"Χέρια Μικρά",Αντρές Μπάρμπα/Barba Andrés,"Las Manos Pequenas"






"Χέρια Μικρά",του Ισπανού Αντρές Μπάρμπα(γεν.Μαδρίτη,1975),μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Βασιλική Κνήτου για το Μεταίχμιο:ατμοσφαιρική σύγχρονη γκόθικ ισπανόφωνη λογοτεχνία που βάζει πολλά θέματα για αναζήτηση στην λογοτεχνική μας πραγματικότητα και το κάνει περιεκτικά, δίχως ομφαλοσκοπικό σαματά,αφηγηματικά εφέ και γλωσσικές υπερβολές.

Ο Μπάρμπα,γνωστός στα τεκταινόμενα της ισπανικής και ισπανόφωνης γενικότερα λογοτεχνίας-που κουβαλώντας σπουδαίο παρελθόν πίσω της φαίνεται μετά από μια κάποια καμπή να ξαναμπαίνει στο παγκόσμιο προσκήνιο εντυπωσιακά ανανεωμένη-,διαλέγει τον ιδρυματικό εγκλεισμό σαν υπόστρωμα της ιστορίας εμπνεόμενος από ένα γεγονός στη Βραζιλία τη δεκαετία του΄60 που εκείνος το έμαθε από χρονογράφημα * με τίτλο "The Smallest Woman in the World" της Κλαρίσε Λισπέκτορ,ω,ναι, σωστά καταλάβατε,της γνωστής και μη εξαιρετέας για της οποίας το βιβλίο "Η Ώρα του Αστεριού" έγινε του Δράμαλη στα λογοτεχνικά μας πράγματα,άλλοι το λάτρεψαν κι άλλοι το μίσησαν.
Το θέμα είναι δημοφιλές και συχνά απαντώμενο σχεδόν σ΄όλες τις εθνικές πεζογραφίες γιατί έχει ένα μεγάλο,εγγενές και διαχρονικό ενδιαφέρον.Ο Μπάρμπα δεν μιμείται προγενέστερους αλλά στήνει τη δική του αφηγηματική εκδοχή κατασκευάζοντας μιαν υποβλητική,τρομαχτική και εξόχως γοητευτική ατμόσφαιρα τύπου ιστός αράχνης,υφασμένη χωρίς στολίδια και παλιομοδίτικα λεκτικά ακκίσματα, αφηγούμενος πολυπρόσωπα και σαν διακριτικός υποβολέας που το κοινό ξέρει την ύπαρξή του μα δεν τον βλέπει γιατί δεν μπορεί ή δεν χρειάζεται εκείνος να τονίσει την συμμετοχή του στα δρώμενα.

Κεντρικό πρόσωπο της κατάδυσης στο παρελθόν είναι η 7χρονη Μαρίνα που χάνει τους γονείς της σ΄ ένα τροχαίο,τραυματίζεται, μένει καιρό στο νοσοκομείο και όταν έρχεται η στιγμή της αναχώρησής της για το ορφανοτροφείο κουβαλάει την κούκλα που της έχει χαρίσει η ψυχολόγος,τη φρικιαστική ουλή από το ατύχημα στο άπλαστο ακόμα σώμα και την τραχύτητα εντός της του γεγονότος που διέλυσε τη ζωή της.Αυτά θα γίνουν μνήμη,λήθη και λησμονιά,όπλα για ζωή και θάνατο στο ίδρυμα. Σαν ο χορός σε τραγωδία-κι αυτό είναι ευρηματικό και διόλου τυχαίο-,παίρνουν πρωταγωνιστικό ρόλο με τρόπο που κόβει την ανάσα,μουδιάζει την ψυχή και βάζει ερωτήματα και τα κορίτσια που φτάνοντας διαβάζει τα ονόματά τους γραμμένα πάνω στις ντουλάπες με χρωματιστά κραγιόνια: 
Ντιαναμαρσελαχουλιασαραμαριαανναμονικατερεσαρακελσελιαπαλομαιρενε.

Πριν η αφήγηση έχει περάσει από ουδέτερο τρίτο σε πρώτο πρόσωπο ενός ενδοδιηγητικού αφηγητή, ενήλικου,όπως υποθέτεις,πλέον ατόμου,που μπορεί να είναι η Ντιάνα ή η Χούλια ή η Ιρένε ή κάποιο από τα κορίτσια αλλά σε μη παιδική πια ηλικία και τόπο και χρόνο που δεν προσδιορίζονται.Αυτή η εναλλαγή γίνεται συνετά και λίγες φορές και προσδίδει ενδιαφέρον λειτουργώντας και σαν βαλβίδα ανάσας από την εκλεπτυσμένη μεν από την ευφυή πένα του Ισπανού μα αμείωτη ζοφερότητα,που διατρέχει την αφήγηση κάνοντάς την συγκλονιστική σύγχρονη ιστορία gothic (έστω και τραβώντας από παντού τον όρο για να γίνει αποδεκτός από τον Έλληνα αναγνώστη που δεν έχει εξοικείωση με το είδος),κατά τη γνώμη μου βέβαια αλλ΄όχι πιστεύω μόνο τη δική μου,συγγενική με τα υπέροχα σκοτεινά ύφη που συναντάμε σε συγγραφείς όπως πχ η Σίρλεϋ Τζάκσον(που σωστότατα σ΄ένα άρθρο του,αυτό εδώ,γράφει ο Μιχάλης Μακρόπουλος πως κάνει λογοτεχνία της αποξένωσης,θαυμάσιος όρος) ή η όπως θεωρείται φωκνερικής επιρροής Φλάννερυ Ο΄Κόννορ (με άλλο φίλτρο διαβασμένη πάντως και που ωραία γράφει ο Γιάννης Παλαβός,εδώ,γι αυτήν).
Ο Μπάρμπα φτιάχνει ένα κολλάζ τρόμου από ιστορίες ορφανών παιδιών κι ας μην εξιστορούνται μια μια.Αρκεί η κεντρική της Μαρίνας για να δέσει πάνω της όσες αφήνει στη φαντασία του αναγνώστη. Παιδιά στοιβαγμένα σε ένα απρόσωπο ίδρυμα.Πώς να χωρέσουν στο οποιοδήποτε μυθιστόρημα για ενήλικους οι δεκάδες μικρές και μεγάλες ιστορίες τους,η αθωότητα και η σκληρότητά τους,αυτή που απορείς πώς τρύπωσε στη ψυχή τους.Πόσο τραχύ θέμα είναι αυτό καθαυτό τα παιδιά και πόσο ταλαντούχος αποδεικνύεται ο Μπάρμπα που δεν παρέδωσε στην κιτρινίλα του ευπώλητου το παραμικρό από τη αισθητική ιδιαιτερότητα της ιστορίας του.

Το βιβλίο του ο Μπάρμπα το χωρίζει  σε τρία μέρη που δεν τους δίνει ξεχωριστό τίτλο,θα μπορούσε να τα αποκαλέσει κάποιος αρχή,μέση,τέλος αλλά ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής πετάγεται και στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος ανακατεύοντας το υλικό,φυτρώνει εκεί που δεν τον περιμένεις στις παραγράφους και ανακαλεί λεπτομέρειες από τη Μαρίνα και τις άλλες-από τη μια πλευρά της νοερής τραμπάλας ψυχών η Μαρίνα από την άλλη οι άλλες,όλες μαζί-,κάνει υποθέσεις,επιχειρεί απαντήσεις που τις αφήνει μισές, σε κάνει να αναρωτιέσαι  για ό,τι συνέβη,πώς,γιατί τα παιδιά δεν είναι πάντα αυτό που θέλουμε να είναι δίχως να αναρωτιόμαστε αν αυτό που θέτουμε σαν κοινωνίες είναι εφικτό ή μας ξεπερνάει έτσι κι αλλιώς όταν ξεσπάει το κακό.

Αρκετά στοιχεία με έκαναν να θεωρώ gothic τη νουβέλα και το πολύσημο της κούκλας σαν κοινό στην αρχή παιχνίδι στα χέρια του παιδιού και σύντομα σαν κρυφό νοητικό παιχνίδι που επιβάλλει και στα άλλα που το υιοθετούν κι ας το φοβούνται,ενίσχυσε την εντύπωσή μου.Ίσως πέφτω έξω.Όπου κι αν το εντάξουμε πάντως το ολιγοσέλιδο βιβλίο του Andrés Barba είναι πάνω απ΄όλα φρέσκια,πολύ καλή λογοτεχνία που δεν πρέπει να θαφτεί κάτω από το φοβερό βιβλιομάνι που κυκλοφορεί,ποιοτική σε μεγάλο βαθμό και λόγω της γλώσσας-αυτό το λέω έχοντάς το σαν αίσθηση από την μετάφραση της Κνήτου που μου φάνηκε ακριβής και μαζί ζωντανή και μπράβο της-,που είναι κυρίαρχη αλλά τόσο ώστε κάθε φράση του κειμένου εκτός από το να εξυπηρετεί την βασική ιδέα να καταφέρνει να διατηρεί το αυτόνομο νόημά της για την σκοτεινότητα όσων δεν αποδίδουν οι λέξεις,των κυμάτων φόβου,δέους και ανατριχίλας που προκαλούνται και απ΄όσα νιώθει πέρα απ΄αυτά που διαβάζει ο αναγνώστης,εκείνων που αφήνονται δηλαδή στη σφαίρα του υποθετικού που όμως απέχει από την πραγματικότητα που κι ο ίδιος ζει,μια ανάσα.


Μικρή γεύση από το πρώτο μέρος στη σελίδα του Μεταίχμιου :

*Η ζουμερή πληροφορία για τη Λισπέκτορ βρέθηκε αφού είχα γράψει το κείμενό μου και σκάλιζα πια στο διαδίκτυο για περισσότερα περί Μπάρμπα γιατί κάτι με έτρωγε,που λένε.Τέτοιο δωράκι, όπως η συγκεκριμένη συνέντευξή του  στο περιοδικό Granta που βρήκα, δεν γινόταν να μη το μοιραστούμε.Και πληροφορίες περιέχονται μπόλικες και προς μεγάλη μου χαρά εκεί χαρακτηρίζεται το βιβλίο gothic literature από τη δημοσιογράφο Josie Mitchell χωρίς ενδοιασμούς (άρα δεν είμαι τρελή που το ξεστόμισα) και αν τη διαβάσετε θα δείτε κι άλλα ενδιαφέροντα πχ ότι ο ίδιος την θεωρεί την ιστορία του και παραλίγο... greek,αναφερόμενος  έτσι στην ανείπωτη τραγικότητά της και εννοώντας τους λαμπρούς προγόνους μας Ευριπίδη, Σοφοκλή και Αισχύλο μ΄αυτό το greek literature.

Σχόλια

  1. Άρης Γ.Παπαδάκης27/2/18 13:08

    Ωραίο βιβλίο,ωραία κριτική.Όντως συνεχίζει επάξια τη μεγάλη γκόθικ παράδοση της Ευρώπης. Ελπίζω να το ξεχωρίσει ο κόσμος που αγαπά το είδος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μακάρι.Πέρα από τα θεωρητικά είναι γοητευτική και τρομακτική,σπαρακτική και ενδιαφέρουσα η ιστορία αυτή καθαυτή.
      Σ΄αυτό το μικρό κείμενο βλέπεις καθαρά τη συνέχεια του είδους εξαιρετικά καλά ενταγμένη στη σύγχρονη λογοτεχνική αντίληψη.

      Διαγραφή
  2. Ντένια Β.1/3/18 01:47

    Πάρα πολύ καλό.Εντυπωσιάστηκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου