοί δενδρίτες μιας χιονονιφάδας– το ιδιάζον στίγμα του στην αναμέτρηση με τη ροή της Ιστορίας. 


Θαυμάσια ανάρτηση και από ένα αγαπημένο μου ιστολόγιο,το Καγκουρώ της Κατερίνας Τοράκη,εδώ


υγ.Όσον αφορά την αφεντιά μου έχω πράγματι ξετρυπώσει από χρόνια τρεις τέσσερις σπουδαίους συγγραφείς, όταν ακόμα δεν τους ήξεραν πολλοί(πχ Ρόμπινσον και Φέιμπερ ήδη από το 2010,διατί να το κρύψωμεν άλλωστε) και πρότεινα τα βιβλία τους σε κόσμο και κοσμάκη στο καημένο μου το μαγαζί πολύ πριν το λουκέτο που έβαλα λόγω κρίσης αλλά και εξαιτίας των αντιεμπορικών μυαλών που κουβαλάω παιδιόθεν-γι αυτό και νευριάζω όταν μου γράφουν εδώ μέσα κακίες μερικοί,όχι συχνά βέβαια,ότι είμαι,λέει,διαπλεκόμενη άρα και οι κριτικές μου ,πάλι καλά που παραδέχονται ότι πρόκειται για κριτικές, δεν είναι ανεξάρτητες (!) και σχετίζονται με πρόσωπα που ξέρω και άλλες συναφείς χολές, μα αν ήμουν καλή εμπόρισσα και εξπέρ των δημοσίων σχέσεων ή τα έπαιρνα για να πλασάρω βιβλία όπως πιθανότατα κάνετε εσείς που εύκολα κουνάτε το δάχτυλο σε έντιμους ανθρώπους ( εκεί που πρέπει να το κουνήσετε φυσικά κάνετε την πάπια) κι έβγαζα από την λογοτεχνία και το Degas θα κρατούσα και δεν θα ήμουν τώρα άνεργη και άφραγκη,εξ ιδίων κρίνετε και λέτε και γι άλλους και για μένα διάφορες αηδίες επειδή ακριβώς δεν είμαι του συναφιού-,τι έλεγα, α,ναι,πώς τις πιο πολλές αναγνωστικές μου εμπειρίες τις χρωστάω σε πιο καλά ενημερωμένους από μένα βιβλιόφιλους που προτείνουν θαυμάσια έργα που άλλα τα έχω αφήσει βλακωδώς επί χρόνια στα αδιάβαστά μου κι άλλα τα αγνοώ εντελώς(κι ένα τέτοιο από την μεταφρασμένη κλασική λογοτεχνία που ακόμα μπορεί να βρει κάποιος,εννοώ που δεν έχει εξαντληθεί,διάβασα με παρότρυνση της φίλης και παθιασμένης αναγνώστριας Βάντας Ρ. αυτές τις μέρες και μου προκάλεσε σειρά ερωτημάτων για πολλά δικά μας γλωσσικά ζητήματα και την εξέλιξη ή στασιμότητά τους από το 1994 που μεταφράστηκε κι εκδόθηκε μέχρι σήμερα αλλά και από το θέμα του αυτό καθαυτό και οι δυο μας,η Βάντα κι εγώ, τα συζητήσαμε ήδη ωραία και καλά αλλά θα κάνω και μιαν ανάρτηση τις επόμενες μέρες και μακάρι να ανοίξει μια ευρύτερη δημιουργική συζήτηση ).

Σχόλια

  1. Οι Δενδρίτες είναι από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια (μαλιστα, για κάποιο λόγο το βάζω δίπλα στα Έθιμα ταφής, ίσως γιατί και σ' εκείνο η νεαρή επίσης συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία της εκτός γενέθλιου τόπου). Είχα γράψει κι εγώ παλιότερα για το βιβλίο και για το Camden όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Έχει πολύ ενδιαφέρον το όλο θέμα.
    Όσο για τα γλωσσικά ζητήματα, έχουμε προγραμματίσει στο φετινό συνέδριο Ορολογίας μια Ανοιχτή Συζήτηση στις 12 Νοεμβρίου, εδώ http://www.eleto.gr/gr/Conference11.html θα βρεις πληροφορίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατερίνα,σ΄ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία.Θα έρθω οπωσδήποτε στο συνέδριό σας, ευκαιρία να σε γνωρίσω κι από κοντά.

      Διαγραφή
    2. Επίσης με χαρά παραθέτω την θαυμάσια κριτική σου για τους "Δενδρίτες" αν και ετεροχρονισμένα.Αδύνατον,βλέπεις, να θυμάμαι ποιος έχει γράψει τι για τα βιβλία που κι εγώ διαβάζω(σε ανύποπτο χρόνο γιατί δεν παρακολουθώ πια τόσο συστηματικά τις εκδόσεις,είναι πάρα πολλές και παθαίνω ίλιγγο).

      Διαγραφή
    3. Μακάρι να έρθεις! Για την παράθεση δε, τι να πω, ευχαριστώ!

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος27/9/17 13:39

    Οι Δενδρίτες είναι ένα καλό βιβλίο που κυλάει ευχάριστα. Μου άφησε κάποια κενά όπως τί έγινε με την σχέση των δύο κοριτσιών... κάποιες ιστορίες μου φάνηκαν ασύνδετες...
    Γενικά φαίνεται ότι έχει κάνει πολύ έρευνα για να το γράψει η συγγραφέας και αυτό είναι προς τιμήν της.
    Πήγα στην παρουσίαση του βιβλίου της που έκανε εδώ στις Βρυξέλλες και μου άρεσε πολύ η συγγραφέας, σεμνή, χαμηλών τόνων, συμπαθέστατη.
    Σούμέλα.
    ΥΓ: Θα ήθελα πολύ να έρθω κι εγώ στο συνέδριο Ορολογίας και ζηλεύω πολύ αλλά μας τρώει η ξενιτιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα ξενητεμένη βιβλιόφιλη!Τουλάχιστον ο καιρός είναι καλός;Τι διαβάζεις τώρα;

      Διαγραφή
    2. Δεν διαφωνώ μαζί σου, σε μερικά σημεία κάμνει και κοιλιά, αλλά και πάλι στο σύνολο μου άρεσε για πολλούς λόγους, είναι νέα, έχει κάνει πολλή έρευνα και σε ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον - όχι μόνο η μετανάστευση αυτή καθεαυτή, αλλά και η μεταβολή της πόλης μέσα στο χρόνο - και επίσης ότι μια ελληνίδα συγγραφέας καταπιάνεται με ένα θέμα "εκτός συνόρων" - όχι σύνηθες - ακόμη κι αν το ελληνικό στοιχείο παίζει συμπρωταγωνιστικό ρόλο.
      Όσον αφορά το συνέδριο Ορολογίας και τη συζήτηση, όλες οι εισηγήσεις θα αναρτηθούν στον ιστότοπο της ΕΛΕΤΟ, όπως γίνεται πάντα. Μακάρι να μπορούσες να έλθεις πάντως. Χαιρετισμούς στις Βρυξέλλες.

      Διαγραφή
    3. Γεισας κορίτσια, ευχαριστώ για τις απαντήσεις σας, ο καιρός είναι καλούτσικος...
      Λοιπόν μπήκα στο ιστότοπο της ΕΛΕΤΟ και θα γίνω τακτικός επισκέπτης.
      Αύριο έχουμε τη συνάντηση της λέσχης ανάγνωσης Ελληνίδων/ων των Βρυξελλών και θα μιλήσουμε για το βιβλίο του Ζουργού "Λίγες και μία νύχτες"
      Τώρα διαβάζω τον Ιούδα του ΄Αμος Οζ.
      Σας χαιρετώ
      Σουμέλα

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου