"Αγαπημένη" ,Τόνι Μόρρισον(της Λένας Κατσομίτη)



Γράφει η Λένα Κατσομίτη από την Λέσχη Ανάγνωσης "Βιβλιοταξιδευτές"



Η Τόνι Μόρισον γράφει το 1987 το βιβλίο "Αγαπημένη" (Beloved) για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1988. Το βιβλίο θεωρείται το αριστούργημά της,ενώ το 1993 τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της.Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία της αφροαμερικανής Margaret Garner, η οποία σκότωσε την δίχρονη κόρη της για να μην επιστρέψει στην δουλεία. 


Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με όχημα την βασανισμένη ζωή των μαύρων κατά την περίοδο της δουλείας στην Αμερική, αναφέρεται στην μητρότητα. 
Μία νεαρή μαύρη σκλάβα, ονόματι Σηθ, παντρεμένη,επίσης,με νεαρό μαύρο σκλάβο -ονόματι Χαλ-, από το ίδιο σπίτι,δραπετεύει από αυτό,ούσα ετοιμόγεννη για να συναντήσει τα τρία παιδιά της (δύο αγόρια και ένα δίχρονο κοριτσάκι), τα οποία προηγουμένως είχε φυγαδεύσει επιτυχώς στο σπίτι της πεθεράς της- Μπέμπας Σακς,η οποία ήταν ελεύθερη. 

Ο λόγος της δραπέτευσης ήταν η επικράτηση καινούριου ιδιοκτήτη στο σπίτι όπου διέμεναν λόγω θανάτου του αρχικού, που δεν χρησιμοποιούσε βία. Το νέο αφεντικό είναι υπερ της βίας, την οποία ασκεί και πάνω στην Σηθ, προκαλώντας ένα τεράστιο έγκαυμα στην πλάτη της. Η δραπέτευση αρχικά,είχε σχεδιαστεί να γίνει νωρίτερα μαζί με τον άνδρα της και κάποιους άλλους σκλάβους από το σπίτι.Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν καλά και αναγκάστηκε να φύγει μόνη της. Διέσχισε μόνη της μία πολύ μεγάλη απόσταση,ξυπόλητη και ετοιμόγεννη. Η ταλαιπωρία και η κακουχία την ρίχνουν κάτω. Ένα λευκό κορίτσι- ονόματι Ντένβερ- την βοηθάει κατά την γέννα, δένοντας τα πόδια που είχαν πρηστεί και πληγωθεί με φύλλα, και το νεογέννητο στον κόρφο της Σηθ με ένα κομμάτι πανί από την φούστα της. 
Η Σηθ καταφέρνει να φτάσει στην πεθερά της και να ξαναενωθεί να με παιδιά της.Η Σηθ θηλάζει την δίχρονη κόρη της, όπως διακαώς επιθυμούσε από την ώρα της δραπέτευσης της.Η πεθερά τής παρέχει όλη τη δέουσα φροντίδα,τόσο ως προς το γεγονός ότι ήταν λεχώνα όσο και ως προς τις πληγές στη πλάτη και τα πόδια.

Για 28 ημέρες η Σηθ και τα παιδιά της έζησαν την απόλυτη ελευθερία, ώσπου συνέβη το μοιραίο περιστατικό που άλλαξε τις ζωές τους. 

Οι κυνηγοί σκλάβων βρήκαν τα ίχνη της και εκείνη μπροστά στο ενδεχόμενο να ζήσουν τα παιδιά της τη βαναυσότητα της δουλείας, προσπάθησε να τα σκοτώσει για να τα προστατέψει.Η προσπάθεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνει το ένα παιδί, το δίχρονο κοριτσάκι, και τα υπόλοιπα να τραυματιστούν. Η Σηθ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Στην φυλακή μεταφέρεται μαζί με το νεογέννητο κοριτσάκι για να το θηλάζει και με την βοήθεια ενός λευκού καταφέρνουν να ανατρέψουν την κατηγορία και να αποφυλακιστεί. 


Από την αποφυλάκιση και μετά, το σπίτι όπου ζει η οικογένεια, στοιχειώνεται από το φάντασμα του δίχρονου μωρού που δημιουργεί πολλά προβλήματα με αποτέλεσμα τον θάνατο της πεθεράς και την φυγή τον δύο αγοριών καθώς μεγάλωσαν και δεν άντεχαν αυτή την κατάσταση. Τελικά, στο σπίτι μένουν μόνο η Σηθ και η Ντένβερ (η κόρη της Σηθ) απομονωμένες και αντιμέτωπες με το φάντασμα. 

Το φάντασμα απομακρύνεται με την έλευση στο σπίτι του Πωλ Ντι,ενός πρώην σκλάβου από το ίδιο σπίτι με την Σηθ,ο οποίος ήταν ερωτευμένος μαζί της.Η ερωτική σχέση του με την Σηθ, απομακρύνει το φάντασμα και αποσταθεροποιεί την Ντένβερ που αισθάνεται ξαφνικά εκτοπισμένη. Στη ζωή της Σηθαχνοφαίνεται η ελπίδα καθώς επανακτά την στην ζωή της. Αυτό, όμως, διαρκεί πάλι ελάχιστα καθώς εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα εγκαθίσταται στο σπίτι μία κοπέλα στην ηλικία που θα είχε η αδικοχαμένη κόρη της Σηθ αν ζούσε. 

Η κοπέλα ονομάζεται Αγαπημένη, όπως είχε γράψει η Σηθστην ταφόπλακα του παιδιού. Τόσο η Ντένβερ όσο και η Σηθ πιστεύουν ότι η κοπέλα είναι η ενσαρκωμένη κόρη που σκότωσε η Σηθ. Η επάνοδος του ενσαρκωμένου φαντάσματος διόλου δεν τις τρομάζει παρά αντιθέτως το αποζητούν και το προσέχουν και οι δύο. Το φάντασμα διώχνει τον Πωλ Ντι από το σπίτι και οι τρεις τους ζουν αρχικά αρμονικά και μέσα από ιδιότυπες ισορροπίες, μοιάζουν σχεδόν ευτυχισμένες που έχουν ξανασμίξει.Τελικά, το φάντασμα κατατρώει την Σηθ, διογκώνεται και η λάμψη του μεγαλώνει σε αντίθεση με την Σηθ που μοιάζει να αδυνατίζει να είναι ατημέλητη και σχεδόν να εξαϋλώνεται, καθώς η πρώτη κατηγορεί συνεχώς τη δεύτερη ότι της αφαίρεσε το πρόσωπο, της στέρησε την ζωή, την αγάπη και το γάλα ενώ η δεύτερη να προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη της. 
Η Ντένβερ παραγκωνισμένη από την σχέση μεταξύ της Σηθ και της Αγαπημένης και αντιμέτωπη με την καταστροφή και των τριών, αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια από τον έξω κόσμο. Από την κίνηση της αυτή, σώζεται τελικά η ίδια, το φάντασμα χάνεται και η μητέρα της μένει ζωντανή αλλά με αμετάκλητα τα σημάδια της επέλασης της Αγαπημένης από εκεί. 

Το βιβλίο είναι ένα συγκλονιστικό και δύσκολο ανάγνωσμα,ποιητικό θρίλερ. Στο πρώτο μέρος μέσα από κατατεμαχισμένες αφηγήσεις,ο αναγνώστης μαθαίνει τι έχει συμβεί.Τα πρόσωπα μπλέκονται και αν ο αναγνώστης δεν έχει τα αντανακλαστικά του σε εγρήγορση, μπορεί και να χαθεί. Η γραφή ποιητική, σκληρή και ονειρώδης. Στο δεύτερο μέρος τα τρία κυρίαρχα πρόσωπα, Σηθ,Ντένβερ και Αγαπημένη σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αποκαλύπτουν την δική τους αλήθεια. Στο τρίτος μέρος έρχεται η λύση και η κάθαρση. 




Η Τόνι Μόρισον είναι μία σπουδαία συγγραφέας που φυσικά άξιζε το Νόμπελ.Στο συγκεκριμένο βιβλίο που θεωρείται το καλύτερό της, αγγίζει πάρα πολλά και πολύπλοκα θέματα. Αρχικά έχουμε την παιδοκτόνο μητέρα. 

Το βιβλίο συνομιλεί με την Μήδεια και την Φραγκογιαννού (η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη). Ειδικά στην Φραγκογιαννού υπάρχει και το ίδιο κίνητρο: η γυναίκα αυτή σκότωνε τα μικρά κορίτσια για να μην κακοτυχήσουν στην ζωή τους καθώς η μοίρα των γυναικών εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου ευοίωνη. Και εκεί γεννιέται το ερώτημα, κατά πόσο η μητρική αγάπη έχει την άδεια ζωής ή θανάτου πάνω στο παιδί προκειμένου αυτό να αποφύγει ένα ανείπωτο πόνο για το οποίο η μάνα έχει βιωμένη γνώση- όπως στην προκειμένη περίπτωση, μία ζωή γεμάτη πόνο εξευτελισμό, βία και ψυχοσωματικό βασανισμό. Μία διαφορετική ανάγνωση του ίδιου περιστατικού θα μπορούσε να μεταφέρει τον φόνο του παιδιού στο συμβολικό πλαίσιο καθώς οι γονείς -εν προκειμένω η μητέρα-,μπορεί να σκοτώνουν τα παιδιά τους μέσω των αποφάσεων τους, των συμπεριφορών τους, της υπερβολικής τους αγάπης, της αδιαφορίας τους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει η σχέση μάνας- ζωντανής κόρης και μάνας- νεκρής κόρης.Στην αρχή, φαίνεται ότι η κυριαρχία της μητέρας με όχημα την υπερβολική της αγάπη να σκοτώνει πραγματικά την Αγαπημένη και συμβολικά την Ντένβερ καθώς την υποχρεώνει να ζει με το φάντασμα της νεκρής κόρης. Στην εξέλιξη της ιστορίας, οι κόρες αντεπιτίθενται στην μάνα με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της Αγαπημένης, τον μαρασμό της μάνας αλλά την σωτηρία της ζωντανής κόρης. 

Στο γενικότερο πλαίσιο,το βιβλίο αναφέρεται στην εξαθλίωση της ανθρώπινης οντότητας των αφροαμερικανών σκλάβων,ανδρών και γυναικών.Ειδικότερα όσον αφορά στις γυναίκες αναδεικνύονται θέματα όπως η ανυπαρξία προστασίας της μητρότητας. Οι γυναίκες ούσες έγκυες συνέχιζαν να δουλεύουν και να βασανίζονται, ενώ γεννούσαν χωρίς καμία προφύλαξη, ιατρική βοήθεια και μέριμνα κατά την περίοδο λοχείας για τη λεχώνα και το βρέφος. Στις μέρες μας η λοχεία είναι αναγνωρισμένη ως μία ιδιαίτερα φορτισμένη και επικίνδυνη για την μητέρα και το βρέφος περίοδος της ζωής μίας γυναίκας αφού η ορμονική διαταραχή από την προηγούμενη εγκυμοσύνη και ο αποχωρισμός του εμβρύου μπορούν να προκαλέσουν βαθύτατη ψυχική αναταραχή που φτάνει μέχρι τα όρια της μείζονος κατάθλιψης. Στην περίπτωση της ηρωίδας, αυτή είναι μία επικηρυγμένη επίτοκος λεχώνα. Οπότε οι παράγοντες για να γίνει επικίνδυνη για τον εαυτό της ή το βρέφος πολλαπλασιάζονται. 

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου,ενώ το ονειρικό μέρος του εξακολουθεί να υπάρχει, υπάρχει δυνατότητα για μία λογική εξήγηση του θέματος του βιβλίου μέσα από τον συμβολισμό. Αρχικά, το φάντασμα είναι μικρό παιδί και αόρατο και συμπεριφέρεται ως μικρό παιδί καθώς ο λόγος του φόνου από την μητέρα εξακολουθεί να είναι ισχυρός: δεν ήθελε το παιδί της να υποστεί τα δεινά της δουλείας. Κατά το μικρό διάστημα της σχέσης της με τον παλιό έρωτα υπάρχει άμβλυνση του γεγονότος και δυνατότητα επανάκαμψης στην κανονικότητα και την εξωστρεφή ζωή. Όμως, καθώς τα χρόνια περνούν και η απώλεια δεν ξεπερνιέται, ο λόγος αρχίζει να αμφισβητείται και από την ίδια την Σηθ, στην οποία διογκώνονται οι ενοχές και συνεπώς το φάντασμα ενσαρκώνεται, χάνει την επαφή με τον έξω κόσμο, αποδιώχνει ότι προσπαθεί να την προσεγγίσει και απαγκιστρώνεται στο φάντασμα. Η ελπίδα φαίνεται μόνο στο ότι η ζωντανή κόρη καταφέρνει να αποκοπεί από το τραύμα της μητέρας της, να ζητήσει βοήθεια και εν τέλει να ζήσει. 

Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες του πλήθους που μαζεύονται έξω από το σπίτι για να δουν το φάντασμα, είτε για να το εξορκίσουν είτε για να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους και το φάντασμα εμφανίζεται υπέρλαμπρο και μετά εξαϋλώνεται, παραπέμπουν σε αντίστοιχα μέρη από την Βίβλο-Καινή Διαθήκη, όπου το πλήθος αντιμετωπίζει το θείο με οργή και δέος. 

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίο, το γράμμα της Αγαπημένης, αναφέρει μία τεράστια αλήθεια, ότι όσο πόνο και φθορά και αν φέρει ένας θάνατος αγαπημένου ανθρώπου, το πέρας του χρόνου φέρνει τη λήθη. 







Η Τόνι Μόρισσον έχει υπάρξει καθηγήτρια σε πολύ μεγάλα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και διδάσκει ανθρωπιστικές επιστήμες και δημιουργική γραφή, αυτό το βιβλίο είναι ένα άρτιο δείγμα δημιουργικής γραφής στο οποίο η γνώση και το φυλετικό βίωμα παράγουν ένα αδιαφιλονίκητο σύμπαν. 



8-03-2018 
Λένα Κατσομίτη 
Αφιερωμένο σε όλες τις γυναίκες που βασανίζονται καθημερινά 
& στην ανιψιά μου




Σχόλια