"Η Γνώση του Πόνου",Κάρλο Εμίλιο Γκάντα (1893-1973) /Carlo Emilio Gadda," La Cognizione del Dolore"


Επιστρέφοντας ολοένα και πιο συχνά στα μείζονα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα.




Ο υπέροχος Πιερ Πάολο Παζολίνι λάτρευε τον Κάρλο Εμίλιο Γκάντα και είχε κάθε δίκιο.Το 1973 του ζήτησαν να γράψει τον επικήδειο του σπουδαίου συγγραφέα και αναφέρει *, ανάμεσα σε άλλα :

Οι γνώσεις του για τα πράγματα του κόσμου ήταν απεριόριστες,πρακτικές και θεωρητικές.Αλλά όχι αποσπασμένες από την πραγματικότητα.Όλα κατέρρεαν τη στιγμή της πράξης.Τότε υπερίσχυε η μεγάλη άρνηση.Και άρχιζε η εκδίκησή του.Αλλά ήταν η εκδίκηση ενός ανθρώπου αγαθού εναντίον μιας κακής κοινωνίας.


Ποτέ δεν υπήρξε κριτική των θεσμών περισσότερο αποφασιστική από αυτή του Γκάντα, ανθρώπου συντηρητικού. Και όχι από τα μέσα, όπως ίσως αυταπατώνταν (ή σαν σπουδαίος κωμικός ηθοποιός παρίστανε τον αυταπατώμενο) αλλά απ' έξω, από έναν τόπο τιμωρίας ή εξορίας.Με αυτόν τον τρόπο διέτρεξε  ξανά όχι μόνο τη φασιστική Ιταλία και τη σύγχρονη αστική στους αντιπροσωπευτικούς της τόπους,αλλά και την ιστορία της.


[…] γιατί τα πάντα αναφέρονται με την κωμική τους πλευρά: το υψηλό ύφος έχει κατακτηθεί ήδη μετά από λίγες λέξεις, αλλά πάντοτε με αναμφισβήτητες σημάνσεις σκεπτικισμού, σαν από καθήκον συμμόρφωσης στα χτυπήματα του μαέστρου, ο οποίος το εκτελεί με souplesse, κόβοντάς το απότομα· μια σπαραχτική παρέμβαση των εγχόρδων που σύντομα διαλύεται.



Ο συντηρητικός Γκάντα στον καιρό του τόλμησε να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία και να υψώσει ένα ηθικό κυρίως ανάστημα με τα βιβλία του κι είναι δύσκολο να μη νιώσει ο αναγνώστης θλίψη και ανησυχία για το ότι οι διανοούμενοι του 21ου-αν μπορεί πια να αποκαλέσει έτσι κάποιους μέσα σε τέτοιο εμπορικό συρφετό-,δεν αρθρώνουν ψύχραιμο δημοκρατικό και ανθρωπιστικό λόγο· για το ότι σπάνια διατυπώνεται καθαρή,ουμανιστική θέση υπέρ της Δημοκρατίας απαλλαγμένη από βαρίδια ιδεολογικά · για το ότι η μερίδα του λέοντος στον δημόσιο λόγο παραδόθηκε αμαχητί σε μια ψωραλέα,ατάλαντη νεοφιλελεύθερη αρθρογραφία σε στρατευμένα μέσα που αποθεώνουν το κιτς σε όλα τα επίπεδα και μια παραλογοτεχνική εκδοτική πλημμυρίδα που αρέσκεται στη φανφάρα και τροφοδοτεί την ανοησία φανερά ή συγκαλυμμένα· για το ότι ιδιοτελείς γραφιάδες,που χτες δήλωναν το ίδιο άνετα αριστεροί -μια και λίγο αριστερό αλατοπίπερο έκανε τον κατιμά τους να τρώγεται-, βιοπορίζονται φορώντας πια την κονκάρδα του νεοφιλελεύθερου γιατί περνάει πιο πολύ,άσε που είναι και ανώδυνη.
Όμως άλλαξε μετά την κατάρρευση των κακών κόκκινων κάτι στον κόσμο μας εκτός από ετικέτες; Σταμάτησε ο άνθρωπος να πεινάει;Ή μήπως έπαψε η παιδική εργασία,η φτώχεια  εξαφανίστηκε από προσώπου γης και μπήκε τέλος στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο; Πότε πάλιωσαν κι έγιναν αχρείαστες οι ουμανιστικές ιδέες;Τι άλλο θα πούνε όλοι αυτοί...
Το πιο αηδιαστικό δε είναι ότι αύριο αβίαστα θα μεταλλαχθούν ,αν δεν το έχουν κάνει ήδη,και σε ό,τι άλλο χρειαστεί προκειμένου να έχουν μια θέση στην αγορά: μέλη ή πιο έξυπνα φίλα προσκείμενοι μέχρι και σε κομμουνιστικά κόμματα όταν ήταν η πόρτα που παρείχε επιβίωση, κονδυλοφόροι του αστού νικητή όταν ξέφτισε η κόκκινη μπογιά και υπηρέτες του φασισμού όταν καλείται για τη βρώμικη χαμαλοδουλειά.Διανοούμενοι του όπου φυσάει ο αέρας,ο Θεός να μας φυλάει από δαύτους κι όλους τους υποκριτές γενικά μα τι να πρωτοκάνει κι αυτός,οπότε ας προστατευτούμε μονάχοι μας.

Και αν αναρωτιέστε,τι σχέση έχει ο Κάρλο Εμίλιο Γκάντα με τούτα...Μα αν δεν έχει ο Γκάντα ,αυτός ο οξύνους λογοτέχνης που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα γράφοντας έξοχη αντιφασιστική λογοτεχνία στο ζενίθ του ιταλικού φασισμού,ποιος έχει;Και αφού έγινε ανάγκη** να μιλήσουμε εμείς οι ανώνυμοι αναγνώστες για το έργο του Γκάντα και άλλων σπουδαίων ξεχασμένων μακάρι να έβαζα μερικούς ακόμα σε πειρασμό να τον αναζητήσουν και να τον διαβάσουν,αφήνοντας τα καινούργια της αγοράς που θα διαβαστούν κι αυτά,θα τα ψάξουμε,θα τα προτείνουμε δίχως φόβο μα με πολύ αναγνωστικό πάθος,έννοια σας,όταν θα έρθει η ώρα τους.Για τον Γκάντα έχουν ήδη γράψει τα εξής ελληνικά πλήθη,οι κάτωθι δύο (εξαιρετική δουλειά,συγχαρητήρια):

Σε γενικές(πολύ γενικές)γραμμές το θέμα σύμφωνα με το οπισθόφυλλο :ο μηχανικός Γκοντζάλο Πιρομπουτίρρο,alter ego του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα,κάτοικος του φανταστικού Μαρανταγκάλ (συγχώνευση της Ιταλικής Λομβαρδίας και της Λατινικής Αμερικής),ξετυλίγει και αναλύει με άγριο αυτοσαρκασμό τις νευρώσεις του, την αδύνατη σχέση με τη μητέρα του,τη μνησικακία απέναντι στους γονείς του,την οδύνη της απώλειας του αδελφού του στον πόλεμο, την αντικοινωνικότητά του, τη μοναξιά του. Σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης επιμένει στην ουτοπία ενός ηθικού κόσμου και επιτίθεται με άγριο χλευασμό στην αναρριχώμενη τάξη των μικροαστών,την ηλιθιότητα των χωρικών,το ναρκισσισμό του Εγώ, της πιο ''αποκρουστικής αντωνυμίας''. 

Να θυμηθούμε τη "Γνώση του Πόνου" ***λοιπόν,magnum opus του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, συγγραφέα σπουδαίου μα ξεχασμένου από τους αναγνώστες και τους μελετητές της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας πλην εξαιρέσεων που δεν αρκούν για τρελή αισιοδοξία ως προς το μέλλον της σε μια εποχή που το παραπαίδι της,η "ευπώλητη",πήρε το προβάδισμα στις προτιμήσεις του μεγάλου κοινού και με κάτι αστυνομικά της προκοπής,ιστορικά με τσαγανό κτλ,νέμεται την επικαιρότητα.
Το ευρύ κοινό έχει, νομίζω,μικρότερο μερίδιο ευθύνης για τη λήθη στην οποία ρίχνονται τα λιγότερο προβεβλημένα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.Δεν αποτελείται στο σύνολό του από απαιτητικούς και με φιλολογικά εργαλεία εφοδιασμένους βιβλιόφιλους και είναι εξηγήσιμο γιατί γοητεύεται από την υπερπροσφορά μυθιστορήματος τύπου πρεταπορτέ.Σαν κομμάτι του καταναλωτικού μας κόσμου που αρκείται σε ημερομηνίες λήξης συσκευασμένων προϊόντων και δεν νοιάζεται να μάθει τι περιέχουν ακριβώς και πώς παράχθηκαν πριν φτάσουν σ΄αυτό,έτσι ενεργεί και σαν αναγνωστικό: καταπίνει με τον ίδιο βουλιμικό τρόπο καλοφτιαγμένη ή μη μαζική κουλτούρα τελευταίας σοδειάς,την πετάει και αγοράζει άλλη κοκ άρα το ίδιο κάνει και με τα βιβλία.Υπάρχει μια απελπισία σ΄αυτό,μια έλλειψη ισορροπίας,μια σπουδή για εφήμερη απόλαυση που εξηγείται και με οικονομικούς όρους.Πιέζεται ο μέσος άνθρωπος και ασφυκτιά,πώς να μην στρέφεται στις εύκολες διεξόδους.Εξάλλου δημοκρατία στον καπιταλισμό δεν λέμε ότι έχουμε κι ελεύθερη αγορά;

Ας διαβάζει ό,τι και όπως γουστάρει ο καθένας για να ξεχνάει ό,τι θέλει να ξεχάσει.Είναι όμως πράγματι δική του η επιλογή; Διότι είναι φανερό το ότι σπρώχνεται σωρηδόν προς διάφορα από τους διανοούμενους του κοπανιστού αέρα που ξερνάει κατά κύματα η εποχή μας κι αυτοί μεταγράφονται σε αντίπαλες ομάδες σαν ποδοσφαιριστές και παίζουν φτηνιάρικη μπάλα αναλόγως τη σαιζόν και τα χρήματα ή τα πόστα-κάπως έτσι-,δίχως κατά συνέπεια να γίνεται καμία σοβαρή λογοτεχνική κριτική παρά μονάχα δημόσιες σχέσεις όπως τις κάνουν οι περισσότεροι απ΄ αυτούς.
Πώς να ξεστομίσει στα ίσα ο γιαννάκης που γράφει στο α εντυπάκι στον βαγγελάκη (τυχαία τα ονόματα) μάπα το βιβλίο σου βαγγέλα μου που του περνάει του βαγγέλα ο λόγος στη μαριγούλα την εκδότρα κι άμα ξαναδεί επιμέλεια ο γιαννάκης,που επιδίδεται και σ΄αυτό το άθλημα να βγάλει κάνα φράγκο,να μου τρυπήσετε τη μύτη.Διότι μπορεί να΄χει διαβάσει κάνα θεωρητικούλι της λογοτεχνίας ο γιαννάκης και να το βλέπει το μη λογοτεχνικόν του κάθε βαγγελάκη αλλά άντε να τα βγάλει πέρα με τις κλειστές μετά πόρτες και τη ματαιοδοξία τη δική του.Μύλος.Έτσι γίνεται ο προκαταρκτικός σαματάς για ό,τι φέρει η στιγμή και ο κατιμάς,όπως είπα και πιο πάνω ο καλυμμένος με αλατοπίπερα και μπαχάρια, σερβίρεται σαν λογοτεχνικό φιλέτο.Οποία υποκρισία στα πλαίσια ενός παλιού φαινομένου που έχει όνομα: Consumerism. Καταναλωτισμός. Μαζική κουλτούρα,όγκοι κοπριάς που έλεγε κι ο Σαββόπουλος και σωστά (άλλο τι έπραττε στις φτηνοφιέστες της μακράν χειρότερης δημάρχου της πρωτεύουσάς μας,μπα,όχι,ο κύριος Καμίνης θα πάρει τη γκραν γκινιόλ πρωτιά).
Tο εφτάψυχο και άνευ σοβαρού αντιπάλου δέους σύστημά μας είναι μανούλα στο εμπόριο και τώρα που έστειλε τον κόκκινο μπαμπούλα στον αγύριστο ζητάει αναδρομικώς και με ποικίλους τρόπους πίσω ό,τι  ψίχουλο γεύτηκε από λάθος ή από επιτελική τακτική η εύπιστη πλέμπα.Μωρέ θα τα πάρει πίσω από χίλιες μεριές,οικονομίες και κουλτούρες!Κι όποιος δεν ακολουθεί τον δρόμο που πάει ωραία ωραία στον μεσαίωνα που έχουν ετοιμάσει καλείται το Σιδερένιο Τακούνι να καθαρίσει:τον πατάει έως λιωσίματος με μουσική υπόκρουση ταρατατζούμ υψηλού ανδρός που συνεμορφώθη 🎶 που είχε από το '90 συμμορφωθεί.🎶 🎶 

Όμως ο Γκάντα δεν διστάζει να είναι ένας Δον Κιχώτης,δεν φοβάται την ουτοπία,δεν παύει να υμνεί έναν ηθικό κόσμο στο μυθιστόρημά του κάνοντας διαλεκτικές διαπιστώσεις,εγείροντας αισθήματα, περιγράφοντας καταστάσεις βουτηγμένες σε μπόλικο χλευασμό τόσο που να χαλάσουν τη ζαχαρένια του αναγνώστη και  τότε που γράφτηκε και τώρα.Εν τούτοις το μυθιστόρημα όσο πικρό,κλειστό και εσωστρεφές φαινομενικά κι αν έμοιαζε -και μοιάζει ακόμα-,έκανε την πορεία του εκτός Ιταλίας και ήταν λαμπρή.Μεταφράστηκε από τον William Weaver στα αγγλικά το 1969 με τον τίτλο "Acquainted with Grief"και η μετάφρασή του θεωρήθηκε κλασική,διδάσκεται στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και ξανακυκλοφόρησε το 2017 από την Penguin.Στέκομαι δε σ΄αυτά για να εκθέσω την ευκαιριακή εκδοτική και αναγνωστική αντίληψη πολλών στην Ελλάδα που δέχονται,ενώ λένε μεγάλα λόγια, να βγαίνουν σωρηδόν οι μετριότητες αλλά για την επανέκδοση των σημαντικών μυθιστορημάτων απαιτούνται τάματα στον Άη Φανούρη.
Το μυθιστόρημα -για να μη φανώ άδικη-,κυκλοφορεί ακόμα από τις εκδόσεις Άγρα και καλά θα κάνετε να το αγοράσετε γιατί αν εξαντληθεί τρέχα γύρευε και είναι κρίμα επειδή πρόκειται για μνημειώδες έργο με αφήγηση πυκνή, ειρωνική,καταγγελτική, δοσμένο σοφά και μαζί αλληγορικά από την πένα του Γκάντα, βουτηγμένη στον κυνισμό εκείνον που γεννά η απελπισία, η υποκρισία και ευτέλεια του περίγυρου που διαβρώνει συνειδήσεις.
Απόγνωση,πόνος και θλίψη του ατομικού μα και του συλλογικού υποκειμένου-του ανθρώπου σαν άτομο και του ανθρώπου σαν μέλος μιας κοινωνίας που έχει χάσει τον βηματισμό της -, μπαίνουν σε πρώτο πλάνο και παραμένουν συνεχώς στο κάδρο της πλοκής ποτίζοντας τις λέξεις με τις οποίες ο Γκάντα το υφαίνει με την αισθητική εκείνη που διαθέτουν σχεδόν όλα τα κλασικά -επιτέλους μπορούμε να τα λέμε έτσι-,έργα του υπέροχου 20ού αιώνα (συγγραφικά υπέροχου στην Ευρώπη,γιατί κατά τ΄άλλα έγιναν πολλά και πληρώνουμε ακόμα το αντίτιμο,χορτάσαμε ήττες από επαναστάσεις και ουτοπίες που γκρεμίστηκαν σαν χάρτινοι πύργοι,όχι βέβαια δίχως την ευθύνη κάποιων από μέσα και ζήσαμε κι άλλους θλιβερούς πολέμους μετά τον Β΄Π.Π.).
Το ξετύλιγμα του γκαντικού κουβαριού ξεκινά στα 1934 στο φανταστικό κράτος Maradagal που είναι ένα προσεκτικά σκιαγραφημένο πορτραίτο της φασιστικής Ιταλίας του μεσοπολέμου και οι περιοχές στις οποίες διαδραματίζεται η πλοκή είναι περιοχές της Βόρειας Ιταλίας που όμως ο Γκάντα δεν θέλει να ονοματίσει.Σύμφωνα με τους μελετητές του μυθιστορήματος η Lukones είναι το Longone, πόλη στη οποία ο Γκάντα έζησε στην παιδική και νεανική του ηλικία .Το Pastrufazio είναι το Μιλάνο.Ο εθνικός ποιητής Caçoncellos είναι ο περίφημος D'Annunzio,ο εθνικιστής Ιταλός ποιητής για τον οποίο τόνοι μελάνι έχουν χυθεί στα ιταλικά λογοτεχνικά και πολιτικά έντυπα.Ο στρατηγός Pastrufazio είναι ο Garibaldi.Croconsuelo είναι η gorgonzola και πάει λέγοντας. Τόποι, άνθρωποι, καταστάσεις,ακόμα και φαγητά και ζώα και δεκάδες άλλα στοιχεία χρησιμεύουν σαν υλικό λιγότερο ή περισσότερο καμουφλαρισμένο από τα λεπτά συγγραφικά πέπλα του Γκάντα που αυτοβιογραφείται έξοχα,σπαραχτικά,σαρκαστικά και μέσα από την προσωπική καταβύθιση στο οικογενειακό και εθνικό παρελθόν και παρόν ανατέμνει μια ολόκληρη κοινωνία που βρίσκεται σε πτώση.
Ο Γκάντα όμως όσο προσωπικό κι αν είναι το κείμενό του δεν ομφαλοσκοπεί.Ο λογοτεχνικός ανθρώπινος εαυτός του γίνεται εκείνο το λογοτεχνικό υποκείμενο για το οποίο τη δεδομένη ιστορική στιγμή μπορεί να μιλήσει δίχως περιστροφές μέσα στη μεταμφιεσμένη γενικότητα που δημιουργεί αντιστοιχώντας το με όλους μας διαχρονικά.
"Η Γνώση του Πόνου" γράφτηκε μεταξύ 1938 και 1941 και βγήκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο λογοτεχνικό περιοδικό Letteratura της Φλωρεντίας.Ο Γκάντα είναι προσεκτικός στις διατυπώσεις και στον τρόπο φωτογράφισης/συσχετισμού των αφηγηματικών προσώπων με τα υπαρκτά ιστορικά. Η γενικότερη αντιφασιστική του στάση (δηλαδή και η κοινωνικά αντιφασιστική) δεν εκφράζεται όπως στο δεύτερο μεταφρασμένο στα ελληνικά "Ο Φρικτός Κυκεώνας στην Οδό Μερουλάνα" του 1965 και προφανώς καταλαβαίνουμε το γιατί.Όμως η αλληγορία λειτουργεί αφυπνιστικά και θεραπευτικά. Οι τριβές του κεντρικού ήρωα Γκοντζάλο Πιρομπουτίρρο με την μητέρα του και τους στενόμυαλους και φοβισμένους ανθρωπάκους του περίγυρου είναι η αφορμή να ξεγυμνώσει ενώπιόν μας τον πόνο της ανελεύθερης ζωής .

Πιερ Πάολο Παζολίνι
https://www.bibliotheque.gr/page/7



*Ο αποχαιρετισμός του Παζολίνι δημοσιεύεται σαν άρθρο με τον τίτλο"Gadda è morto" στο περιοδικό Tempo τον Ιούνιο του 1973


**Έχω διαβάσει εδώ και  χρόνια τη "Γνώση του Πόνου"μα δεν τολμούσα να την αγγίξω,αυτό μου έλειπε. Αλλά ξεχνιούνται τα καλά βιβλία και είναι θλιβερό που τα ξεχνάνε πρώτοι αυτοί που μας βγάζουν λογίδρια για τη Λογοτεχνία.Οπότε πρέπει να πούμε εμείς δυο, απλοϊκά έστω,λόγια.


Σχόλια

  1. Άλλη μια πρότασή σου Βιβή που θ' αναζητήσω!
    Έχεις δίκιο για τα περί καταναλωτισμού και στην ανάγνωση και στην έκδοση και τι να πω. Είχα κάνει πρόσφατα ένα σχόλιο για τη σελίδα "Δημοφιλή βιβλία" μιας δημοτικής βιβλιοθήκης. Η δημοφιλία εξακολουθεί ν' αφορά τα ίδια βιβλία, τον ίδιο εκδότη, την ίδια αισθητική...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Παίρνω φόρα και λέω και σας πρήζω κι εσάς...αλλά δεν είμαι η μόνη που τα έχω χάσει με τη σαβούρα,κι εσύ Κατερίνα,τη σκέφτεσαι,κι άλλοι πολλοί και αντιδράμε μα έλα που αν και πολλοί δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε τίποτα.Δεν ξέρω,πολλή σαβούρα.Και μεγάλης έκτασης δημοσιοσχετιλίκι. Ελπίζω εν τούτοις.

      Διαγραφή
    2. Κρατώ την τελευταία φράση. Μαζί σου, κι όπου μας πάει. Εξ άλλου, μαθημένοι στην ελπίδα, έστω και με δόση ... μελαγχολίας.

      Διαγραφή
  2. Διάβασα παλιότερα τη "Γνώση του Πόνου" και με ξάφνιασε ευχάριστα η γραφή και ο στοχασμός του Γκάντα. Πολύ ιδιαίτερο βιβλίο και η έκδοση της Άγρας πολύ προσεγμένη, όπως πάντα.

    Ο πόνος μου τώρα είναι να επιλέξω το σωστό ποίημα για τον πόνο ανάμεσα σε πολλά και πολύ ωραία. Πράγμα που κάνω με πολλή δυσκολία.



    ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

    I

    Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ
    θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,
    να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,
    να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα
    να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω
    πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω
    θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής
    την περιοχή που μου δόθηκε.

    II

    Δεν είναι η οδύνη που μου παραμορφώνει το πρόσωπο,
    που μου στερεί την ισορροπία, που ανοίγει
    χάσματα διαρκώς κάτω απ’ τα πόδια μου-
    είναι το απάνθρωπο της οδύνης, η οδύνη
    δίχως την ήμερη ανθρώπινη ζέστη· εκείνη
    είναι άγια, μεγάλη κι υψηλή- όχι το ψυχρό αυτό
    πράγμα, σαν ερπετό κάτω απ’ τα ρούχα σου.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακριβώς.Ειδικά οι στίχοι της δεύτερης στροφής σαν να είναι σχόλιο στον Γκάντα.
      Να ομολογήσω ότι δεν ήξερα τον Ευαγγέλου;Ευτυχώς που ακόμα με αντέχετε κι έρχεστε όλο δώρα.

      Διαγραφή
    2. Άρης Γ.Παπαδάκης15/2/18 13:08

      Ο Ανέστης Ευαγγέλου ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά που έχει εξαιρετικούς εκπροσώπους.Μερικοί κατάφεραν και έφτασαν σε περισσότερο κόσμο,σίγουρα τους γνωρίζεις(Ασλάνογλου,Ρουκ,Λεοντάρης κά)Πολλοί παραμένουν ακόμα στη σκιά των προηγούμενων ή των σταρ(στυλ Δημουλά) του συστήματος.Ποτέ δεν είναι αργά όμως.

      https://www.efsyn.gr/arthro/i-aposiopimeni-genia

      Διαγραφή
    3. Άρη,καλωσόρισες στο μπλογκ(να σε βλέπουμε κι εδώ,όχι μόνο στο fcb,ε;).

      Ευχαριστώ για το σχόλιο και τον σύνδεσμο.Σαν όνομα δεν τον ακούω πρώτη φορά όμως μόνο επειδή είμαι θεωρητικούρα- ενδιαφέρομαι δηλαδή ποιος ανήκει σε ποια γενιά,ποια σχολή ή ρεύμα λογοτεχνικό εκπροσωπείται από ποιους κτλ-,δεν τους ξέρω πραγματικά, λίγους διαβάζω και όχι τακτικά γιατί δεν με αφήνει σε χλωρό κλαρί η πεζογραφία.Ομολογώ πάτερ μου,ομολογώ,έχω μεγάλο πάθος μαζί της.

      Ευτυχώς έχω τη φίλη Rosa Mund και με ξεστραβώνει...

      Διαγραφή
  3. Έχω πάψει να ασχολούμαι με τα φιλολογικά/άρα, θεωρητικά, ήτοι: γενιές-ρεύματα-σχολές. Ψάχνω μόνο την ουσία στα ποιήματα που διαβάζω. Με τα χρόνια δε, απόκτησα ένα προσωπικό κριτήριο να προσεγγίζω τους ποιητές, γνωστούς και άγνωστους, όσο μπορώ, χωρίς προκατάληψη.
    Θέμα εξ/άσκησης είναι, μη νομίζετε τίποτα σπουδαίο. Και βαθύτερη ανάγκη μαζί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάντα μου άρεσαν τα θεωρητικά και τώρα με το ΕΑΠ έχω υποτροπιάσει.Πάντως (νομίζω ότι) ξέρω γιατί με έλκει περισσότερο το μυθιστόρημα.Η μόνη περίοδος στη ζωή μου που διάβαζα εμμονικά ποίηση ήταν στα φοιτητικά μου(στη μακρινή δεκαετία του΄80,πόσο μακρινή μου φαίνεται ξαφνικά).

      Πώς τους "ανακαλύπτετε";Ψαχουλεύοντας στο βιβλιοπωλείο,ηλεκτρονικά,από φίλους;

      Διαγραφή
    2. Να πω κι εγώ; Πέρα από όλα αυτά που λες, μια καλή πηγή, κυρίως για τους λιγότερο "δημοφιλείς" (και όχι απαραίτητα "ελάσσονες" που θα έλεγε κάποιος), μια σπουδαία πηγή είναι η Βίκυ Παπαπροδρόμου, η οποία, ως Θεσσαλονικιά, βάζει στο ιστολόγιό της (https://thepoetsiloved.wordpress.com) πληροφορίες καταρχάς για Θεσσαλονικιούς ποιητές, αλλά όχι μόνο. Ο Ανέστης Ευαγγέλου ήταν Θεσσαλονικιός (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8467.0?topic=8467.0).
      Συμφωνώ με τον φίλο παραπάνω ότι υπάρχει ένα σύστημα προβολής "σταρ", είναι πάντως και πολλοί, πάρτε σήμερα τις ποιητικές συλλογές που εκδίδονται, δεν προλαβαίνεις - ακόμη και να θέλεις - να παρακολουθήσεις τι γίνεται και να μπορείς να έχεις μια συνολική άποψη (ως απλή αναγνώστρια, βέβαια, κι εδώ ίσως έρχεται και ο ρόλος των φιλολόγων, ακαδημαϊκών και μη...).
      Φλυάρησα πάλι και είναι αργά!!!

      Διαγραφή
    3. Φλυαρία το λες αυτό;Σ΄ευχαριστώ που μου δίνεις πηγές.Έχω και τη Νότα Χρυσίνα,συντάκτρια του Cantus Firmus που κι αυτή-ας είναι καλά-,μου λέει κατά καιρούς χίλια δυο.Για την Παλατινή Ανθολογία πχ,ποτέ δεν θα έμπαινα στη διαδικασία από μόνη μου.

      Διαγραφή
  4. Σωστά τα λέει η Κατερίνα Τ. Η Bίκυ Παπαπροδρόμου έχει ένα πολύ ενδιαφέρον μπλογκ, που το συμβουλεύομαι συχνά, όπως και πολλά άλλα με αποκλειστικό θέμα την ποίηση. Εκτός από τα βιβλία ποίησης που διαβάζω, με τα χρόνια έχω συγκεντρώσει αμέτρητα ποιήματα σε ενότητες ανά θέμα, που τις εμπλουτίζω διαρκώς. Ρίχνοντας μια ματιά ή ξανακοιτάζοντας πιο επισταμένα, εστιάζω σε αυτά που με ενδιαφέρουν και τα ξανα-ανακαλύπτω κάθε φορά.
    Το σωστό ποίημα αναδεικνύεται στην κάθε περίσταση περισσότερο από το να διαβάσεις μια ολόκληρη συλλογή στα ξέσκουρα.

    Πεθαίνω από περιέργεια να ακούσω, γιατί σας έλκει περισσότερο το μυθιστόρημα. Εγώ, πάντως, δεν έχω βρει ακόμα, γιατί με τραβάει από τη μύτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Παπαπροδρόμου λοιπόν,ωραίο μπλογκ,πολύ σας ευχαριστώ αμφότερες.Σχετικά ολιγόλογα -γιατί σηκώνει κουβέντα-,είμαι του μυθιστορήματος επειδή αυτό είναι πολυφωνικό πράμα και θάμα κι εγώ αρκετά μοναχική σαν χαρακτήρας κι ας μη μου φαίνεται.Σ΄ένα μυθιστόρημα μαζευόμαστε πολλοί,αληθινοί και χάρτινοι, αναθαρρώ λοιπόν.Μπορώ να θυμώσω και να αντιπαθήσω ή να χαρώ και να αγαπήσω μια ή πολλές "φωνές".Να φέρω αντιρρήσεις,να πω το ένα,το άλλο.Η ποίηση όμως είναι μονοφωνική και με μελαγχολεί γιατί -όσο ή όπως την καταλαβαίνω-,με γειώνει με το αόρατο έδαφος,με "ρίχνει".

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου