Η ελληνική Λογοτεχνία, οι (δεν ξέρω πόσοι)νάνοι της,η κακιά βασίλισσα και ο άφαντος πρίγκηψ.


Για τη Χιονάτη,ουπς,συγγνώμη,για την ελληνική Λογοτεχνία,ρε γαμώτο.
Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες πλην με καλές προθέσεις.Φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι Νάνοι και η κακιά Βασίλισσα, μια και δίχως νάνους και κακιά βασίλισσα παραμύθι σωστό δεν στέκει(τι θα ήταν άλλωστε ως και το ίδιο το θείο δράμα δίχως τον Ιούδα του).Ο πρίγκηψ,στην περίπτωσή μας, ακόμα είναι καθ΄οδόν,ο μπαγάσας.Υπομονή, λέω,και ψυχραιμία.Θα φτάσει.Δεν θα φτάσει;

"Sneewittchen", Franz Jüttner (1865–1925),Mainz 1905

Μιλάμε συνεχώς εμείς οι βιβλιόφιλοι,στις λέσχες και στις αναγνωστικές συντροφιές,για την ανάγκη ανανέωσης της ελληνικής λογοτεχνίας με νέο αίμα και ονειρευόμαστε,οι πιο πολλοί,να είναι αυτό το αίμα μαγικό και ανεξάρτητο από ληξιαρχικές πράξεις γέννησης,ικανό να τα λύσει και να τα πει όλα μεμιάς ,να τη βγάλει από τα ποικίλα αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει,να είναι το εκλεκτό που θα μείνει ως κλασικό στο μέλλον,διαλεγμένο ως τέτοιο από τις επόμενες γενιές αναγνωστών μα και με τη δική μας σφραγίδα πάνω του,καθώς ποικιλοτρόπως συμβάλλουμε -συνειδητά ή όχι πάντως εδώ και τώρα-, στο ξεδιάλεγμα και τη διαμόρφωσή του.
Τι τύπου και επιπέδου θα είναι οι επόμενες γενιές βιβλιόφιλων,που οριστικά και σωστά θα χρίσουν ορισμένα βιβλία ως κλασικά,δεν μπορούμε να το προβλέψουμε,υπό την πίεση μάλιστα καινοφανών πολιτισμικών αλλαγών που γίνονται στα πλαίσια της τεχνολογικής επανάστασης διαρκείας που βιώνουμε-ή δεν ισχύει πια αυτό και βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι άλλο;-και της οποίας είμαστε όλοι έστω και άνισα χορηγοί,αρωγοί και συναυτουργοί ή οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες μάς έκαναν τα παραπάνω και,εννοείται,το παθητικό αντικείμενο και μαζί ενεργό υποκείμενό της. Συντελείται εδώ και μια τριακονταετία περίπου μια τεράστια, μαζική μετατόπιση του κοινού (στον ρόλο κυρίως του πελάτη),του δημιουργού (πρωτίστως στο πόστο του κατασκευαστή του προϊόντος) και των ενδιάμεσων (με διάφορες ιδιότητες αυτοί) προς ατομικίστικες -δεν είναι τυχαία η επιλογή της λέξης,άλλο πράγμα θα σηματοδοτούσε η λέξη ατομικές-,τις από τα πάνω σκαλιά της οικονομικής πυραμίδας υπαγορευμένες  κοινωνικές άρα και καλλιτεχνικές συμπεριφορές/καταναλώσεις σε κοινωνίες/αγορές συντηρητικές και σχεδόν αντικαλλιτεχνικά κερδολάγνες,δηλωμένες με χαζό καμάρι ως ελεύθερες ή ίσως ακριβώς γι αυτό,μετατόπιση που είναι κάτι παραπάνω από ορατή αλλά δεν είναι εύκολο ή συνετό-έως καθόλου-,να αξιολογηθεί σαν ένα φαινόμενο που δεν είναι μόνο πολιτισμικό.
Αναφέρομαι στους συγκαιρινούς μας -για να περιοριστώ στην Τέχνη και το δικαίωμα όλων μας στην καλλιτεχνική εκπαίδευση,παιδεία και έκφραση-, που κάνουν (ή νομίζουν ή τους λένε ότι κάνουν) καλή λογοτεχνία και τέχνη γενικότερα,ανθρώπους που είναι ηλικιακά μικρότεροι των όχι και λίγων που προσπάθησαν,ας μην τους αδικήσουμε,να κάνουν κάτι αξιόλογο μετά τη μεταπολίτευση και με κείνες τις γενιές θεριά πίσω τους -εικαστικούς,πεζογράφους,ποιητές  κτλ-,να τους ρίχνουν βαριά σκιά μα που δεν (φαίνεται πλην ελαχίστων να)τα έχουν καταφέρει.Και αυτοί,μεγαλούτσικοι πια ηλικιακά, αλλά και οι συνομήλικοι και νεαρότεροι μιμητές τους,που συρρέουν σε σεμινάρια,εργαστήρια κτλ γραφής και συγγραφής-πάντως όχι ανάγνωσης όπως,ίσως,θα έπρεπε πριν απ΄όλα-,και καλά κάνουν παρόλο που τις ενασχολήσεις εκατέρωθεν-σε βαθμό αρνητικού σχολιασμού ενίοτε-, μόνο υπεράνω βιοπορισμού των μεν και δημοσίων σχέσεων των δε, δεν τις λες...
Ειδικά τους μεταπολιτευτικούς από το 1990 και ύστερα λογοτέχνες δύσκολα θα τους χαρακτηρίσει η κριτική-ποια κριτική θα αναρωτηθείτε και έχετε δίκιο,άλλο θέμα κι αυτό πολύ σοβαρό,σοβαρότερο απ΄ότι νομίζουμε-,σαν μια πράγματι δημιουργική γενιά-σκέτα δημιουργική,πρωτοπόρα δεν υπήρξε, γενικότερα πρωτοπορίες και ρεύματα δεν είχαμε κι αυτό είναι ένα ακόμα ζήτημα,μη μου πείτε σχολή τη μανιέρα πχ του ιστορικού μυθιστορήματος που προέκυψε εξαιτίας της εισπρακτικής επιτυχίας που είχαν ορισμένοι,δεν θα συμφωνήσω,πού και από ποιους έγινε η παραμικρή τομή στο είδος ακόμα κι αν έχουν,μετά τον Τερζάκη και την υποδειγματική κατ΄εμέ "Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ" του,γράψει όντως αξιόλογα κείμενα;-,γενιά επομένως που να μπόρεσε να σταθεί στα δικά της πόδια μετά τη γενιά του΄30 και την πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική.Πλην ελαχίστων,το ξαναλέω ρωτώντας το από μιαν άποψη, συνολικά δεν στάθηκε και δεν συνέχισε,ελάχιστο υλικό αφήνει για τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας πίσω της.Διακρίνω, και συχνά κι άλλοι μιλούν γι αυτήν, μεγάλη ένδεια στα λογοτεχνικά πράγματα από το 1990 ως το 2010,είχαμε μια αναιμική σε ποιότητα-ποσότητα και όγκος υπήρξαν-, λογοτεχνία που δεν μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε καμία ισχυρή και κυρίως πειστικά αυτόφωτη λογοτεχνική γενιά/παρέα/τάση κτλ που έκανε και ίσως κάνει ακόμα αυτό ή το άλλο. Καμία.Σε κανένα είδος,ακόμα και στο διήγημα που φαίνεται να διασώζεται κάπως από την εκτεταμένη και μάλλον μεταδοτική σαν ιό μεταπολιτευτική θεματική ανία,κυρίως θεματική γιατί από μίμηση τεχνικών της Εσπερίας και της άλλης άκρης του Ατλαντικού καλά πήγαμε,το επίπεδο βέβαια της πέρα από τη χρήση και τη μίμηση αφομοίωσής τους είναι μια άλλη,μια ακόμα μεγάλη κουβέντα. Αν κάνω λάθος διορθώστε με αλλά και δώστε μου παραδείγματα.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς,θαρρώ,όσο περιμένουμε με υπομονή και ελπίδα διανύοντας τη δεύτερη κιόλας δεκαετία του 21ου που κάτι δείχνει να φέρνει,είναι να τους βάζουμε σωστά από τη μια και την άλλη πλευρά μιας νοερής διαχωριστικής νησίδας-λογοτεχνία ή παραλογοτεχνία-,όσο και αν ακόμα κι αυτό -διόλου τυχαία, αντιθέτως-,γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτο επειδή πληθαίνουν οι αρλούμπες οι πλασαρισμένες σαν  μυθιστόρημα που δεν χρησιμεύει μόνο στις ροζ αποκαλούμενες επαγγελματίες για βιοπορισμό.
Ο βιοπορισμός δεν είναι αυτός καθαυτός κατακριτέος,φυσικά, μα ας μην τον βαφτίζουν/με αβίαστα λογοτεχνία.Ας είμαστε φειδωλοί με τις ετικέτες.Το ιστορικό μυθιστόρημα που έλεγα πιο πάνω και το αστυνομικό είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του τί γίνεται σε επίπεδο αγοράς,για το και στο σημείο δηλαδή που μπορεί να συναντηθεί μια χαρά το τερπνόν μετά του ωφελίμου,η ποιότητα με την εμπορικότητα.Βέβαια το καημένο το ιστορικό ταλαιπωρείται όσο κανένα άλλο είδος από εμπορικούς θεωρούμενους και μη,επειδή βολεύει για απίστευτες πολιτικές μικρότητες όταν ο συγγραφέας δεν κάνει  μυθοπλασία αλλά ζυμώνει μίσος με τα ψέμματα άλλων ή τα δικά του...τι να λέμε τώρα,αν μπούμε σ΄αυτή την σκουληκότρυπα κι επιχειρήσουμε τέτοια κουβέντα, εκεί θα μείνουμε.
Οι επαγγελματίες του εφήμερου πάντως,οφείλω να αναγνωρίσω,συχνά μοιάζουν ή και πράγματι είναι πιο έντιμοι,δεν λένε οι άνθρωποι ότι το μέλλον της Λογοτεχνίας (ή της Ιστορίας) βρίσκεται στα χέρια τους,μια δουλειά στον τομέα της διασκέδασης (και όχι της υψηλής ή μη μαζικής τέχνης) κάνουν,το ξέρουν και τις περισσότερες φορές το παραδέχονται δίχως να τους τυφλώνουν τα τρελά νούμερα των αντιτύπων τους.Πολλοί μάλιστα κάνουν με αξιέπαινη συνέπεια προς το κοινό τους τη δουλειά αυτή,υποθέτω η Λένα Μαντά πρώτη και καλύτερη και παραγωγικότερη του είδους της,ο χαμηλών τόνων Γιάννης Καλπούζος που γράφει καλό,όπως λένε,εμπορικό ιστορικό μυθιστόρημα -δημοφιλείς αμφότεροι και με εισπράξεις,γιατί όχι-,προφανώς και άλλοι,λέω προφανώς γιατί δεν τους έχω παρακολουθήσει αναγνωστικά,ώστε να έχω γνώμη για το περιεχόμενο των βιβλίων όσων κινούνται στον χώρο αλλά την επαγγελματική τους συνέπεια και τον σεβασμό στο κοινό τους τη βλέπω και τους την αναγνωρίζω και μακάρι να την είχαν και πολλοί-όμως πολλοί-,της βαριάς κουλτούρας(sic)...

Τι γίνεται όμως μ΄εκείνους τους συχνά αφανείς ή που  κινούνται σεμνά και σχεδόν αθόρυβα ανάμεσα στις παραπάνω συμπληγάδες:νέο αίμα,παλιοί, επώνυμοι,εμπορικοί,μη εμπορικοί,γενιές,είδη λόγου, ευπώλητοι,κριτική, κριτικοί κτλ,τους έχουμε πάρει είδηση;
Και αν ναι,πού εντάσσονται ειδολογικά,ποιοι είναι και τι λένε;Ποιον λόγο καλλιεργούν,πόσους μπορούμε να πάρουμε πράγματι στα σοβαρά;Οι θεωρούμενοι καταξιωμένοι-και πώς κρίνεται αυτό αλήθεια-,είναι καλύτεροί τους;Με ποια και τίνος τα κριτήρια;Πώς μπορούμε να τους γνωρίσουμε; Γιατί γνωρίζουμε όλοι πχ τη Σώτη Τριανταφύλλου και τον Πέτρο Τατσόπουλο -πολιτικά δεν συμφωνώ μαζί τους αλλά σαν συγγραφείς είναι ταλαντούχοι και βρίσκω ανήθικο να μη τους το αναγνωρίζουν για πολιτικούς λόγους -,μα όχι όπως τους αξίζει πχ τη Μαρία Ξυλούρη ή τον Γιάννη Μακριδάκη (για να πω μόνο δυο από τους νεότερους);
Υποθέτω ότι ρόλο έπαιξε και το ότι οι δυο πρώτοι ασχολήθηκαν επαγγελματικά με τη συγγραφή και κέρδισαν το στοίχημα του χρόνου,ήρθαν ύστερα και εκτός λογοτεχνίας πολιτικά μαλλιοτραβήγματα κι αυτό ενίσχυσε την ήδη υπάρχουσα αναγνωρισιμότητα,ενώ οι δυο δεύτεροι είχαν,ίσως,δεν ξέρω,και έχουν άλλες προτεραιότητες.Πολύ απλό και απλοϊκό το παράδειγμα -εξάλλου και ο Μακριδάκης έχει ενεργή ανάμειξη στην πολιτική και μιντιακή επικαιρότητα-,και επιπλέον υπάρχουν δεκάδες άλλοι που είναι γνωστοί και το αξίζουν ή δεν το αξίζουν -πώς θα κριθεί βέβαια αυτό-,και ακόμα πιο πολλοί που δεν τους ξέρει ψυχή και που ομοίως το αξίζουν ή δεν το αξίζουν. Μ΄αυτό το παράδειγμα γίνεται, λέω,πιο κατανοητός ο προβληματισμός μας,πολλών,για την ελληνική Λογοτεχνία.

Μίλησα παραπάνω για το αδιέξοδο που υπάρχει εδώ και δεκαετίες και στην κριτική λογοτεχνίας και στην εξέλιξη της θεωρίας της λογοτεχνίας στην Ελλάδα.Δεν αρκούν οι λίγοι πανεπιστημιακοί που κάνουν κριτική αρθρογραφία και μελέτη όποτε και αν.Κριτική στα βιβλία που διαβάζουμε κάνουμε δικαιωματικά ως αναγνώστες όλοι, καθένας με τον τρόπο του,μα η ακονισμένη και πολύπλευρη αξιολόγηση ενός έργου και πολύ περισσότερο ενός συγγραφέα προϋποθέτει θεωρητικά εργαλεία και γνώσεις που ο μέσος αναγνώστης δεν (χρειάζεται να) έχει.Πολλοί είναι αυτοί-σίγουρα προκομμένοι αλλά στις δημόσιες σχέσεις μου φαίνεται-,που αβίαστα αυτοαποκαλούνται κριτικοί ή έτσι τους λένε οι κόλακές τους για κάποιον λόγο κι έτσι υπογράφουν κι αυτοί δίχως σεμνότητα καμιά -ως κριτικοί λογοτεχνίας,τι φανφάρα-,όπου τους ζητηθεί να συνεισφέρουν με τα φώτα τους σε μια παρουσίαση ή σ΄ένα άρθρο,σιγά τα ωά,έλα όμως που τυχαίνει ενίοτε να τους γνωρίζουμε καλύτερα (σε μια λέσχη, μιαν εκδήλωση κτλ) και η θεωρητική και αναγνωστική τους γύμνια αποκαλύπτεται και σοκάρει.Το ότι δεν έχουν καν διαβάσει τα παγκόσμια αριστουργήματα (παλιά και νεότερα) και δεν ξέρουν τι γίνεται στις εθνικές λογοτεχνίες,πάνω σε τι και ποιους και γιατί βασίζεται όλο αυτό το οικοδόμημα -θεμέλια και ό,τι χτίζεται τώρα-,που λέμε Λογοτεχνία,αυτό ειλικρινά σοκάρει.

Τέλος να παρατηρήσω ότι δίνει και παίρνει η κακώς εννοούμενη διακειμενικότητα,τι δεκανίκι  κι αυτό,τι κόλπο.Με αναφορές στον Τζόυς,τον Κάφκα και τον Καμύ αλλά και τον Παπαδιαμάντη και χίλιους δυο δικούς και ξένους τρισμέγιστους,με δανεικά κι αγύριστα δεν μετατρέπονται σε Ποίηση τα στιχάκια τα συμπαθητικά του ευαίσθητου,σε Μυθιστόρημα οι δακρύβρεχτες ιστοριούλες της αδικημένης,σε Νουβέλα τα μεταποιημένα κουρέλια του κλεφτάκου που μπαλώνονται, με μαεστρία πράγματι. Θα πουλήσει ο μεταπράττης λέξεων,υφών και θεμάτων και θα τον αναγνωρίσουν κι αυτόν κάποιοι σε κάποιον κύκλο αφού για όλα και όλους υπάρχει πάντα ένα κοινό,αλλά όλων όλα τα δημιουργήματα μεγάλη τέχνη δεν θα γίνουν ούτε με μαγικό ραβδί ούτε λουσάτα δεκανίκια.Και δεν πειράζει κιόλας,δεν πειράζει.

Ας τολμήσουμε επομένως και επιτέλους  να πατήσουμε στα δικά μας πόδια κι ας είναι κοντούτσικα λόγω μαζικής τεχνολογίας,δεν πειράζει,όλη η εποχή μας είναι κοντή και κατακερματισμένη,ζούμε (σ)την εποχή των νάνων. Μπορεί αυτό να έλαχε να΄ναι το μερίδιό μας στην Ιστορία και την Τέχνη,ας το φωτίσουμε λοιπόν με το δικό μας -κι ας είναι νανίσιο-,φως κι όχι το δανεικό.Μπορούμε,θαρρώ.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος22/3/18 21:02

    Από την εποχή των λογοτεχνικών γιγάντων στην εποχή των λογοτεχνικών νάνων και μετά αντίστροφα με μικρά ή μεγάλα μεσοδιαστήματα.Πάντα έτσι γινόταν και έτσι θα συνεχιστεί.Αν συνεχιστεί ο άθλιος κόσμος μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Διόλου αισιόδοξος/η.Κι έχει μια ηλιόλουστη μέρα έξω...Λέτε να πλακώσουν οι εξωγήινοι και να τον αφανίσουν,όπως έλεγε ο συγχωρεμένος ο Χόκινγκ, ως Ισπανοί κονκισταδόρες στην Αμερική; Ή να τα καταφέρουμε μόνοι μας(αυτό το βλέπω πιο πιθανό);Πού ξέρετε,μπορεί η λογοτεχνία να τη γλυτώσει.

      Διαγραφή


  2. ΑΠΟΨΕΙΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΥ

    Κάποιος μιλάει βροντερά
    κι οὔτε πού ἀκούγεται φωνή.

    Κάποιος πιάνει ἤχους ἀνάκουστους
    κι οὔτε πού σκέφτεται τή μουσική.

    Κάποιος ὀσμίζεται ἀόρατο καπνό
    κι οὔτε πού ὑποπτεύεται φωτιά.

    Κάποιος βλέπει ἐπιτέλους τόν οὐρανό
    κι ἀποφασίζει: θάλασσα ἤρεμη

    Βιβλία ἀμέτρητα, σελίδες ἄπειρες
    γράφονται ἔτσι ἀβασάνιστα
    γιά ἑκατομμύρια ἀθώους ἀναγνῶστες.

    Στό τέλος κι αὐτοί συναυτουργοί ἀτιμώρητοι
    μαζί μέ τούς ἀναίσθητους γραφοφονιάδες
    μέσα στή μόνιμη ἀμνηστία πού ἀνέκαθεν
    κλώθει παθητικά γιά θύτες καί γιά θύματα
    ἡ μικρόχαρη, ἀνεκτική μας ἱστορία.

    Βασίλης Καραβίτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ιδανικός επίλογος άρθρου.(Και ευκαιρία/παρότρυνση να βρω και να διαβάσω μερικά ακόμα ποιήματα του Καραβίτη.)

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος27/3/18 19:51

    Καλά τα γράφεις αλλά ποιος νοιάζεται για του πολιτισμού τα παθήματα όταν είναι άδεια η τσέπη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό που ήθελε ο κυρίαρχος δυτικός καπιταλισμός:απόλυτη παθητικότητα εξαιτίας της ατελείωτης ρευστότητας με την τεχνητή κρίση που άπλωσε σχεδόν παντού.Δεν σε βάζει σε κατάσταση πείνας τριτοκοσμικού τύπου αλλά ανέχειας,ανασφάλειας και ρευστότητας,σε φάση να μην ξέρεις πού πατάς σήμερα,πού θα βρεθείς αύριο.Το τριτοκοσμικό το πέτυχε με τους κάτω κάτω,παρήγαγε άστεγους και λούμπεν που έβγαλε στην πόλη σαν φόβητρο, να τι θα πάθεις αν δεν συμμορφωθείς δίχως ερωτήσεις με τα μεροκάματα και τα υπόλοιπα που σου επέβαλα.Το παγκάκι σε περιμένει. Στο μεταξύ μη σκέφτεσαι,δεν έχεις λεφτά.Δεν έχεις λεφτά αλλά χρειάζεσαι υλικά αγαθά.Δεν πειράζει που δεν σε αφήνω να έχεις λεφτά αλλά συνέχισε να καταναλώνεις αυτά που διαφημίζω.΄Αρα εστίασε. Μην έχεις ανησυχίες κανενός άλλου τύπου παρά σκίσου να έχεις μια δουλίτσα για να μην γίνεις άστεγος και έτσι να μου κοστίζεις εμένα ελάχιστα και να μου φέρνεις κέρδη γιατί πάλι θα καταναλώνεις.

      Διαγραφή
    2. ΕΠΟ 11;Εργασία εντάξει;

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου