"Αγαπημένη",Τόνι Μόρρισον(της Γιόλας Πετρίτση)


Γράφει η Γιόλα Πετρίτση από την Λέσχη Ανάγνωσης "Βιβλιοταξιδευτές"








Η Τόνι Μόρρισον σ’ αυτό το μυθιστόρημα, κεντά με κλωστή το αίμα και καμβά τα όσα δεινά πέρασαν στα μέσα του 19ου αιώνα οι νέγροι της Αμερικής. Ζωγραφίζει με κάδρο τα χρώματα της φύσης και των τοπίων εκεί όπου εργάστηκαν ή έζησαν οι νέγροι και τέλος γράφει και εκτυλίσσει με λυρισμό την εξέλιξη του μυθιστορήματος. 
Στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αμερική,η ζωή των νέγρων είναι ένα μαρτύριο εξαιτίας των λευκών.  Οι νέγροι ήσαν σκλάβοι των λευκών,τους εκμεταλλεύονταν,τους είχαν εργάτες στα χωράφια τους, για ένα κομμάτι ψωμί, τους πουλούσαν τα παιδιά τους, ή τους άφηναν να γεννούν πολλά παιδιά για να έχουν πολλά χέρια στη δούλεψή τους. Τους κακοποιούσαν, τους μαστίγωναν και τους τιμωρούσαν βάναυσα.Βίαζαν τις νέγρες και τις έφταναν στο σημείο να μισούν τον εαυτό τους. Οι λευκοί πίστευαν ότι κάτω από κάθε μαύρο δέρμα βρισκόταν μια ζούγκλα.Ήταν η ζούγκλα που είχαν φτιάξει μέσα τους οι λευκοί.Όσο περισσότερο οι νέγροι ξόδευαν τη δύναμή τους προσπαθώντας να τους πείσουν για το πόσο έξυπνοι και τρυφεροί, πόσο ανθρώπινοι, όσο περισσότερο προσπαθούσαν να πείσουν τους λευκούς για κάτι που οι νέγροι πίστευαν ότι δεν μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί, τόσο πιο βαθιά και μπερδεμένη γινόταν μέσα τους η ζούγκλα και γίνονταν αιμοχαρείς, ανόητοι και χειρότεροι απ’ όσο 
ήθελαν να είναι. 
Η Μπέμπα Σαγκς ήταν μία νέγρα,η οποία δεν είχε γνωρίσει τη μητέρα της,αλλά δεν ήξερε αν είχε και αδέλφια.Η ίδια μάλιστα είχε κάνει οκτώ παιδιά με διαφορετικούς άντρες.Τα εφτάπουλήθηκαν σε μικρή ηλικία και δεν είχε μάθει τίποτα γι’ αυτά.Της είχε μείνει το τελευταίο,ο Χαλ,που όμως κόντευε τα 10 και φοβόταν ότι θα το έχανε κι αυτό,γιατί σε λίγο θα το έβαζαν για πούλημα.Μέσα όμως στην κακή της τύχη ,όταν χτύπησε το γοφό της και το αφεντικό δεν την ήθελε,γιατί δεν απέδιδε στην εργασία της και την έβαλε κι αυτή για πούλημα,στάθηκε τυχερή, γιατί αυτός που αγόρασε το αγόρι, αγόρασε κι αυτή γιατί δεν ήθελε να τους χωρίσει.Αυτός που τους αγόρασε ήταν ένας τίμιος λευκός, ο κος Γκάρνερ,ο οποίος τους πήγε στο κτήμα του στο Κεντάκι,που το έλεγε Ζεστό Σπιτικό.Ήταν καλός άνθρωπος και δεν αντιμετώπιζε τους νέγρους σαν σκλάβους,αλλά σαν εργάτες στα κτήματά του.Δεν τους μαστίγωνε,ούτε βίαζε τις γυναίκες τους και γενικώς τους φερόταν ανθρώπινα και τους επέτρεπε να παντρεύονται,ακόμα τους επέτρεπε να πιάνουν και όπλα προκειμένου να κυνηγούν και να προσθέτουν κάτι παραπάνω στα γεύματά τους.Το ίδιο έκανε και η γυναίκα του στις νέγρες υπηρέτριές της.Μάλιστα όταν ο Χαλ μεγάλωσε και θέλησε να εξαγοράσει την ελευθερία της μητέρας του, ήταν αυτός που τον βοήθησε να το πραγματοποιήσει. 

Ελεύθερη πια η Μπέμπα Σαγκς,οδηγούμενη από τον κύριο Γκάρνερ και με τα χαρτιά ελευθερίας στο στήθος,έφτασε στο βορρά κοντά στον ποταμό Οχάιο.Ο κος Γκάρνερ της νοίκιασε ένα σπίτι με δυο πατώματα και πηγάδι από τους Μπόντουιν, που ήταν κι αυτοί λευκοί,Σκοτσέζοι στην καταγωγή, αλλά είχαν μάθει από τον πατέρα τους,ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή,όπως και κάθε της κομμάτι, γι’ αυτό κι αυτοί συμπεριφέρονταν ανθρώπινα στους νέγρους. Η περιοχή είχε και άλλους νέγρους και μάλιστα έλεγαν πως αυτή η περιοχή ήταν ελεύθερη γι’ αυτούς. 

Όλοι σέβονταν και αγαπούσαν την Μπέμπα Σαγκς και την ονόμαζαν αγία. Όταν πήγαινε στο ξέφωτο τους μάζευε όλους και τους έκανε κάποια κηρύγματα.Δεν τους έλεγε να καθαρίσουν τη ζωή τους ή να μην αμαρτήσουν,αλλά τους έλεγε να αγαπήσουν τη σάρκα τους, που ήταν σάρκα, που κλαίει, που γελάει,που χορεύει και να την αγαπήσουν με πάθος,γιατί οι λευκοί δεν αγαπούν των νέγρων την σάρκα,τη σιχαίνονται,όπως δεν αγαπούν τα μάτια τους και θέλουν να τους τα βγάλουν,ούτε το δέρμα της πλάτης τους και τους το γδέρνουν,ούτε τα χέρια τους, ου τους τα δένουν, α σφίγγουν, ή τα κόβουν.Τους ενθάρρυνε λέγοντάς τους πως αυτοί είναι που θα τα αγαπήσουν και θα νιώσουν ότι τους ανήκουν. Έτσι θα φροντίζουν τη σάρκα που χρειάζεται ξεκούραση και χορό και τη ράχη τους που χρειάζεται στήριγμα. Επίσης τους έλεγε ότι πρέπει να αγαπήσουν την καρδιά τους γιατί αυτή είναι το κόσμημα που έχουν. Τους παρότρυνε να προσέχουν, γιατί αυτοί οι λευκοί της πήραν ό,τι είχε, ό,τι ονειρεύτηκε και τις έσπασαν τις χορδές της καρδιάς της. Και συμπλήρωνε πως κακουχία στον κόσμο δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο λευκοί. 

Η Σηθ,που μικρούλα κι αυτή βρέθηκε στο Ζεστό Σπιτικό,ήταν στην υπηρεσία της Κας Γκάρνερ. Παντρεύτηκε τον Χαλ,τον γιο της Μπέμπα Σαγκς κι έκανε τέσσερα παιδιά.Όταν ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί,πέθανε ο κος Γκάρνερ και η γυναίκα του μη μπορώντας να διευθύνει το κτήμα,αλλά και φοβούμενη μην την κακολογήσουν, πώς μία μόνη γυναίκα έχει τόσους μαύρους στη δούλεψή της, κάλεσε τον γαμπρό της, που ωστόσο είχε πεθάνει η γυναίκα του, να αναλάβει τη διεύθυνση του κτήματος.Τον αποκαλούσαν δάσκαλο, γιατί μάζευε κάποιους που ήθελαν να μάθουν γράμματα ή αριθμούς και τους δίδασκε ό,τι ήθελε αυτός να μάθουν.Μιλούσε ήρεμα, όμως ήταν πολύ αυστηρός στην επιτήρηση, τους έβαζε τιμωρίες και τους απαγόρευε να πιάνουν όπλα και να κυνηγούν. 

Εξαιτίας των πολλών απαγορεύσεων και της κακής αντιμετώπισής τους από το δάσκαλο,κάποιοι νέγροι,όπως ο Πωλ Ντη,ο Εξάρης και ο Χαλ με την οικογένειά του αποφάσισαν να το σκάσουν. Τα είχε κανονίσει όλα ο Εξάρης με τη γυναίκα του.Θα έρχονταν κάποιοι που θα πήγαιναν βόρεια κατά την άνοιξη όταν τα καλαμπόκια θα είχαν ψηλώσει και θα υπήρχε φεγγάρι και πριν χαράξει, κάποιος θα κροτάλιζε κι αυτό θα ήταν το σινιάλο. Όμως τους πήραν χαμπάρι τον Εξάρη τον σκότωσαν, τον Πωλ Ντη τον έπιασαν και τον έδεσαν και ο Χαλ ήταν άφαντος.Κανείς δεν τον είδε έκτοτε.Η Σηθ ήταν έγκυος και δεν ήθελε να φύγει μόνη της χωρίς τον Χαλ μάταια τον περίμενε και τότε έδωσε σ’ αυτή τη γυναίκα που έκανε το σινιάλο τα τρία της παιδιά, τα δυο της αγόρια και το εννέα μηνών κοριτσάκι της,να τα πάει στην πεθερά της την Μπέμπα Σαγκς. 

Τα ανίψια του δάσκαλου που κατάλαβαν τι έκανε την πήγαν στο υπόγειο, ο ένας την κράταγε και ο άλλος θήλαζε από τους μαστούς της και κατόπιν για να συνετιστεί, που έδιωξε τα παιδιά της, άρχισαν με βούρδουλα να της χτυπούν δυνατά την πλάτη. Μετά από αυτό το συμβάν και σε κακό χάλι αποφάσισε και το έσκασε. Ούτε ήξερε που πήγαινε. Περπάτησε αρκετές μέρες, ήταν νηστικιά, τα ρούχα της ήταν βρώμικα και ξεσκισμένα, τα πόδια της πρησμένα.Έτσι σε κακό χάλι τη βρήκε ένα λευκό κορίτσι η Ντένβερ και τη βοήθησε να γεννήσει μέσα σε μια βάρκα και για να την ευχαριστήσει έδωσε το όνομά της στο μωρό. Εκεί τη συνάντησε ο Ξεχρεωμένος, ένας νέγρος που βοηθούσε πολύ κόσμο να το σκάει, τη βοήθησε να τυλίξει το παιδί και να της το δέσει στο στήθος και να τη βοηθήσει να βρεθεί στην πεθερά της. 
Είκοσι οχτώ ημέρες έμεινε μαζί με όλα τα παιδιά πανευτυχής,ώσπου κατέφθασε ο δάσκαλος με τους άντρες του και το σερίφη να την πάρουν πίσω, αφού ήταν φυγάδα.Μόλις τους είδε μάζεψε αμέσως τα παιδιά της και μέσα στην αποθήκη θέλοντας να τα σκοτώσει,για να μην πέσουν σ’ αυτού τα χέρια και δυστυχήσουν κατάφερε μ’ ένα πριόνι να κόψει το λαιμό της δίχρονης κόρης της, που κρατούσε αγκαλιά εκείνη την ώρα,ενώ το μωρό το κρατούσε ο Ξεχρεωμένος.Τ’ αγόρια σώθηκαν με μικρογραντζουνιές.Ο δάσκαλος βλέποντας αυτά σηκώθηκε και έφυγε και την άφησε στα χέρια του σερίφη, ο οποίος την πήγε στη φυλακή.Ο κόσμος την κατηγόρησε και έπαψε να της μιλάει, όμως ο κος Μπόντουιν πήγε στο δικαστή και μίλησε, όπως και κάποιες έγχρωμες κυρίες είχαν συντάξει μία αίτηση για να μην την κρεμάσουν.Μετά από λίγα χρόνια την απελευθέρωσαν. Βρήκε δουλειά σ’ ένα εστιατόριο και ήταν καλά μαζί με την κόρη της την Ντένβερ και την πεθερά της.Ωστόσο τα αγόρια της έφυγαν και μετά από λίγο καιρό πέθανε και η Μπέμπα Σαγκς. 
Στη ζωή της εμφανίστηκε ο Πωλ Ντη, ο οποίος την αγαπούσε κρυφά και αφού δεν υπήρχε πλέον ο Χαλ της έδειξε την αγάπη του και δέχτηκε να μείνει μαζί της. 

Μετά από την εμφάνιση του Πωλ Ντη έκανε την εμφάνισή της και μια κοπέλα που μπήκε στο σπίτι τους λέγοντας πως την λένε Αγαπημένη, αλλά δεν ήξερε να τους πει, ποιοι ήσαν οι δικοί της και από πού έρχεται. Από κάποιο τραγούδι, που είπε η Σηθ, κατάλαβε πως ήταν η κόρη της η μικρή που της είχε κόψει το λαιμό.Προσπάθησε να της εξηγήσει, γιατί το έκανε λέγοντάς της, ότι αυτό που έκανε ήταν καλό, γιατί πήγαζε από αληθινή αγάπη και της εξήγησε ότι αν δεν την σκότωνε αυτή,θα πέθαινε στα χέρια των λευκών και δεν θα το άντεχε να της συμβεί αυτό. Συνεχίζοντας της είπε ότι δεν ήθελε ν’ αφήσει το δάσκαλο να την πάρει, γιατί ήταν σίγουρο ότι θα της κουρέλιαζε τον πισινό, γιατί αυτή είχε νιώσει πως ήταν και δε θα άφηνε κανέναν να της το κάνει και να το νιώσει κι αυτή. Της εξήγησε επίσης ότι το σχέδιό της ήταν να σκοτώσει όλα της τα παιδιά και μετά τον εαυτό της κι όλοι μαζί να πήγαιναν στον άλλο κόσμο, αλλά δεν πρόλαβε,γιατί την εμπόδισαν. 

Υπήρξαν ημέρες που περνούσε η Σηθ και οι δυο της κόρες στιγμέςμεγάλης αγάπης, έως ότου κάποια στιγμή η Σηθ σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά, δεν υπήρχε φαγητό στο σπίτι, όλα άρχισαν να τελειώνουν και ο Πωλ Ντη έφυγε όταν έμαθε το λόγο για τον οποίο ήταν φυλακή. 

Η Αγαπημένη είχε γίνει πολύ απαιτητική και ταλαιπωρούσε τη Σηθ. Η Ντένβερ κινητοποιήθηκε να βρει δουλειά, γιατί κάποιος έπρεπε να τους θρέψει και βρήκε δουλειά στο σπίτι του κου Μπόντουιν, ως βραδινή και ο οποίος της είπε ότι θα περνούσε να την πάρει από το σπίτι. Ωστόσο η Ντένβερ είχε μιλήσει στη Λαίδη Τζόουνς, η οποία ήταν μιγάς και η οποία μάζευε τα νεγράκια για πέντε σεντς το μήνα και τους μάθαινε γράμματα και την ήξερε η Ντένβερ, γιατί είχε πάει κάποιο διάστημα και παρακολουθούσε μαθήματα.Της εκμυστηρεύτηκε την εμφάνιση της αδελφής της και ότι παιδεύει τη μητέρα της,η οποία αρχίζει να αρρωσταίνει.Αυτή με τη σειρά της θέλοντας να τη βοηθήσει το είπε στις κυρίες της εκκλησίας κι εκείνες αποφάσισαν να πάνε να προσευχηθούν έξω από το σπίτι τους. Την ώρα που η Ντένβερ περίμενε τον κο Μπόντουιν να φτάσει, μαζεύτηκαν και οι κυρίες και άρχισαν να ψάλλουν. Ακούγοντας τις ψαλμωδίες η Σηθ και η Αγαπημένη βγήκαν στο μπαλκόνι για ν’ ακούσουν. Εκείνη τη στιγμή καλπάζοντας στο άλογό του πλησίαζε το σπίτι και ο κος Μπόντουιν. Η Σηθ,βλέποντάς τον να έρχεται προς το σπίτι,ίσως μπερδεύτηκε και φοβήθηκε μήπως είχε πάει να πάρει την Αγαπημένη,του όρμησε μ’ ένα σουβλί.Στο τσακ την πρόλαβε η Ντένβερ,τη συγκράτησε κι έτσι δεν τραυματίστηκε ο άνθρωπος, που στην ουσία ήταν αυτός που την έσωσε από την κρεμάλα. Εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε και η Αγαπημένη. Η Σηθ έμενε στο σπίτι και δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Όσο πήγαινε και χειροτέρευε η κατάστασή της.Η Ντένβερ θα δούλευε νυχτερινή στο σπίτι του κου Μπόντουιν και έψαχνε να βρει και μια πρωινή δουλειά, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, όμως δεν ήταν εύκολο να προσέχει τη μητέρα της.Τότε εμφανίστηκε ο Πωλ Ντη ο οποίος υποσχέθηκε, πως δεν πρόκειται να ξαναφύγει και ότι θα παραμείνει για να την φροντίζει.

       

Σχόλια

  1. Η απόλυτη περίληψη για την "Αγαπημένη" δια χειρός Γιόλας Πετρίτση. Δεν ξεχνάς το βιβλίο με τίποτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άρης Γ.Παπαδάκης15/3/18 15:11

    Εντελώς σχολικού τύπου αλλά έχεις δίκιο,θυμήθηκα το στόρι του βιβλίου .Αν με ρωτούσες πριν δε θυμόμουν τίποτα και τώρα μου ξανάρθε όλο το βιβλίο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμος15/3/18 15:23

      Μα ήταν δασκάλα η κυρία Πετρίτση!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου