"Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι", Δημήτρης Στεφανάκης



Αναπόληση ζεστού καλοκαιρινού απογεύματος που το δρόσισε το χαλαρό διάβασμα ενός καλού βιβλίου.

Synthesis V.G.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης είναι συγγραφέας με βραβεία,ευρωπαϊκές διακρίσεις και πολλά βιβλία στο ενεργητικό του με γνωστότερο όλων τις "Μέρες Αλεξάνδρειας",πολυσέλιδο ιστορικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 2007 και συζητιέται ακόμα και,κυρίως αυτό,με πολύ θετικά σχόλια από ένα ευρύ και μεγάλο αριθμητικά αναγνωστικό κοινό σε Ελλάδα και Γαλλία.Τα παραπάνω ωραία και καλά  είναι το τυπικό μέρος του πράγματος,εγώ ως γνωστόν στα βραβεία κωφεύω,το πόσο πουλάει ένα βιβλίο δεν μου λέει συνήθως τίποτα,όμως λόγω της τριβής με τα μέλη των τεσσάρων ζωή να΄ χουν λεσχών ανάγνωσης που συντόμως θα γίνουν πέντε,έμαθα να ακούω τους αυθεντικότερους εν βιβλίοις όπως τους αποκαλώ συνοδοιπόρους-να τους αφουγκράζομαι που λέει το κλισεδάκι-,άρα πάντα θέλω να γνωρίζω έναν συγγραφέα που εκείνοι,τόσος κόσμος,μια χαρά κόσμος,τον διαβάζουν πρόθυμα και λένε με αβίαστο τρόπο επαινετικά λόγια κι έτσι,για να μην τα πολυλογώ,ένα ζεστό απόγευμα του φετινού καλοκαιριού που αναζητούσα ανάγνωσμα που θα λειτουργούσε και σαν απόσπαση του μυαλού από την ευχάριστη μα φασαριόζικη ορχήστρα των τζιτζικιών της αυλής μου διάλεξα ένα δικό του βιβλίο από αυτά που είχα στην εξοχική βιβλιοθήκη,το "Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι".Εικόνα δεν (μπορώ να)έχω πλήρη,με ένα μόνο βιβλίο εύκολα γίνονται λανθασμένες κρίσεις για τον συγγραφέα, πάντως η πρώτη μου εντύπωση δεν ήταν αποτρεπτική να τον διαβάσω και στο μέλλον.
Κεντρικός ήρωας στο "Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι"είναι ο Αλμπέρ Καμύ¹-αυτό το στοιχείο ήταν και το βασικό δέλεαρ για να πω την αλήθεια-και όταν τέλειωσα την εύκολη και ομολογουμένως χαλαρή ανάγνωση διαπίστωσα με ικανοποίηση ότι μπορώ να συμπεριλαμβάνω από δω και πέρα το συμπαθές "Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι" -αν και βρήκα σημεία για κριτική γκρίνια,καλοπροαίρετη πάντα ,που όμως δεν προτίθεμαι να εκφράσω εδώ και τώρα γιατί θα ήταν σαν να γύρευα ψύλλους στ΄ άχυρα-,στα βιβλία που αποκαλώ,από τις εποχές του βιβλιοπωλείου Degas στο Μοσχάτο, εργαλεία ή σκαλάκια,δηλαδή βιβλία που απευθύνονται στην πλειοψηφία των αναγνωστών (έι,εσείς εκεί στην φάμπρικα της βαριάς κουλτούρας πώς τα πάτε,βγάλατε άκρη με τον Πύντσον;) κυλάνε με αμείωτο ενδιαφέρον και καλό ρυθμό,διαθέτουν λογοτεχνικές αρετές,ευρήματα στην πλοκή και  φροντισμένη γλώσσα,αφηγηματική ευλυγισία και σχήματα έκφρασης κατανοητά και ελκυστικά και χάρη στην συνοχή του περιεχομένου τους και την ευκρίνεια της μορφής τους είναι ιδανικά για να απολαύσει δημιουργικά κάποιος ένα ζεστό απόγευμα στις διακοπές του και όχι μόνο,και ακόμα πιο ιδανικά για όποιον έχει -και από ένα σημείο και πέρα εφόσον αγαπάει το διάβασμα την έχει,θέλω να ελπίζω-,την επιθυμία να προχωρήσει σαν αναγνώστης και σε άλλα,θεωρούμενα ή που πράγματι είναι δύσκολα λογοτεχνικά μονοπάτια,γιατί βιβλία ακριβώς σαν το "Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι" με αυτήν την έξοχη διακειμενικότητα εκ του ήρωά του και μόνο,μπορούν να τον πάνε παραπέρα.Γιατί;Διότι είναι, εκτός από αξιοπρόσεκτα για τις προθέσεις ή την ιδέα στην οποία στηρίζονται,και κάτι άλλο: εργαλεία εξόρυξης συνθετότερων έργων,σκαλιά για να πατήσει και -όσο τον βοηθούν τα ανακλαστικά που διαμορφώνει σταδιακά με τα διαβάσματά του - να κινείται προς την λογοτεχνία που παραμένει πηγή της συγκαιρινής.Ποια είναι αυτή;Η κλασική πρωτίστως, μια λογοτεχνία που έχει απαιτήσεις,που  χρειάζεται και της πρέπει εστίαση-δεν διάβασε κανείς Ντοστογιέφσκι,Τολστόι και λοιπούς μέγιστους κατανοώντας τους σε βάθος από τα αναγνωστικά γενοφάσκια του,με συγχωρείτε μα κάτι τέτοια δεν τα πιστεύω- αλλά και η νεότερη του εικοστού αιώνα που μερικοί την λένε μετακλασική την οποία εκπροσωπούν συγγραφείς σαν τον Αλμπέρ Καμύ που στην προκειμένη περίπτωση γενόμενος ήρωας βιβλίου ενός σημερινού συγγραφέα θέλω να πιστεύω ότι θα ιντριγκάρει τον αποδέκτη να αναζητήσει με ζέση και τα δικά του.
Τι πιο λογικό και πιο ωραίο,αν δεν τον έχει ήδη διαβάσει ,από το να θελήσει ο ανήσυχος-έτσι δεν τον λένε καλοπιάνοντάς τον-αναγνώστης τού οπωσδήποτε ευφάνταστου Στεφανάκη να περάσει ή να ξαναπεράσει στον μεγάλο,πολύ μεγάλο δημιουργό που πρόσφερε την έμπνευση;Γιατί αν δεν θελήσει μετά το δροσερό αναψυκτικό να πιει το νερό της πηγής, μάλλον δεν είναι σε καλό δρόμο και δεν του φταίει ο (κάθε) Στεφανάκης γι αυτό αλλά πολλά και πολλοί.

Δανείζομαι ένα μικρό απόσπασμα από το κατατοπιστικό και έκδηλα ζεστό κείμενο της Τέσυς Μπάιλα στο Literature του Μαΐου του 2014 για το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη για να σας δώσω κάπως το πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί την όποια δράση,προτρέποντάς σας όμως να το διαβάσετε όλο εδώ: https://www.literature.gr/sillavizontas-tous-logotechnikous-proorismous-tou-fotos-tis-tesis-baila/



Η ιστορία του βιβλίου αρχίζει τον Ιούνιο του 1998, όταν ο Καμί αποβιβάζεται για μια ακόμα φορά στο μικρό λιμάνι της Μυκόνου.Ένας τουρίστας που φτάνει στο νησί για να χαρεί το κυκλαδίτικο καλοκαίρι. Κοντά του η Αριάδνη Δάριβα,μια νεαρή δημοσιογράφος που θα μυήσει τον Καμί σε ένα νέο κόσμο, μακριά από το Παρίσι της δεκαετίας του ’50. Το βιβλίο εξελίσσεται και η δημοσιογράφος αναζητά στον Καμί τον μύθο,ένας αιρετικός επιστήμονας τη δικαίωση,ο συγγραφέας την έμπνευση. Βουτηγμένοι όλοι μαζί στο ανελέητο ελληνικό φως∙ στο άτρωτο ελληνικό πέλαγος∙ άνθρωποι, βιβλία και έρωτες ζητούν ολοκλήρωση,την ανέλπιστη μεταπήδηση στη ζωή.”Αυτό το καλοκαίρι όμως δεν είναι απλώς το στοίχημα του χαμένου χρόνου”Είναι ο αόρατος συμβολισμός της αναγέννησης, αυτό που ο Καμί προσδιόρισε όταν είπε: «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι»,το καλοκαίρι της δημιουργίας.Μέσα στο κάτοπτρο του ελληνικού καλοκαιριού ο Καμί βλέπει το τέλος και την αρχή της υπαρκτικής του ταυτότητας και επαναπροσδιορίζει όλα όσα τη διαμόρφωσαν.Η ζωή τού έχει δώσει μια ανέλπιστη ευκαιρία∙ να επιστρέψει για να ολοκληρώσει ένα έργο που άφησε στη μέση,κάτι που ο Καμί ποτέ δεν θα κάνει. Επειδή είναι ανέφικτη η ολοκλήρωση σε μια λάθος εποχή. Επειδή, όπως ο συγγραφέας αναφέρει με γνώμονα τον Εφέσιο προσωκρατικό φιλόσοφο: “δεν μπορείς να μπεις για δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό”, μπορείς όμως να βιώσεις όσα σου επιτρέψει να “συλλαβίσεις” η ροή του. Όλα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά κι όλοι θα το νιώσουν όσο κρατάει ένα καλοκαίρι, μέχρι όλα να “βουλιάξουν στην αιώνια απουσία των αισθήσεων” και πάλι.Όλα έχουν αλλάξει και η Μύκονος που είχε γνωρίσει όταν ερχόταν μαζί με τον εκδότη του έχει γίνει τόσο διαφορετική. Οι νέες ηθικές και κοινωνικές δομές της τον αποπροσανατολίζουν.Η νέα τεχνολογία τον προκαλεί.Μοιάζει να έχει δώσει λύσεις σε παλιότερα προβλήματα και ο Καμί δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την εξέλιξη «με όλα τα καλά και τα κακά της»,με την αφέλεια μικρού παιδιού που γεμάτο περιέργεια παίζει μαζί της.Όσοι περιμένουν ότι ο συγγραφέας θα βρει επιτέλους το χρόνο να τελειώσει το έργο του ο «πρώτος άνθρωπος», που έμεινε στη μέση μετά τον ξαφνικό του θάνατο θα διαψευσθούν.Ο Καμί ζητά αυτή τη φορά να απελευθερωθεί από τον πνευματικό του εγκλωβισμό και να ζήσει απεκδυόμενος τον συγγραφικό του εαυτό.Έτσι προτιμά να πίνει ούζο με τους νησιώτες,να παθιάζεται με το ποδόσφαιρο,να γεύεται τη ζεστασιά της δεύτερης ζωής σε λάγνες αναζητήσεις και να θαυμάζει «τον ασάλευτο χορό των Κυκλάδων γύρω από τη Δήλο»,τους «ατρύγητους κάμπους της θάλασσας» που διαγράφονται μπροστά του,τις μεθυσμένες ανάσες των «αθύρματων κυμάτων»,τη «ζεστή σαν ανθρώπινο σώμα άμμο» που υποδέχεται το κορμί του και το αήττητο φως.


Αφού λοιπόν λάβατε στοιχειωδώς γνώση τι πραγματεύεται το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη ας συνεχίσω τους δικούς μου προβληματισμούς, όχι βέβαια για το αν ο Καμύ θα μπορούσε να πιει ούζα σε οποιοδήποτε ελληνικό νησί σήμερα -θα μπορούσε,θα το έκανε και καλά θα έκανε-,αλλά για το ποιοι σ΄αυτή την χώρα διαβάζουν ως κριτικοί και μετά τι λένε και γιατί, πώς -και από ποιους και πόσους που δουλεύουν πού και για ποιους αν το καλοσκεφτούμε- δημιουργούνται οι διάφοροι αφοριστικοί ελιτισμοί και βρέχει ο ουρανός χολές κατά παντός εκτός της κάστας των θεωρούντων εαυτούς  θεούς ανώτερους, πώς με μια λέξη διώχνονται επί χρόνια οι που θα μπορούσαν να είναι οι καλλιεργημένοι μέσοι και παραπάνω από μέσοι αναγνώστες από το βιβλίο εκείνο που μπορεί να  γίνει το πρώτο σκαλί και πώς και γιατί δεν θα πάνε ποτέ παραπέρα τα παιδάκια στα σχολεία όσο επί δώδεκα χρόνια θα διδάσκονται τα ίδια και τα ίδια από εκπαιδευτικούς/διεκπεραιωτές εγκυκλίων ύλης που σφάζουν τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό και πώς ειδικά η ελληνική λογοτεχνία -γραμμένη σε μια εκπληκτική πέρα από κάθε εθνικιστική θεώρηση γλώσσα (που μιλιέται από καμιά εικοσαριά και παραπάνω εκατομμύρια ανθρώπους σ΄όλο τον πλανήτη στο κάτω κάτω) -ενώ θα μπορούσε και θα της άξιζε να είναι μια από τις περιζήτητες να μεταφράζονται και να διαβάζονται συνέχεια,αυτή η ταλαίπωρη προσπαθεί ακόμα εν έτει 2017 να βγει με σημαίες και με ταμπούρλα πλην ματαίως από το θεματικό της βαλτοτόπι ,ας όψονται ανάμεσα στ΄άλλα -γιατί φταίνε πολλά-και οι κοντόφθαλμες κλίκες των πάνσοφων μπαρμπάδων.

Όχι,καλύτερα ας μην συνεχίσω.Ήμουν,νομίζω,πολύ ξεκάθαρη και δεν χρειάζεται παρά μόνον να σας "στείλω" στη Βιβλιονέτ για να αναζητήσετε έργα του Αλμπέρ Καμύ που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.Και του Στεφανάκη, αν σας κάνει κέφι.Εννοείται.


¹Η αντίληψη που έχω για την αισθητική της γραφής (όχι της γλώσσας,να μην τα μπερδεύουμε) με κάνει να προτιμώ να τον γράφω Καμύ.Μπορώ,ε;
Ο Μπαμπινιώτης,να τα λέμε κι αυτά,γράφει σχετικά:


∆ιαφορετικό είναι το θέµα των δάνειων λέξεων, όταν πρόκειται για κύρια ονόµατα (τοπωνύµια και ανθρωπωνύµια).Σε αυτές τις περιπτώσεις,η αρχή της αντιστρεψιµό-τητας,δηλαδή η ορθογράφηση του ονόµατος µε τρόπο που η ελληνική γραφή να παραπέµπει,όσο αυτό είναι δυνατόν,στην ξενόγλωσση γραφή του, είναι επιθυµητή, π.χ. Hollywood > Xόλλυγουντ, Düsseldorf > Nτύσσελντορφ,Voltaire > Bολταίρος,Chomsky >Tσόµσκυ κ.ά. Kι αυτό, γιατί το όνοµα είναι ταυτότητα και η ταυτότητα δεν πρέπει να αλλοιώνεται,αλλά να προσεγγίζεται,κατά το δυνατόν,και στην απόδοσή της στην ξένη γλώσσα.Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση των εξελληνισµένων ξένων κυρίων ονοµάτων,τα οποία λόγω της ιστορικής τους χρήσης καθιερώθηκαν µε την παλαιότερη εξελληνισµένη µορφή τους και δεν θα ήταν σωστό να απλογραφηθούν,π.χ. η Nέα Yόρκη να γραφεί ως Nέα Iόρκη,η Aγγλία ως Aγκλία,ο Σωσσύρ ² ως Σοσίρ,ο Σαίξπηρ ως Σέξπιρ³ κ.λπ.Άρα, προκειµένου για την απόδοση των κύριων ονοµάτων,είναι προτιµότερο –βάσει ενός τέτοιου σκεπτικού– να επιδιώκεται η κατά προσέγγιση πιστή απόδοση της αρχικής ορθογραφίας του ονόµατος.





³Έχω δει σε βιβλίο ο Σαίξπηρ να γράφεται Σέκσπιρ.

Σχόλια