"Νύχτα.Το Χαμένο Λιβάδι",Πάνος Σαμαράς


Άρχισα να μιλώ.Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έλεγα.Κάτι για τον χορό του μολυβιού και της αγωνίας.Το ξέρω,οι εχθροί ήρθαν μέσα στα σπίτια μας.Πολεμήσαμε για τη λευτεριά μας.Τη χάσαμε;Αυτό δεν το πίστεψα ποτέ.Εκεί γινόταν άλλο πράμα.Όχι,κανένας δεν μπορεί να φανταστεί έναν πόλεμο.Τη λόγχη να σηκώνεται για να βυθιστεί στα στήθια ενός παλληκαριού.Το πολυβόλο να θερίζει τους ανθρώπους όπως τα σπαρτά το δρεπάνι.Τις οβίδες να σκορπίζουν στον αέρα τις πέτρες και τα ανθρώπινα μέλη.Ένα κεφάλι στον όχτο με τεντωμένα γυάλινα μάτια,έτσι μοναχικό,να  προσπαθεί ν΄ανακαλύψει στον κουρνιαχτό της μάχης μιαν αλήθεια.


απόσπασμα από τη "Νύχτα" ,σελίδα 57

Synthesis V.G.

Τι μ΄έκανε να συνδυάσω σε μια φωτογραφία την απρόσμενα ωραία -απρόσμενα διότι δεν γνώριζα ούτε κατ΄ όνομα τον συγγραφέα άρα και τι είδους κείμενο μπορούσα να περιμένω-,και ευαίσθητη διλογία "Νύχτα.Το Χαμένο Λιβάδι" του Πάνου Σαμαρά με το υπέροχο "Γιάντες" του Γύζη;Δεν ξέρω . Ίσως ο προσωπικός αυτός συσχετισμός να έχει να κάνει με την ομορφιά και τη μελαγχολία που και τα δυο έργα εκπέμπουν .Την εσωτερικότητα και τον  λυγμό των εναλλασσόμενων συναισθημάτων στις σελίδες του ενός,στα χρώματα και τις συγκλονιστικές και πάλλουσες φωτοσκιάσεις του άλλου. Στην αλήθεια των λέξεων και της φοράς του χρωστήρα που δεν εξωραΐστηκαν λεκτικά στη μια περίπτωση οπτικά στην άλλη,για μια εφήμερη αισθητική τέρψη μα κάνουν τον αποδέκτη τους, χρόνια μετά από τότε που του πρωτοδόθηκαν,να περιπλανηθεί στα άδηλα,στα μύχια τους και να φτάσει κατόπιν,με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που του φέρνουν, στα εσώτερα στρώματα του νου και της ψυχής του.Το υποσυνείδητό μας, βλέπετε,μ΄όλα αυτά που προσλαμβάνει καθημερινά δεν σταματά να κρατά και να απορρίπτει,να θυμάται και να ανακαλεί.Να προσθέτει και να αφαιρεί,να ενώνει και να χωρίζει ομορφιά και ασχήμια.Αυτό,υποθέτω,έγινε κι εδώ,μια θριαμβική ένωση συναισθημάτων και σκέψεων.
Κι όμως αγνοούσαμε ως τώρα τον Πάνο Σαμαρά και τα έργα του.Γιατί; Είναι κρίμα,ειλικρινά.Στην  εισαγωγή του Σπύρου Καρυδάκη για τις εκδόσεις Σκαρίφημα που συστήνουν τον Σαμαρά στο ελληνικό κοινό του 21ου αιώνα -και τους χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη γι αυτό-,διαβάζουμε ανάμεσα στα άλλα :Ο Πάνος Σαμαράς,1915-1971,πέρασε λοξά από την ελληνική λογοτεχνία και από τη γενιά του,τη σημαδιακή για τον νεοελληνικό πολιτισμό Γενιά του΄ 30.¹ 
Δεν ήταν ο μόνος,θα πω,που δεν είχε την αναγνώριση που του άξιζε.Η υπέροχη Μέλπω Αξιώτη είναι ένα ακόμα πιο πικρό παράδειγμα και οι λόγοι που τη λησμόνησαν οι ιστορικοί της λογοτεχνίας ίσως να είναι και πιο σύνθετοι.Δεν θέλω να τους σκαλίσω,δεν είμαι σε θέση,είναι στη μέση κι αυτή η δολερή πολιτική τυφλότητα που,φευ,ακόμα βασιλεύει στον έρημο τόπο μας.Ένας λόγος παραπάνω το ότι τότε ήταν οι καιροί πραγματικά δύσκολοι,οι άνθρωποι δεν ήταν απλώς στριμωγμένοι,είχαν πόλεμο και μαζική πείνα και βάσανα ορατά και τρομαχτικά,τόσο που σήμερα το σκληρό -και φυσικά απαράδεκτο σαν οικονομική κατασκευή γενικότερα-, μνημόνιο κι όλη αυτή η διαστρωματωμένη και σε πολλές περιπτώσεις κρυμμένη² φτώχεια να μοιάζει σαν άσκηση ήθους και θάρρους μπροστά τους ³αν και δεν είναι τόσο απλοϊκές οι συγκρίσεις των εποχών.Ποτέ δεν (πρέπει να) είναι.

Ο Πάνος Σαμαράς γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1915,σπούδασε δάσκαλος,διορίστηκε και πρωτοδίδαξε στους Στρόπωνες της Εύβοιας,μέρος δυσπρόσιτο τότε, κατοικούμενο από απλούς ανθρώπους πράγμα που έπαιξε ρόλο στη γραφή και τη χαρακτηρολογία στο έργο του.Στη συνέχεια δίδαξε στην ιδιωτική εκπαίδευση Έγραψε ποίηση ("Χαρακώματα μιας Ζωής", "Απόβροχα","Νιφοβόλι"),διηγήματα ("Η κόρη του Μυλωνά ", θέατρο("Ο Άρχοντας",που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο)και μυθιστορήματα ( "Στον άγνωστο Δρόμο","Στρόβιλος","Στους Τροπικούς", "Χιονοθύελλα","Νύχτα","Το χαμένο Λιβάδι","Το Διάσελο").Πέθανε το 1971.

Ο Σαμαράς  έγραψε τη "Νύχτα" το 1952 και το"Χαμένο Λιβάδι" το 1955 όταν οι πληγές του Β΄ Π.Π., της κατοχής και του εμφυλίου ήταν νωπές.Κι αν αναλογιστούμε-κρίνοντας από το μίσος που ακόμα τροφοδοτείται από ανεγκέφαλους 70 χρόνια μετά-,ότι δεν έχουν κλείσει ακόμα,αντιλαμβανόμαστε πόσο φριχτά ήταν εκείνα τα μαύρα χρόνια και καταλαβαίνουμε,ίσως,και το γιατί πέρασε  ο  φόβος ο τόσο ραγιάδικος για το αύριο και η παθητικότητα μαζί με τη μπαμπεσιά από γενιά σε γενιά και στα 2018 καλά κρατούν σαν νοοτροπίες.Τέλος πάντων επειδή δεν χωράνε πάντα οι δευτερογενείς σκέψεις σε μια βιβλιοκριτική,ας μείνουμε στην ουσία,στο γοητευτικό βιβλίο δηλαδή,στην καλαίσθητη και φιλότιμη έκδοση που ο αναγνώστης δεν πρέπει φοβούμενος τον αριθμό των σελίδων της να χάσει την ευκαιρία να ανακαλύψει το πολύτιμο περιεχόμενό της.Κάποιες λέξεις και φράσεις κλειδιά δίνουν το πλαίσιο:νεαρός στρατιώτης/γνωρίζει περιφερειακά την Αντίσταση/ταξιδεύει μετά την Κατοχή στη Γερμανία/οι πρώην εχθροί.

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:

Στη "Νύχτα" ο ήρωας,ένας νεαρός στρατιώτης του '40 - '41,καταλήγει στην Αθήνα,όπου αγωνίζεται να ξεφύγει από την πείνα,ζει τον πόνο και τον θάνατο των συνανθρώπων του και γνωρίζει περιφερειακά την Αντίσταση.Η καφκική ψυχοσύνθεσή του τον οδηγεί σε μια οδοιπορία, μέσα από τον έρωτα,προς τη συνείδηση.Στο "Χαμένο λιβάδι",ο ίδιος ήρωας ταξιδεύει μετά την Κατοχή στη Γερμανία αναζητώντας αγαπημένα του πρόσωπα, που είχαν μεταφερθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους ναζί. Εκεί ένας άλλος κόσμος ανοίγεται μπροστά του: οι πρώην εχθροί.

Ο νεαρός άνδρας φτάνει κατάκοπος και κουρελιασμένος τον Μάιο του 1941 στην κατοχική Αθήνα μετά από ένα οδοιπορικό που δεν έχει τελειωμό- όπως λέει  αφηγούμενος πρωτοπρόσωπα-,πορεία ζητιανιάς λίγης μπομπότας και λίγου καπνού από χωριό σε χωριό.Περιφέρεται ψάχνοντας στέγη κι ένα κομμάτι ψωμί,τι ψωμί,δεν υπάρχει για τον κοσμάκη ψωμί.Πεινάει,κρυώνει,σέρνει τα βήματά του σε μια Αθήνα φάντασμα που οι κάτοικοί της είναι βυθισμένοι στον ναζιστικό τρόμο κι ούτε λόγος- αν και δεν θα σταματήσει ψάχνει τρόπο,αφού συνέλθει κάπως,να γυρίσει στους δικούς του που δεν έχει ιδέα τι έχουν απογίνει-,να επιχειρήσει τώρα να γυρίσει στη γενέτειρά του στη Θράκη που είναι στα χέρια των Βουλγάρων.Αναζητά έναν παλιό συμπολεμιστή,τον βρίσκει κι αυτός,ο Κώστας,τον αφήνει να κοιμάται στο υπόγειό του με το χωμάτινο πάτωμα στο οποίο τρυπώνει μπουσουλώντας...
Γνωρίζει στη συνέχεια και κάμποσους ακόμα ανθρώπους,συνδέεται μ΄έναν δυο απ΄αυτούς με τρόπο δύσκολο, παντού φόβος και καταχνιά,οι άνθρωποι είναι σε άθλια σωματική και ψυχική κατάσταση, είναι καχύποπτοι, τρομαγμένοι,κι έχουν κάθε λόγο.Συνδέεται στενότερα με μια νεαρή γυναίκα,τη Λουκία, και τον γιο της τον Οδυσσέα που όμως σβήνει από την πείνα και την αρρώστια.Με κάποιους άλλους από μια δουλειά της συμφοράς που βρίσκει.Με την καλόψυχη σπιτονοικοκυρά του δωματίου που με τα πολλά νοικιάζει στην αυλίτσα της και με τη θαρραλέα κόρη της που είναι στην Αντίσταση.

Και, ω του θαύματος, στη ρημαγμένη Αθήνα συναντά ξαφνικά τον αδερφό του τον Αντρέα  που του εξιστορεί τη συμφορά που τους βρήκε στο χωριό και τους ξεκλήρισε.Η μάνα τους,σκιά του εαυτού της με χαμένα τα λογικά της,σώθηκε από τους βούλγαρους ναζήδες και είναι μαζί του μα η υπόλοιπη οικογένεά τους δεν υπάρχει πια.Ο Αντρέας δεν τον αφήνει να τη δει για να μην καταρρεύσει. Αλλά το να δει τη δυστυχισμένη μάνα τους δεν είναι το μοναδικό κακό που μπορεί να τον βρει. Θα τύχουν πολλά στον νεαρό άνδρα και θα τον στιγματίσουν και θα κάνουν το σακί της μνήμης και της ψυχής ασήκωτο.Φίλοι και γνωστοί πεθαίνουν κάθε μέρα,χάνονται,σβήνουν. Φίλοι παραδίνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον κατακτητή και σιωπούν ή ,ακόμα χειρότερα,συνεργάζονται μαζί του.Ο Κώστας, ο συμπολεμιστής του της Αλβανίας.Η Μάγδα,που από παιδιά είχαν δώσει όρκους αγάπης και την ξανασυναντά κι αυτήν μα είναι τώρα μια άλλη Μάγδα.Η καρδιά του γίνεται χίλια κομμάτια από την υποταγή.Η Μάγδα του μιλάει δίχως ενδοιασμούς -και πώς να την κρίνουμε κι εμείς αλλά κι εκείνος τότε με αυστηρότητα σε τέτοιες τραγικές συγκυρίες-,για τον Τζοβάνι και το παιδί που έχει αποκτήσει μαζί του,για τις κονσέρβες και τα ψωμιά που εκείνος φέρνει.Τον καλεί στο δωμάτιο που ο Ιταλός τους έχει.Τι να της πει,πώς να της εξηγήσει γιατί η πείνα για κείνον κι άλλους πολλούς είναι προτιμότερη από την υποταγή...
Η θλίψη τον διαλύει παρασύροντας και τον αναγνώστη που θολώνουν τα μάτια του από δάκρυα, που νιώθει το φαρμάκι του ήρωα να του πνίγει κι εκείνου τον λαιμό καθώς ο Πάνος Σαμαράς απογειώνει το κείμενο με έναν τρόπο ήσυχο,μετρημένο,σοφό,που δεν του λείπει η γλωσσική ομορφιά,η θεματική αξιοπρέπεια,το αφηγηματικό μέτρο,ο τονικός ρυθμός,η άρτια τεχνική.
Σαν να μη του φτάνουν όλα αυτά μαθαίνει ότι η γενναία Λουκία κι άλλες γυναίκες, που τις κρατούν φυλακισμένες οι γερμανοί για συμμετοχή στην αντίσταση, φορτώνονται σαν δεμάτια στο τραίνο για να σταλούν στα στρατόπεδα της Γερμανίας.
Η απελπισία του γίνεται ωκεανός με θεόρατα κύματα καταπάνω του. Παρηγοριά πικρή μα σωτήρια η στιβαρή παρουσία του αδελφού. 

Δυο αεροπλάνα ανακατεύουν τα μαύρα σύννεφα.Ο ήλιος κοντεύει να χαθεί πίσω από το σκοτωμένο, κόκκινο χρώμα. 
Ο Αντρέας μιλάει.Η φωνή του ξεκολλά απ΄ το βάθος της καρδιάς του. 
- Ο Αργύρης,λέει. 
-Έμαθες για τον Αργύρη; 
-Ήρθε μια νοσοκόμα. 
-Σε σένα ήρθε η νοσοκόμα;Την συνάντησα έξω απ΄την πόρτα. 
-Σου μίλησε;Μα δεν σου το είπε,δεν σε γνώριζε εσένα. 
-Τι να μου πει; 
-Τον σκοτώσανε. 
-Τι;;;
-Για τον Αργύρη σου λέω.Σήμερα το πρωί.Στο σκοπευτήριο,με άλλους δέκα.
-Τον σκοτώσανε!...
-Το ένα μάτι του ήταν χυμένο.Χυμένο πάνω στο μάγουλο.Μου το είπε η νοσοκόμα.Την έστειλε εδώ,σε μας,να μας αποχαιρετήσει.
Φίδι φαρμακερό δαγκώνει τα σπλάγχνα μου.Θέλω να φωνάξω,να σκούξω σαν το ζώο που είναι βαριά πληγωμένο.Και δεν έχω φωνή.Θέλω να κλάψω.Και δεν έχω δάκρυα.
Ο Αντρέας μου πιάνει το χέρι.Τρέμει.
-Βλέπεις,μου λέει και τα λόγια του φτάνουν στ΄αυτιά μου από πολύ μακριά.Σου λέω για τον ήλιο. Βασίλεψε.Εκείνο το χρυσάφι στα σύννεφα.Το βλέπεις;
-Ναι,ψιθυρίζω.
Μια μέρα θα απλώσει στην καρδιά μας.Τ΄ακούς;
Δεν απαντώ.Το νοιώθω,δεν μπορώ να αρθρώσω μια λέξη.Γύρω στα μάτια μου σπιθίζουνα αμέτρητα μωβ και κίτρινα αστέρια.Μου έρχεται ίλιγγος.Δαγκώνω τα χείλη μου.Ο Αντρέας εξακολουθεί να μου σφίγγει το χέρι.Λέει: 
-Η νύχτα θα φύγει και θα βγει πάλι ο ήλιος.Όπως στο λιβάδι μας.Θυμάσαι;Πίσω απ΄τον λόφο... 
Κουνώ το κεφάλι.Στα μάτια μου έχει πήξει ένα δάκρυ. 
Τ΄αεροπλάνα σέρνονται πάνω απ΄τις σκεπές των σπιτιών.Πέρα,απ΄το άνοιγμα του δρόμου ορμάει μουγκρίζοντας ο άνεμος.Δέρνει τον νεκρό δρόμο,τα μουγγά σπίτια,τα γυμνά πρόσωπά μας.Τα σύννεφα πυκνώνουν και σκοτεινιάζουν περισσότερο.Η νύχτα προχωρεί με σκληρά βήματα.
Ο αδερφός μου στριμώχνεται κοντά μου.Απλώνει το χέρι του και μ΄αγκαλιάζει.
Σιωπή.
Τ΄αεροπλάνα χάνονται μακριά,στον ορίζοντα.
Πίσω μας ανοίγει η πόρτα.Δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε ποιος είναι.



απόσπασμα από τη "Νύχτα",σσ.275,276

Το κουβάρι της αφήγησης ξετυλίγεται ευρηματικά και με πειθαρχημένο τρόπο από τον Σαμαρά,που δίνει απλόχερα στον αναγνώστη ένα μεγάλο "ποίημα" δίχως συλλαβικά/λυρικά δεκανίκια,γραμμένο σε μορφή πεζού κειμένου με μεστούς διαλόγους που διαβάζοντάς το σοφά δημοσιευμένο σε έναν τόμο ως διλογία,τον βάζει αμέσως στο πετσί του ήρωα και τον κάνει να περνάει κι αυτός από τη μελαγχολία της πρώτης ιστορίας στην αγωνία,την υπόκωφη οργή και τη θλίψη του οδοιπορικού της δεύτερης,συμπάσχοντας και νιώθοντας εντός του την υγρασία των αλωμένων τοπίων,το κρύο,την πίεση,τη δυσφορία,τον ζόφο,την άλλη αντίληψη για το ίδιο κρίσιμο γεγονός και τη δυσπιστία,τις ενοχές (αληθινές ή της ανάγκης)των πρώην εχθρών του που στη χώρα τους αυτά τα χρόνια μετά τον πόλεμο -που αυτοί ξεκίνησαν-,δείχνουν να υποφέρουν τα δικά τους δεινά,θύτες και θύματα των ηγετών αλλά και του μεγαλοϊδεατισμού τους.⁴ 
Μαζί παρακολουθούμε και τον δικό του καταιγισμό τύψεων επειδή άφησε τη Μάγδα όπως την εγκατέλειψε και ο ιταλός αγαπητικός της Κατοχής.Τη δίκαιη οργή αλλά και τη θλίψη του καθώς στο Αμβούργο,όταν χρόνια μετά ψάχνει εκεί τον αδελφό του τον Αντρέα και τη Λουκία,συναντά γερμανούς που έχουν χάσει δικούς τους και στους δυο παγκόσμιους και τους θρηνούν μέρα και νύχτα και σακατεμένους από τον δεύτερο πόλεμο που καθώς παραμερίζει ή βοηθά για να περάσουν με τα αναπηρικά τους καροτσάκια εκείνοι -που μπορεί να στάλθηκαν στην Ελλάδα και να΄ναι αυτοί οι υπαίτιοι της φτώχιας της-,τώρα στην ανημποριά τους του χαμογελούν τόσο ευγενικά.
Διαβάζει στις ψηλές στήλες στις πλατείες των ξαναχτισμένων πάνω στα τραγικά τους ερείπια πόλεων κάτι που ούτε κι αυτό ο νους του μπορεί να χωρέσει ως λογικό γιατί είναι ένας παράλογος στα μάτια του φόρος τιμής για τους δυο φορές πρωταίτιους του ολέθρου :"στα σαράντα χιλιάδες τέκνα αυτής της πόλεως,που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα στον πόλεμο του 1914-18",τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς και ακρωτηριασμένους ανθρώπους μα δεν έγινε μάθημα και δεν εμπόδισε τον δεύτερο να ξεσπάσει και να΄ναι ακόμα χειρότερος.Το δικό του ταξίδι στη μεταπολεμική Γερμανία,που επουλώνει τις πληγές γρήγορα και καλύτερα από την ταπεινούλα Ελλάδα που την τραβάνε και πάλι σαν λάστιχο οι δυνατοί,είναι ψυχοφθόρο αλλά και μια ριπή φωτός στη μαυρισμένη από την οδύνη ψυχή του γιατί η βαθιά του ανθρωπιά τελικά δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ.

-Ο αδερφός μου θα έδινε τη ζωή του για να γυρίσει στην πατρίδα.
-Σας πιστεύω, αλλά...
-Ίσως τον κράτησαν μακριά οι διαδόσεις,είπα.
-Ποιες διαδόσεις;
-Πως στην πατρίδα βασιλεύει η ανελευθερία.
-Αυτό είναι αστείο,είπε ο κ.Λάμπρου.
-Πολύ αστείο,διαβεβαίωσα.

 από το "Χαμένο Λιβάδι",σελίδα 287 

Δάγκωσα τα χείλη μου.Δεν μπορώ να πω ψέματα,δεν τα δάγκωσα από πόνο για τον αδερφό της Ίρμγκαρτ που σκοτώθηκε στον πόλεμο.Εκείνη τη στιγμή δεν είχα καμία ανθρωπιά.Η ιδέα,πως η φροϋλάιν, που περπατούσα μαζί της στα δάση κι ήταν σαν να πορευόμουν στον παράδεισο,ήταν η αδερφή κάποιου,που έζησε στον πόλεμο,με τη στολή της Βέρμαχτ,κάποιου που ίσως να υπηρετούσε στην πατρίδα μου(ποιος να μπορούσε να μου πει πως δεν ήταν αυτός που κρεμούσε στις φτωχές ακακίες τους αδερφούς μου,που έχυσε το μάτι του Αργύρη προτού τον κεντήσουν με τα αυτόματα, που χτύπησε την πόρτα της καλής μου Λουκίας και την πήρε για πάντα μακριά μου;)η ιδέα αυτή με γέμισε φρίκη και σιχασιά.

από το "Χαμένο Λιβάδι",σελίδα 361


Ξαπλώθηκα στο κρεβάτι πιο ήσυχος.
Ο εαυτός μου τώρα μίλησε πιο δυνατά,με χαμόγελο πικρής ειρωνείας.Μου είπε:
-Σε άφησα να κάνεις όπως ήθελες.Όμως είναι ντροπή να μου φέρεσαι έτσι.Πίστεψε,λοιπόν,πως,όταν δεν είναι πόλεμος,οι άνθρωποι είναι ίδιοι σ΄όλες τις χώρες της γης.
-Ιδιοι;έκανα ξαφνιασμένος.Είναι αλήθεια αυτό;
-Μόνος σου το είπες στην Ίρμγκαρτ.Ξυπνούν και πασκίζουν για τη ζωή τους.Γυρίζουν στα πάρκα και συλλογίζονται τις αγάπες τους,νοσταλγούν τις κορφές ή τα λιβάδια,τις μεγάλες πολιτείες ή τη ζωή του ζεστού σπιτιού.

από το "Χαμένο Λιβάδι",σελίδα 383


Ελπίζω από τα αποσπάσματα να  φανερώθηκε κάτι,ένα ελάχιστο κάτι από το ύφος και το ήθος της γραφής του Σαμαρά, τη γλώσσα και την ομορφιά της,το συναίσθημα και την ανθρωπιά εκείνου που ο συγγραφέας διαλέγει να είναι ο ήρωας της αφήγησής του και που είμαστε εν δυνάμει όλοι μας: το αναλώσιμο υλικό στα γυρίσματα/σπαράγματα της Ιστορίας έτσι όπως τη γράφουμε πότε ως θύτες και πάντα σαν θύματα, με αίμα και δάκρυα, παρασυρμένοι από τις εξουσίες.
Σπουδαίο βιβλίο,σπουδαία γραφή.Ακόμα κι όταν διέκρινα -αν λαθεύω στην κρίση αυτή ας μου πει κάποιος που ξέρει περισσότερα,όταν το διαβάσει,πού λάθεψα-,μια μικρή  κόπωση στην εξέλιξη της πλοκής,στις ενέργειες των προσώπων που αποτελούν το γαϊτανάκι της αφήγησης,μια διστακτικότητα που αχνοφαίνεται στη μυθοπλασία για το τι μπορεί να γίνει με τη Μάγδα που δεν χάνεται -και πολύ σωστά-,από την πλοκή,μια βιάση ας πω καλύτερα, στις τελευταίες σελίδες,μια σπουδή να την κλείσει αυτή την ιστορία-βραχνά που διαχειρίστηκε με σύνεση σ΄όλο το μυθιστόρημα και που δεν γίνεται να της δώσει άσχημο αλλά ούτε βέβαια κι έτσι αβίαστα ένα κοινό αίσιο τέλος, ακόμα και τότε λοιπόν η βεβαιότητά μου πως πρόκειται για έργο με μεγάλη λογοτεχνική αξία δεν άλλαξε στο παραμικρό και χαίρομαι που μπορώ το ξεχωριστό αυτό βιβλίο να το προτείνω ανεπιφύλακτα .Του αξίζει και με το παραπάνω κάθε λεπτό που θα του αφιερώσει ο αναγνώστης.



¹Άλλη μια ευκαιρία να θυμίσω εδώ το βιβλίο "Ο Μύθος της Γενιάς του΄30"του πανεπιστημιακού  Δημήτρη Τζιόβα που αν μη τι άλλο βάζει μια σειρά από ενδιαφέροντα και πάντα επίκαιρα στη θεωρία της Λογοτεχνίας ερωτήματα.

²Το ότι ένας άνθρωπος δεν μένει σε τρώγλη δεν σημαίνει ότι έχει πχ και θέρμανση.Ή το ότι έχει ίντερνετ δεν αποδεικνύει ότι είναι πάντα γεμάτο το ψυγείο του ή έχει αγοραστική δύναμη ή δεν χρωστάει ή,χίλια δυο ή.Η νέα φτώχεια αφορά εκατομμύρια ανθρώπους σε ό,τι λέμε/λένε ακόμα Δύση -διότι οι άλλοι είναι τελειωμένοι ήδη-,μα είναι πολύ πιο ατομική,άρα πιο σύνθετη σαν φαινόμενο.

³Γράφει σχετικά ο Καρυδάκης -η εισαγωγή του είναι συν τοις άλλοις μια έτοιμη,δηλαδή που καλύπτει πολλά σημεία,κριτική παρουσίαση-,ότι η λογοτεχνία του Σαμαρά μπορεί να φέρει και σήμερα την ανάταση,τη γνώση και την ελπίδα (σελ.23).

⁴Και δεν μπορεί τότε να μη σκεφτεί ο αναγνώστης τα μείζονα μυθιστορήματα "Ομαδικό Πορτραίτο με μια Κυρία"του Χάινριχ Μπελ και το "Τενεκεδένιο Ταμπούρλο" του Γκύντερ Γκρας που επιχειρούν να δουν τον πολεμικό και μεταπολεμικό κόσμο με τα μάτια του απλού γερμανού,δίχως μίσος μα και δίχως να τον δικαιολογούν, σε καμία περίπτωση.Το αντίθετο...

Σχόλια

  1. Ανώνυμος4/4/18 13:37

    Δελεάστηκα από το κείμενό σας αλλά η τιμή του βιβλίου με απέτρεψε αν το αγοράσω.Είναι πολύ ακριβό. Αν τα βιβλιοπωλεία του κέντρου το βάλουν με ικανοποιητική έκπτωση θα το πάρω.Ως τότε μόνο σε λίστες θα βλέπω τα βιβλία που θέλω να διαβάσω.Κάτι πρέπει να γίνει με τις τιμές των βιβλίων.
    Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μα σας κατανοώ!Μου συμβαίνει το ίδιο,το έχω ξαναπεί όπως ακριβώς μου συμβαίνει: κάνω το σκατό μου παξιμάδι για να αγοράζω βιβλία.Ευτυχώς μου στέλνουν μερικά,έχω αρχίσει να το καλοβλέπω,ας είναι καλά οι φίλοι αυτοί γιατί δεν ζητάνε ως αντάλλαγμα ψεύτικα παινέματα.
      Βέβαια δεν μπορώ να μπω στο θέμα της επιλογής από τον εκδότη αυτής ή της άλλης τιμής. Προφανώς έχουν κόστη και θέματα που δεν τα ξέρω. Απλώς είναι κρίμα να μας αποτρέπει από το διάβασμα τέτοιας κλάσης έργων η αφραγκία που μας δέρνει.Αλλά επειδή δεν βλέπω καλύτερες μέρες στο πολύ εγγύς μέλλον κάντε περικοπές αλλού,δηλαδή δεν σας δίνω εγώ συμβουλές,μην παρεξηγηθώ,απλά,δεν βλέπω πώς αλλιώς...

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος9/4/18 15:11

    Αγαπητή Βιβή πράγματι το κείμενό σου είναι πολύ δελεαστικό, δεν γνώσιζα καν τον συγγραφέα. Με την πρώτη ευκαιρία θα το αγοράσω.
    ευχαριστώ
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωραία,θα περιμένω τις εντυπώσεις σου Σουμέλα,όταν με το καλό το διαβάσεις.Τι άλλα βιβλία διαβάζεις αυτόν τον καιρό;Τι έχετε βάλει στη λέσχη σας;

      Διαγραφή
  3. Μπράβο, Βιβή. Σε ευχαριστώ που με ώθησες να τον ανακαλύψω κι εγώ. (Κοντεύω να τον τελειώσω σε 2 εικοσιτεράωρα
    Μιχάλης Μοδινός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Μιχάλη,δικές μου προς εσένα πρέπει να είναι,και είναι,οι ευχαριστίες σταθερά για τον Ρίτσαρντ Φορντ που εσύ μου τον σύστησες,για τα όχι και λίγα βιβλία που με την εξαιρετική κριτική αρθρογραφία σου μου αποκάλυψες και φυσικά για τα δικά σου υπέροχα μυθιστορήματα.Και αυτό δεν το λέω διόλου τυπικά.Περιμένω την κριτική σου για τον Σαμαρά.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου