"Νυχτερινό Τρένο για την Λισαβόνα",Πασκάλ Μερσιέ/Pascal Mercier, "Nachtzug nach Lissabon"



Τα χρόνια της νιότης μας τα ζούμε σα να'μασταν αθάνατοι. Η γνώση της θνητότητας μας τυλίγει σα μια σερπαντίνα που μόλις κι αγγίζει το δέρμα μας.Πότε,σε ποια φάση της ζωής, αλλάζει αυτή η αίσθηση; Πότε αρχίζει η σερπαντίνα να μας σφίγγει,όλο και πιο γερή,όλο και πιο στενή, ώσπου τελικά μας πνίγει; Πότε αρχίζουμε να νιώθουμε την απαλή αλλά ανυποχώρτητη πίεση που δεν πρόκειται ποτέ πια να λιγοστέψει;Πώς την αναγνωρίζουμε στους άλλους;Και πώς στον ίδιον τον εαυτό μας;




Ο Ράιμουντ Γκρεγκόριους,καθηγητής κλασικών μαθημάτων σ΄ένα λύκειο στη Βέρνη της Ελβετίας , αφοσιωμένος στην επιστήμη και τη δουλειά του που τείνει να γίνει εντελώς το υποκατάστατο τής από χρόνια μοναχικής ζωής του τα παρατάει όλα και παίρνει το πρώτο τρένο που βρίσκει για τη Λισαβόνα,μετά την συνάντησή του με μιαν άγνωστη νεαρή που μιλάει πορτογαλικά και την οποία αποτρέπει να αυτοκτονήσει, γεγονός που τον κάνει να ανατρέψει όλη του την καθημερινότητα.
Η Ειμαρμένη έχει αποφασίσει να χαράξει άλλο δρόμο στη ζωή του Γκρεγκόριους κι αντί για χάρτη και καθορισμένο μονοπάτι τού στέλνει μια επίδοξη αυτόχειρα κι ένα βιβλίο στα πορτογαλικά με τίτλο "Ένας Χρυσοχόος των Λέξεων" που βρίσκει σ΄ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της πόλης. Συγγραφέας του ο Αμαντέου ντε Πράντου που ο φιλομαθής Γκρεγκόριους ξαφνικά επιθυμεί διακαώς να βρει τα ίχνη του (και -κι ας μη το συνειδητοποιεί εξαρχής-, να αλλάξει μέσα απ΄αυτόν,να δώσει νέο περίγραμμα  στις δικές του αχνές ως τότε πατημασιές στον κόσμο).
Ο τυπικός και σοβαρός καθηγητής που εκτός από φιλολογικές περγαμηνές κουβαλάει σαν ασήκωτο σακί με σκάρτη πραμάτεια έναν γάμο που η θύμησή του και μόνο τον πικραίνει πάρα πολύ,άχαρος εμφανισιακά και σκουριασμένος πια μεσόκοπος,κάνει σχεδόν στα καλά του καθουμένου την πρώτη αποκοτιά της βουτηγμένης στη ρουτίνα ζωής του και αρχίζει μιαν έξοχη και συγκινητική,γοητευτική χιμαιρική αναζήτηση χωρίς καλά καλά να ξέρει κι ο ίδιος το πλαίσιο και τα όριά της.
Η Λισαβόνα είναι ο δικός του ονειρικός προορισμός,η Ιθάκη του.Εκεί ο εσωστρεφής Γκρεγκόριους ωθούμενος από την απρόσμενη πυροδότηση της ίδιας του της αντίδρασης στη συσσωρευμένη (κατα)πίεση που τον κρατούσε εγκλωβισμένο σε δειλή σοβαρότητα δεκαετίες ολόκληρες αρχίζει, μ΄ένα πορτογαλικό λεξικό ανά χείρας και επιστρατεύοντας τα λατινικά και ελληνικά που γνωρίζει, να ακολουθεί τα ίχνη αυτού του Αμαντέου ντε Πράντου,ενός πολύ ξεχωριστού -όπως αποδεικνύεται λίγο λίγο-, και ιδιαίτερα ευφυούς ανθρώπου που το δημιουργικό πέρασμά του έχει αφήσει βαθιά ίχνη στην τοπική κοινωνία που έζησε.Ο Γκρεγκόριους θα συναντήσει πολλούς και θα καταφέρει να τους κάνει να μιλήσουν για τον Πράντου,για την Πορτογαλία μιας περασμένης μα που δεν ξεθώριασε στις μνήμες τους εποχής , την καταπίεση και την αντίσταση,τον έρωτα,το χρέος,την τιμή. Ανάμεσα στους ανθρώπους που συναντά και του μιλούν με αγάπη και δέος για τον Πράντου  είναι η ογδόνταχρονη πια αδελφή του που κρατάει το σπίτι και το ιατρείο του σαν εκείνος να μην έχει πεθάνει αρνούμενη να περάσει στο εδώ και τώρα της ζωής,ο παλιός συναγωνιστής του,η κόρη της αγαπημένης και κάμποσα ακόμα σημαντικά και κομβικά για τη μυθοπλασία πρόσωπα που προσθέτουν ενδιαφέρον και σασπένς στην αναζήτηση.
Ο βασικός ήρωας του Μερσιέ ,ο Γκρεγκόριους,περνάει με εξαιρετικό αφηγηματικό βηματισμό που δεν χάνει τον ρυθμό του σε κανένα σημείο της ιστορίας,λίγο πιο πίσω για να συστήσει ο συγγραφέας στο κοινό έναν υπέροχο ιδεαλιστή,απ΄αυτούς που συναντάμε ενίοτε στις ζωές μας και δεν ξεχνάμε ποτέ:τον Αμαντέους ντε Πράντου που αφηνόμαστε -μέσα από τα μάτια του εντυπωσιασμένου και θαρρείς ξαναγεννημένου ελβετού καθηγητή-,στη μαγεία της πορείας του που πια παρακολουθούμε βήμα βήμα:εκείνη του χαρισματικού γιατρού,ποιητή, ουμανιστή και δημοκράτη αγωνιστή που οι συγκυρίες κάποια στιγμή τον φέρνουν μπροστά σ΄ένα δίλημμα τρομακτικό:να φανεί πιστός στον ιατρικό του όρκο και να σώσει τη ζωή του δικτάτορα Σαλαζάρ που η μοίρα φέρνει τραυματισμένο μπροστά του,στο έλεός του,ή να απαλλάξει -δίχως να το χρεωθεί κανείς άλλος-,τον πορτογαλικό λαό από τον δυνάστη του μια και καλή;Όλο αυτό σαν εμπειρία,συναισθήματα,πίεση από τους άλλους -είτε είναι η αδελφή,είτε οι συναγωνιστές,είτε κάποια παλιά αγαπημένη-,το ζει με τη σειρά του ο μελαγχολικός Γκρεγκόριους μέσα από το βιβλίο στο εκπληκτικό οδοιπορικό του στην πανέμορφη, φτωχική πάντα, μετασαλαζαρική Λισαβόνα μα και ο αναγνώστης μέσα απ΄ αυτόν.



Γιατί τους ανθρώπους δεν τους κοιτάζουμε σα να 'ταν σπίτια, δέντρα,άστρα.Τους ανθρώπους τους κοιτάζουμε προσδοκώντας να έρθουμε σ'επαφή μαζί τους με συγκεκριμένο τρόπο και να τους μεταμορφώσουμε έτσι σε κομμάτια του δικού μας εσωτερικού κόσμου.Η φαντασία μας τους κόβει και τους ράβει για να ταιριάζουν με τις επιθυμίες και τις ελπίδες μας ή αντίθετα,για να επιβεβαιώνουν τους φόβους και τις προκαταλήψεις μας.Δεν καταφέρνουμε να φτάσουμε σίγουροι κι απροκατάληπτοι ούτε καν στα εξωτερικά όρια ενός Άλλου.Καθ' οδόν το βλέμμα μας ξεστρατίζει και θολώνει από τους πόθους και τα φαντάσματα του νου,που μας σφραγίζουν με την ιδιάιτερη, απαραγνώριστη ταυτότητητά μας, που μας κάνουν να είμαστε αυτοί ακριβώς που είμαστε .



Ο Πασκάλ Μερσιέ(ψευδώνυμο του Ελβετού καθηγητή φιλοσοφίας Peter Bieri που υπογράφει το άρτιο αυτό μυθιστόρημα),μπορεί να είναι πολύ περήφανος για το μυθιστόρημά του γιατί είναι από τις λίγες φορές που για ένα βιβλίο ομονοοούν τόσοι,κριτικοί και αναγνώστες κάθε επιπέδου,από τους πιο απαιτητικούς μέχρι τους λιγότερο εστέτ.Δικαίως μπεστσέλερ και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες το "Νυχτερινό Τρένο για την Λισαβόνα" απευθύνεται στον καθένα μας με το μέτρο και τη σοφία με την οποία γράφτηκε,την απαράμιλλη γοητεία του σαν ένα καθ΄όλα σύγχρονο, φιλοσοφικό, εθιστικό, page turner μυθιστόρημα,που εκτός από αισθητική απόλαυση προσφέρει θεματική δράση, και μελετημένες ,λεπτές αφορμές για περισυλλογή και σκέψη με δεκάδες ωραία ερωτήματα που απλά και εκλαϊκευμένα βάζει ο Μερσιέ  δίχως να υπονομεύσει την πλοκή αυτή καθαυτή και το μυστήριό της με κάλπικη σοβαροφάνεια ή εφετζίδικες περιφερειακές διηγήσεις και εμπλοκές πολλών χαρακτήρων.


Το γερμανικό εξώφυλλο πιάνει χρωματικά τη μελαγχολία του περιεχομένου και θα το προτιμούσα αν δεν ήταν αναγκαίο το ελληνικό να ανταποκρίνεται στη λογική μιας εικόνας που παρμένη από την πετυχημένη ομότιτλη (και σε πολλά σημεία διαφοροποιημένη από το βιβλίο) ταινία σπρώχνει το βιβλίο,θέλω να ελπίζω,σε ακόμα περισσότερους αναγνώστες. Βέβαια πιστεύω ότι σπάνια μια ταινία, όσο καλή κι αν είναι, αντικαθιστά το βιβλίο στο οποίο βασίζεται, πάντα είναι ένα άλλο καλλιτεχνικό έργο κι αυτό άλλωστε θεωρώ και πιο σωστό σαν αντίληψη,μα τέλος πάντων.
Ως προς όλα τα υπόλοιπα η ελληνική έκδοση του 2013 από τις εκδόσεις Ψυχογιός που εδώ και καιρό έχουν μπει δυναμικά και στην καλή,μεταφρασμένη λογοτεχνία (Άτγουντ, Μουρακάμι, Έκο, Φράνζεν κά),είναι φροντισμένη και η μετάφραση της έμπειρης Μαρίας Αγγελίδου ομοίως.

Σχόλια

  1. Εξαιρετικό βιβλίο. Δυστυχώς δεν συναντάμε συχνά τέτοια βιβλία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ, αγαπητή Κίκα.Το συζητήσαμε και στη λέσχη Degas και δεν υπήρξε ούτε ένα αρνητικό σχόλιο,για το παραμικρό.Μακάρι να γράφονται πιο συχνά τέτοια ευρηματικά,πλήρη από κάθε άποψη μυθιστορήματα,μη ελιτίστικα κι όμως φιλοσοφημένα,έντιμα και μαζί τόσο γοητευτικά.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου