"Να Σώσουμε τον Μότσαρτ",Ραφαέλ Τζερουσάλμι/Raphaël Jerusalmy


Κυριακή 8 Οκτωβρίου 1939
Οι νύχτες είναι όλο και πιο ατελείωτες.Είμαι πολύ κουρασμένος για να διαβάσω.Άλλωστε ,σύντομα θ΄αναγκαστώ να πουλήσω τα βιβλία μου αν θέλω να συνεχίσει ο γιος του επιστάτη να μου αγοράζει λουκάνικα.Θα ξεκινήσω απ΄τα λιμπρέτα,γιατί τα ξέρω όλα απέξω.Τις Ιταλικές όπερες πρώτα.Τον Μότσαρτ τελευταίο.

Ονειρεύτηκα πως είχα φτιάξει μια ορχήστρα.Με τους ασθενείς.Ήταν αστείο.Όλοι αυτοί οι σκελετοί με τις πιτζάμες να παίζουν Σούμπερτ στην είσοδο της τραπεζαρίας!Πολλή πλάκα.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 1940
Βραστές πατάτες;Με τίποτα!Έδωσα τον Βέρθερό μου στον γιο του επιστάτη.Με τα λεφτά που έβγαλε, μου πήρε λίγα λουκάνικα στη μαύρη αγορά.Γλέντι!


synthesis V.G. 

Βρισκόμαστε στο Ζάλτσμπουργκ της προσαρτημένης στο Γ΄Ράιχ Αυστρίας στο ξεκίνημα του Β΄ Π. Π. Ο Ότο Στάινερ μουσικοκριτικός εβραϊκής καταγωγής -κάτι που έχει καταφέρει να κρύψει-, είναι φυματικός και νοσηλεύεται σ΄ένα σανατόριο της διάσημης πόλης,γενέτειρας του Μότσαρτ.Έχει ένα ημερολόγιο που γράφει σ΄αυτό λογής μικρά καθημερινά πραγματάκια όπως τα αντιλαμβάνεται στο περιβάλλον του σανατορίου,τα ζει,τα θυμάται ή τα ελπίζει.Απ΄αυτό το ημερολόγιο που καλύπτει το διάστημα από τον Ιούλιο του 1939 μέχρι τον Αύγουστο του 1940,μαθαίνει ο αναγνώστης για τον ήρωα,για τις σκέψεις και τις έγνοιες του και για τα γεγονότα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέκεται σ΄αυτά στο παρόν που διανύει στο σανατόριο και πάλι μέσα απ΄αυτά πληροφορείται και για το παρελθόν και τα γυρίσματα στη ζωή του,λόγου χάριν ότι ο γιος του,ο Ντίτερ,έχει φύγει για την Παλαιστίνη για να στήσει μαζί με άλλους το κράτος του Ισραήλ.Από τα γραφόμενά του στο απλό, σχεδόν συνοπτικό κάποιες μέρες ημερολόγιο,γίνεται αντιληπτή η απελπισία του άρρωστου ντυμένη με το ένδυμα του ρεαλισμού και κυνισμού που ανάκατοι με το πικρό του χιούμορ,που πάντως δεν μετατρέπεται σε κακία προς όλους ανεξαιρέτως, τροφοδοτούν ένα μείγμα συναισθημάτων που αυτό μαζί με την αγάπη του για τη μουσική είναι που τον οπλίζει με ψήγματα θάρρους για να τα βγάλει πέρα με όσα παράλογα συμβαίνουν γύρω του σ΄ένα κόσμο που οδεύει στον όλεθρο. 
Κάθε μέρα που περνάει είναι μια πύρρειος νίκη κατά της ασθένειας,όμως ο Στάινερ δεν κλαψουρίζει, απολαμβάνει την κάθε φορά που καταφέρνει να βγει από το σανατόριο για μια μουσική ανάπαυλα-τι άλλο αφού έχει πάθος για τη μουσική-, όσο κι αν ξέρει ότι γενικότερα δεν έχει ελπίδες.
Αλλά και ποιος και τι είδους ελπίδες πέρα από την επιβίωση μπορεί να έχει σε μια θλιβερή Αυστρία ευρισκόμενη σε κάθετη πτώση που χειροκροτά τον εκδικητικότερο φονιά της Ιστορίας, αυτόν που θα την στιγματίσει για πάντα ως τέκνο της γης της με τον ζόφο της περασιάς του απ΄τον κόσμο;

Ο Ραφαέλ Τζερουσάλμι κάνει μια σχεδόν ευλαβική,συνετή και ευφάνταστη κατάδυση στο  σκοτάδι  της περιόδου, μετρώντας ένα ένα τα σερνάμενα βήματα του ήρωά του σαν να τον χορογραφεί πάνω σε βαρύ,λασπωμένο πάτωμα.Τον χορογραφεί πράγματι και δη εκπληκτικά,μα δίχως να τον εμφανίζει ως μοναδικό πρωταγωνιστή στη νουβέλα του κι ας είναι δομικά χτισμένη πάνω του σαν  αφήγηση πρωτοπρόσωπη με πρόσχημα ένα ημερολόγιο και μερικές επιστολές.Μαζί με τον Στάινερ στη σκηνή ο Τζερουσάλμι ανεβάζει την ίδια την Ιστορία και από κάποιο σημείο και μετά και τον συγκινημένο, θέλω να πιστεύω αναγνώστη ο οποίος πίσω από τις λέξεις μπορεί,αν θέλει,να διακρίνει τι έγινε τότε, ίσως και το γιατί.Και να πάρει θέση εδώ και τώρα,αρνητική, απέναντι στον ναζισμό και τον φασισμό που η Ευρώπη τους επέτρεψε,δυστυχώς,να ξανακάνουν την εμφάνισή τους παρασυρμένη από τη χρηματολαγνεία των ισχυρών της,αμάθητη παρά το πάθημά της. Και να συνδράμει ειρηνικά αυτός ο αφυπνισμένος αναγνώστης ώστε να μη βρει ποτέ ξανά ο κακός σπόρος πρόσφορο έδαφος γιατί μόνο πόλεμο,αδικία,μίσος και συμφορά φέρνει.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 1940 
Αυτή η ανάμειξη των ναζί στον προγραμματισμό του Festspiele είναι απαράδεκτη. Εξοργιστική. Και η μετατροπή του Φεστιβάλ σε χυδαίο εργαλείο προπαγάνδας, σε ψυχαγωγία για το στράτευμα, είναι η χαριστική βολή. Να κρατάνε όμηρο τον Μότσαρτ. Να τον ταπεινώνουν έτσι. Μα δεν υπάρχει κανείς ν' αποτρέψει αυτή την ύβρη; 

Μου φαίνεται πως, τώρα, έχουν ξεπεράσει κάθε όριο! Δεν πρέπει να τους αφήσουμε να κάνουν κάτι τέτοιο. Χωρίς καμία αντίδραση, καμία αντίσταση. Αυτή η φάρσα πρέπει να τελειώνει. Πάση θυσία. Πρέπει να σώσουμε τον Μότσαρτ!

Τα πρόσωπα που συναναστρέφεται ο Στάινερ μοιάζουν καρικατούρες των εαυτών τους.Προσπαθούν καθένας με τον τρόπο του να βγουν αλώβητοι απ΄αυτό που σε λίγο θα διαλύσει ολόκληρη την ήπειρο αλλ΄ακόμα δεν έχουν νιώσει στο πετσί τους τι ακριβώς είναι.Τα σχέδια των ναζί θα τα πληρώσουν κι αυτοί που σιγοντάρουν,η καταβολή του αντιτίμου ονομάστηκε θυσία και έχει ήδη αρχίσει.Στερήσεις, ανέχεια,μαύρη αγορά,ανελευθερία,λογοκρισία, συλλήψεις.Μίμηση μιας ζωής που κάποτε ήταν, ίσως, καλή. Οι πάντες προσαρμόζονται στις επιβεβλημένες από τα πάνω συγκυρίες,σκύβουν στην ουσία το κεφάλι:η νεαρή νοικάρισσά του που ο άντρας της υπηρετεί κάπου βόρεια στα τραίνα των ναζί και στεναχωριέται όταν αντί του ενοικίου μπορεί να του φέρει μόνο ένα ταπεινό ραγού που όμως,πάλι καλά,δεν πάει χαμένο,καθώς ο Ότο το μοιράζεται με τους άλλους άρρωστους.Ο Χανς,ο εκδότης του, που θέλει δεν θέλει οργανώνει μεγάλη συναυλία στη γενέτειρα του Μότσαρτ,με έργα του φωτεινού συνθέτη παιγμένα ει δυνατόν εμβατηριακά και βαγκνερικά,όπως βολεύει δηλαδή το καθεστώς -που έχει παντού μάτι και αυτί του τη Γκεστάπο-,σαν μια προπαγάνδα ενωτικής αρλούμπας στην οποία  εμπλέκει μέσα στον πανικό του και τον αμφίθυμο ως προς αυτή Στάινερ .Κι άλλοι,ο διευθυντής του σανατορίου,ο παλιός επιστάτης,ο γιος του,οι λογής άρρωστοι,ο Στέφαν,το χωριατόπαιδο βετεράνος του πολέμου και νέος τους επιστάτης,οι εργάτες που μετατρέπουν ένα μέρος του κτηρίου τους σε στρατιωτικό νοσοκομείο και αρκετοί ακόμα.
Τοπικό παράρτημα,όλοι τους,μαριονετών ακούσια και εκούσια-οι πιο πολλοί-,προσκολλημένων στο ρεπερτόριο του τσίρκου του Χίτλερ...

Κυριακή 10 Μαρτίου 1940
Αποφάσισα να το σκάσω για τελευταία φορά και να πιω το φίλτρο μου σ΄ένα πάρκο.Ή στην ακροποταμιά. Κοντολογίς,να μην ψοφήσω εδώ σαν το ποντίκι.

Τρίτη 12 Μαρτίου 1940
Κάποια στιγμή, οι επιθεωρητές βγήκαν έξω.Κρατούσαν τον γιο του επιστάτη απ΄τους αγκώνες.Το πρόσωπό του ήταν ματωμένο,τα μάτια του πρησμένα και μπλαβιά,όπως οι μποξέρ.Το παντελόνι του ήταν βρεγμένο.Δεν είχε μπορέσει να κρατηθεί.Και τότε πρόσεξα ότι δεν ήταν ο μόνος που΄χε  κατουρηθεί πάνω του.

Ο Στάινερ θα μπορέσει να πάει στο Ίνσμπρουκ όπου θα παίξει ενώπιον του Χίτλερ η φιλαρμονική του Ζάλτσμπουργκ.Εκεί θα συμβούν ή δεν θα συμβούν κάποια πράγματα και θα πάρει τις αποφάσεις του για ζωή και θάνατο.Στις ημερολογιακές του αφηγήσεις παρεμβάλει ένα γράμμα προς τον γιο του, ένα δεύτερο και ένα ακόμα μετά.Και αρχίζει να μετρά αντίστροφα όσο πλησιάζει το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ.Οι εξελίξεις που θα έρθουν θα κάνουν το τέλος πιο βέβαιο αλλά και πιο αναγκαίο από ποτέ.Ο Ότο θα αντισταθεί με τον τρόπο του στην πολλαπλή ασχήμια.
Ο Τζερουσάλμι κατευθύνει σε σιωπηλή έξοδο τον ήρωά του,λύτρωση και δικαίωση στην ατομική μα και τόσο συλλογική τραγωδία του και ανεβάζει στη σκηνή,με άφατη μαεστρία,τον αναγνώστη,που ήδη συμπάσχει, νιώθει,λυπάται και χαίρεται.Και φοβάται,πρέπει να φοβηθεί βλέποντας τις ομοιότητες του τρομακτικού τότε με το μίζερο τώρα.Αλλά και να ελπίζει.Γιατί πολλά μπορεί να μην επιτρέψει να ξανασυμβούν. 

Πέμπτη 11 Απριλίου 1940
Επίσκεψη από τον Χανς.Είναι απασχολημένος με τις ετοιμασίες για το Festspiele.Χρειάζεται πάλι βοήθεια στα κείμενα.Οι καινούργιοι υπεύθυνοι του πολιτιστικού τομέα είναι χειρότεροι απ΄τους προηγούμενους.

Το επόμενο φεστιβάλ μυρίζει καμπαρέ για στρατιώτες.Ο Χανς είναι πικραμένος.Και κακοδιάθετος. Προμηθεύεται κι αυτός απ΄τη μαύρη αγορά.Τα μπακάλικα είναι άδεια.Χρειάζεσαι κουπόνια.Δέχτηκα.Όχι  για τον Χανς. Αλλά για να σώσω τον Μότσαρτ,παρ΄όλα αυτά.

Κυριακή 16 Ιουνίου 1940
Το Παρίσι έπεσε.Δεν μπορώ να το πιστέψω.


"Μότσαρτ",
Μπάρμπαρα Κραφτ (1819)


Η υπέροχη,συγκινητική και άρτια τεχνικώς νουβέλα "Να Σώσουμε τον Μότσαρτ",γραμμένη το 2012 με τον τίτλο "Sauver Mozart", εντυπωσιακό πρωτόλειο στα γαλλικά του Ραφαέλ Τζερουσάλμι,που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1954,υπήρξε βετεράνος του ισραηλινού στρατού και εργάζεται στο Τελ Αβίβ σαν βιβλιοπαλαιοπώλης,μόνο τα επαινετικά μας λόγια μπορεί να αποσπάσει.Δίκαια προκάλεσε τόση αίσθηση όταν κυκλοφόρησε.Πρέπει να΄ναι κάποιος πολύ,πάρα πολύ ανόητος και πωρωμένος με διάφορα για να μη δει/νιώσει τη λιτή ομορφιά και βαθιά ανθρωπιά της...
Εύσημα στον εκδοτικό οίκο Μελάνι που τη φέρνει και στο ελληνικό κοινό μεταφρασμένη άψογα δια χειρός Αχιλλέα Κυριακίδη.Πρόκειται για νουβέλα λογοτεχνικό διαμαντάκι που αξίζει κάθε λεπτό ανάγνωσής της,ευρηματική και πολύσημη,γραμμένη με ενάργεια και νηφαλιότητα,έμπνευση και πάθος,λεκτική φινέτσα και θεματικό ήθος,γνώση μουσική και εντιμότητα ιστορική,ένας αντίλογος μη δασκαλίστικος ή μελοδραματικός στην παθητικότητα και στην ανοχή της ατιμίας που δεν έχει εποχή.

Γι αυτούς τους εμφανείς από τις πρώτες σελίδες λόγους δεν χρειάζεται να ειπωθούν περισσότερα.Τα αποσπάσματα και δυο καλές κουβέντες από εκείνον που την προτείνει ,δίχως θεωρητικές και λοιπές περικοκλάδες, είναι υπεραρκετά. 



Σχόλια