"Νόμος Περί Τέκνων",Ίαν Μακ Γιούαν (της Γιόλας Πετρίτση)


Γράφει η Γιόλα Πετρίτση από την Λέσχη Ανάγνωσης "Βιβλιοταξιδευτές"& Degas



                                              

Η Φιόνα Μέι είναι μία διακεκριμένη δικαστίνα που εκδικάζει υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου στο Ανώτατο δικαστήριο της χώρας της, που οι περισσότερες αποφάσεις της,αφορούν παιδιά. 
Στις υποθέσεις που έχει αναλάβει να εκδικάζει πρέπει κάθε φορά να λαμβάνει υπόψη της και να σέβεται τόσο την ευμάρεια και ευζωία των παιδιών όσο τις παραδόσεις, τις αξίες και τα ήθη της οικογένειας, ως επίσης τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και ιδιορρυθμίες. Καθημερινά προσπαθεί να είναι στο δικαστήριο νηφάλια, ήρεμη και έτοιμη για τη σωστή και δίκαιη ετυμηγορία της, όμως μέσα της νιώθει έντονη στενοχώρια και θλίψη. Πρώτα για την ηθελημένη ατεκνία της και έπειτα για την επερχόμενη διάλυση του έγγαμου βίου της, μια και οι σοβαρές αυτές υποθέσεις την απασχολούν καθημερινά τόσο, που έχει παραμελήσει όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά και τον άντρα της, ο οποίος βλέποντας πως ο χρόνος περνά αμείλικτα κλέβοντάς τους τη νιότη, αποφασίζει να φύγει από το σπίτι για να βρει τη χαρά του έρωτα που τόσο τον στερείται από τη γυναίκα του, σε μιας άλλης γυναίκας την αγκαλιά. 

Οι υποθέσεις της είναι ποικίλες.Μία απ’ αυτές αφορούσε σ’ ένα διαζευγμένο ζευγάρι που και οι δύο προέρχονταν από τις τάξεις του χαρεϊδισμού και είχαν διαφωνία ως προς το πλαίσιο της ανατροφής των δυο κοριτσιών τους, αλλά και της μόρφωσής τους.Τα αγόρια και τα κορίτσια των χαρεϊδιστών δεν πήγαιναν σε μεικτά σχολεία, δεν φορούσαν μοντέρνα ρούχα, δεν έβλεπαν τηλεόραση, δεν είχαν κινητό ή πρόσβαση στο ίντερνετ και φυσικά δεν μορφώνονταν.Η μητέρα των κοριτσιών από τότε που χώρισε από τον άντρα της,επειδή μορφώθηκε η ίδια,ήθελε να μορφωθούν και τα κορίτσια της και εφ’όσον ζούσαν σε μία πόλη όπως το Λονδίνο,υποστήριζε πως έπρεπε τα κορίτσια να ακολουθήσουν την κουλτούρα της πόλης, να πάνε σε μεικτά σχολεία και να είναι παιδιά της εποχής τους, πράγμα που ο πατέρας και οι συγγενείς του ήσαν αντίθετοι, γι’ αυτό ανέθεσαν την υπόθεση στο δικαστήριο.Η Φιόνα εδώ υποστήριξε ότι θα αποφανθεί με βάση τους νόμους και όχι με βάση τα θέλω των γονιών και μάλιστα για παιδιά που ζουν σε σύγχρονους καιρούς,προκειμένου η απόφαση να αφορά στην ευζωία και ευτυχία, για το μέλλον των παιδιών. 

Μία άλλη υπόθεση αφορούσε στην εγχείρηση δύο σιαμαίων αγοριών,που ήσαν ενωμένα στη λεκάνη, μ’ έναν μόνο κορμό,όπου ο νωτιαίος μυελός και η βάση της σπονδυλικής τους στήλης ήταν ενιαία. Το κεφάλι του Μάθιου ήταν φουσκωμένο, ενώ του Μαρκ ήταν φυσιολογικό.Η ουροδόχος κύστης ήταν στην κοιλιακή χώρα του Μαρκ,ως και η αορτή του Μαρκ και η καρδιά του τροφοδοτούσαν και συντηρούσαν και τους δυο.Ο Μαρκ βύζαινε το μπιμπερό,αλλά επειδή τροφοδοτούσε και τους δυο ήταν αφύσικα αδύνατος.Οι γιατροί είχαν αποφανθεί ότι ο Μάθιου θα πέθαινε σε έξι μήνες και μαζί του θα έπαιρνε στο θάνατο και τον Μαρκ που θα μπορούσε να ζήσει αν χωριζόταν από τον αδελφό του.Οι γονείς,αφοσιωμένοι καθολικοί που ζούσαν σ’ ένα χωριό στη βόρεια ακτή της Τζαμάικα, αρνήθηκαν να επιτρέψουν το φόνο του Μάθιου,κι έτσι η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια. Η Φιόνα σ’αυτήν την περίπτωση προσπάθησε να πείσει τους γονείς, ότι δεν επρόκειτο για δολοφονία του Μάθιου,αλλά ο ίδιος θα πέθαινε, γιατί ήταν ανίκανος να επιβιώσει. Η Φιόνα μάλιστα υποστήριξε πως η χειρουργική επέμβαση δεν δολοφονούσε τον Μάθιου, αντίθετα έσωζε τον Μαρκ, ο οποίος θα πέθαινε δολοφονούμενος από τον Μάθιου που θα τον έπαιρνε μαζί του στο θάνατο έτσι κι αλλιώς. 

Μία τρίτη περίπτωση αφορούσε την μετάγγιση αίματος σ’ ένα καρκινοπαθές αγόρι, όπου αυτό και η οικογένειά του αρνούνταν την μετάγγιση, επειδή ήσαν μάρτυρες του Ιεχωβά. Εδώ επενέβησαν οι θεράποντες γιατροί, οι οποίοι έφεραν την υπόθεση στα δικαστήρια, διότι με την μετάγγιση ο ασθενής θα γινόταν καλά ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα πέθαινε. Επειδή ο ασθενής ήταν ανήλικος μόλις 17 ετών και αφού οι γονείς δεν συμφωνούσαν έπρεπε να αποφασίσει το δικαστήριο, προς όφελος του παιδιού. Η Φιόνα επισκέφτηκε το νεαρό στο νοσοκομείο και κατάφερε να τον πείσει να κάνει την μετάγγιση, όμως ο νεαρός συνέχεια μάλωνε με τους γονείς του, οι οποίοι βέβαια χάρηκαν που σώθηκε, όμως ο νεαρός αλλαξοπίστησε και οι γονείς δεν συμφωνούσαν μαζί του. Όταν ζήτησε από τη Φιόνα να τον στηρίξει και να μείνει στο σπίτι της, αυτή δεν το δέχτηκε και ο νεαρός αυτοκτόνησε. 

Ίαν Μακ Γιούαν 

Ωστόσο ο Τζακ επέστρεψε στο σπίτι τους, της είπε πως την αγαπά και πως δεν θα μπορούσε να ζήσει μακριά της και η Φιόνα αφού του εκμυστηρεύτηκε ό,τι τη βασάνιζε,κυρίως για το ρόλο που έπαιξε η ίδια στο θάνατο του αγοριού,έμειναν ξαπλωμένοι πρόσωπο με πρόσωπο,αισθανόμενοι ότι ο γάμος τους δειλά δειλά ξαναρχίζει.

Σχόλια