"Τα Πλούτη μας",Καουτέρ Αντιμί/Adimi Kaouther,"Nos Richesses"

   Αλγέρι,2017
  Μόλις φτάσετε στο Αλγέρι,θα πρέπει να πάρετε τους ανηφορικούς δρόμους, να τους ανεβείτε και μετά να τους κατεβείτε.Θα πέσετε στην Ντιντούς Μουράντ με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες,δυο βήματα από μια γέφυρα που τη μοιράζονται αυτόχειρες και ερωτευμένοι.
  Κατεβείτε κι άλλο,απομακρυνθείτε από τα καφενεία και τα μπιστρό,τα μαγαζιά που πουλάνε ρούχα,τις αγορές φρούτων και λαχανικών, γρήγορα, συνεχίστε χωρίς να σταματήσετε,στρίψτε αριστερά,χαμογελάστε στον γέρο ανθοπώλη,γείρτε για λίγο την πλάτη σας πάνω σ΄έναν εκατόχρονο φοίνικα, μην πιστέψετε τον αστυφύλακα που θα σας πει ότι απαγορεύεται,τρέξετε πίσω από μια καρδερίνα μαζί μ΄ένα τσούρμο πιτσιρίκια,και καταλήξτε στην πλατεία Εμίρ Αμπντελκαντέρ.Μπορεί να μην προσέξετε το Milk Bar έτσι αόρατα σχεδόν που είναι,στο φως της μέρας,τα γράμματα της πρόσφατα ανακαινισμένης πρόσοψης:το πολύ ανοιχτό μπλε του ουρανού και ο εκτυφλωτικός ήλιος μπερδεύουν τα γράμματα. Θα παρατηρήσετε παιδιά να σκαρφαλώνουν στο βάθρο του αγάλματος του εμίρη Αμπντελκαντέρ χαμογελώντας πλατιά, ποζάροντας για τους γονείς που τα φωτογραφίζουν κι ύστερα σπεύδουν να ανεβάσουν τις φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα.Ένας άντρας θα καπνίζει στο κατώφλι μιας πόρτας διαβάζoντας την εφημερίδα του.Θα πρέπει να τον χαιρετήσετε και ν΄ ανταλλάξετε μαζί του δυο ευγενικές κουβέντες πριν κάνετε μεταβολή και ξαναπάρετε τον ίδιο δρόμο,χωρίς να ξεχάσετε να ρίξετε μια ματιά στο πλάι:η ασημόχρωμη θάλασσα που στραφταλίζει,τα κρωξίματα των γλάρων, το μπλε και πάλι,άσπρο σχεδόν. Θα πρέπει να ακολουθήσετε τον ουρανό,να ξεχάσετε τα ωσμανικά κτίρια και να περάσετε δίπλα από το Αερο-αμπιτά,έναν τσιμεντένιο όγκο πάνω απ΄ την πόλη.
  Θα είστε μόνος,γιατί πρέπει να είστε μόνος για να χαθείτε και να τα δείτε όλα.Υπάρχουν πόλεις, ανάμεσά τους και τούτη,στις οποίες οποιαδήποτε συντροφιά είναι βάρος.Με τα χέρια στις τσέπες,την καρδιά σφιγμένη,εδώ το σεργιάνι μοιάζει με περιπλάνηση. 
  Θα σκαρφαλώσετε τους δρόμους,θα σπρώξετε βαριές ξύλινες πόρτες που δεν είναι ποτέ κλειδωμένες,θα χαϊδέψετε τα σημάδια που άφησαν στους τοίχους σφαίρες που θέρισαν συνδικαλιστές,καλλιτέχνες, στρατιωτικούς,δασκάλους,ανώνυμους,παιδιά.Αιώνες τώρα,ο ήλιος ανεβαίνει πάνω από τις ταράτσες στο Αλγέρι και,αιώνες τώρα,δολοφονούμε πάνω στις ίδιες αυτές ταράτσες.
  Καθίστε λίγο σ΄ένα από τα σκαλιά της Κάσμπα.Ακούστε τους νέους να παίζουν μπάντζο, νιώστε τις γριές πίσω από τα κλειστά παράθυρα,κοιτάξτε τα παιδιά να παίζουν με μια γάτα με κομμένη ουρά.Και το γαλάζιο πάνω από τα κεφάλια και κάτω στα πόδια σας,το γαλάζιο του ουρανού που βουτάει μέσα στο γαλάζιο της θάλασσας,μια ελαιώδης κηλίδα που απλώνεται μέχρι το άπειρο. Που  δεν το βλέπουμε πια,παρά τους ποιητές που θέλουν να μας πείσουν ότι ο ουρανός και η θάλασσα είναι μια παλέτα χρωμάτων,έτοιμα να στολιστούν με ρόδινο, κίτρινο, μαύρο.
  Ξεχάστε πως οι δρόμοι είναι ποτισμένοι από κόκκινο,πως αυτό το κόκκινο δεν ξεπλύθηκε και πως,κάθε μέρα,τα βήματά μας βουλιάζουν όλο και πιο πολύ μέσα του.Την αυγή,όταν τα αυτοκίνητα δεν έχουν ακόμα πλημμυρίσει και την τελευταία αρτηρία της πόλης,μπορούμε ν΄ ακούσουμε βόμβες να σκάνε πέρα μακριά.
  Εσείς,όμως,θα πάρετε τα σοκάκια που βρίσκονται κατάντικρυ στον ήλιο,έτσι δεν είναι;Ώσπου να φτάσετε στην οδό Χαμανί,την πρώην οδό Σαρράς.Θα ψάξετε τον αριθμό 2Β,που θα δυσκολευτείτε να τον βρείτε επειδή κάποιοι αριθμοί δεν υπάρχουν πια.Θα σταθείτε μπροστά στην επιγραφή μιας βιτρίνας:Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο.Μπροστά στην Ιστορία,τη μεγάλη,αυτήν που συγκλόνισε τον κόσμο,αλλά και τη μικρή,αυτήν ενός ανθρώπου, του Εντμόν Σαρλό,που,το 1936,στα είκοσι ένα του χρόνια,άνοιξε τη δανειστική βιβλιοθήκη Τα Αληθινά Πλούτη.
  

(σελίδες 11,12,13)

Τα πλούτη μας


"Τα Αληθινά Πλούτη" ήταν το όνομα που έδωσε ο νεαρός Εντμόν Σαρλό στο μεγάλο του όνειρο ζωής όταν το είδε να παίρνει σάρκα και οστά το 1936 στο Αλγέρι στα πέτρινα χρόνια της γαλλικής κυριαρχίας στην Αλγερία.Ποιο ήταν αυτό το αγνό και μαζί φιλόδοξο και γεμάτο φως όνειρο του ιδεαλιστή Εντμόν;Ήταν ένα αλλιώτικο βιβλιοπωλείο στην καρδιά του μεσοπολεμικού Αλγεριού,ένας χώρος που κι εκείνος αλλά και ο πατέρας του τον οραματίζονταν παράλληλα εκδοτικό οίκο και δανειστική βιβλιοθήκη κι όχι μονάχα, ιδού τα λόγια τους:και δεν θα είναι απλώς εμπορικό κατάστημα αλλά και τόπος συναντήσεων και ανάγνωσης. Ένας τόπος φιλίας, κατά κάποιον τρόπο,αλλά με μια μεσογειακή πινελιά:να προσελκύει συγγραφείς και αναγνώστες απ΄όλες τις χώρες της Μεσογείου,χωρίς διακρίσεις γλώσσας και θρησκείας,ανθρώπους από εδώ,απ΄αυτή τη γη,απ΄αυτή τη θάλασσα,να αντιταχθούμε κυρίως στους αλγεριανιστές!Να πάμε πιο πέρα!¹

Η γαλλόφωνη αλγερινή (γεννημένη το 1986 στο Αλγέρι)συγγραφέας Καουτέρ Αντιμί 80 χρόνια μετά τιμά,με το παραπάνω και είναι αξιέπαινη πρωτίστως γι αυτό,τη μνήμη του Edmond Charlot , σημαντικού ανθρώπου των γαλλικών γραμμάτων του 20ού αιώνα και πρώτου εκδότη του Αλμπέρ Καμύ,με το μικρό σε έκταση αλλά πυκνό σε περιεχόμενο, μετρημένο και σοφό ως προς το ύφος του, προσεγμένο στη διατύπωση και μπολιασμένο με αγάπη για τον άνθρωπο ² ακόμα κι όταν η αφήγηση μελανών κομματιών της ιστορίας του στα διάφορα μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη φορτίζει το κλίμα, γενναιόδωρο σε εικόνες και συναισθήματα και εν τέλει ξεκάθαρα έντιμο στις προθέσεις και στο δια ταύτα μυθιστόρημά της-το τρίτο δικό της-,με τίτλο "Nos Richesses", το οποίο μετέφρασε στα ελληνικά η Έφη Κορομηλά για τις εκδόσεις Πόλις.

Nos richesses par Adimi
https://www.babelio.com/livres/Adimi-Nos-richesses/959601


Η συγγραφική τεχνική της Αντιμί εδώ-δεν ξέρω τι κάνει στα άλλα της έργα που κι αυτά θα το επικροτούσα  να μεταφραστούν κάποια στιγμή διότι την βρήκα ενδιαφέρουσα και αξιόλογη-,δεν είναι καινούργια ή αδοκίμαστη.Πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου δεν ρισκάρει με επισφαλείς μετανεωτερισμούς- στην εποχή κιόλας του απόλυτου μετά στην Τέχνη γενικότερα τι άραγε θα ορίζαμε εδώ και τώρα ως νεωτερισμό-,να αφηγηθεί μια μη εξ ολοκλήρου επινοημένη ιστορία που έχει έναν διπλό ευγενικό σκοπό,την απότιση  φόρου τιμής στον Εντμόν Σαρλό αλλά και τους εκατοντάδες ανώνυμους Αλγερινούς που σφαγιάστηκαν από τους Γάλλους επειδή θέλησαν  ελεύθερη την πατρίδα τους. Η Αντιμί συνθέτει με σύνεση και άνεση ασφαλείς τρόπους γραφής -το ημερολόγιο για παράδειγμα του Σαρλό, που εκείνη κατασκευάζει μέσα από την έρευνά της,την εναλλαγή της αφηγηματικής σκυτάλης ανάμεσα σε περισσότερα του ενός πρόσωπα με την ίδια ενδοδιηγητικό,  αφανή σε σύγκριση με τη δράση των άλλων χαρακτήρων του βιβλίου μα παντογνώστη αφηγητή, την καλά μελετημένη παλινδρόμηση στον αφηγηματικό χρόνο (από το 1930 στο 1960,στο 1990 και 2017 και ξανά) και τις εγκιβωτισμένες ιστορίες τις βαλμένες επιδέξια σε σημεία που δεν μπλοκάρουν την ροή-,και έτσι επανεισάγει στο ευρύ κοινό αποκαθαρμένη,απομυθοποιημένη μα όχι κενή,την ιστορική αλήθεια της περιόδου που (και) η Αλγερία ήταν αποικία των Γάλλων.
Αυτή η δοκιμασμένη,παλιά και καλή τεχνική της καθαρής αφήγησης του κεντρικού ενός ή των πολλών περιφερειακών μα κρίσιμων γεγονότων που έχουν εγγραφεί σαν συλλογική ιστορική μνήμη σε έναν συγκεκριμένο και εγνωσμένο χωροχρόνο αναδεικνύει έντιμα το θέμα ,που είναι η Αλγερία ή αν θέλετε η Αλγερία του Εντμόν Σαρλό και μ΄  αυτήν την μέθοδο η Αντιμί οικοδομεί έξυπνα το μυθιστόρημά της,ως εξής:αρχίζει με έναν ιντριγκαδόρικο μα όχι φλύαρο πρόλογο,περνά στο κυρίως σώμα που είναι πολυφωνικό τόσο όσο να μην κουράζει και με μέτρο εμπλουτισμένο με ιστορίες για τον ή του Σαρλό και του περιβάλλοντός του,για τον ή του τελευταίου φύλακα της βιβλιοθήκης, τον γέρο Αμπνταλλά,για τον ή του Ρυάντ,του νεαρού Παριζιάνου μηχανικού που έρχεται να κάνει την σπουδαστική του πρακτική στο παλιό  βιβλιοπωλείο δίχως να ξέρει ή να αντιλαμβάνεται την βαρύτητα της ιστορίας του και μιας σειράς άλλων προσώπων λιγότερο ή περισσότερο κομβικών για την όλη σύνθεση και τέλος γράφει έναν μεστό επίλογο που ενισχύεται αισθητικά και σημειολογικά με το πάντα ελκυστικό στοιχείο της επανάληψης ⁵που σαν σχήμα φιλοξενεί και εδώ το υφέρπον συναίσθημα ταύτισης και κατανόησης και της αδιόρατης μελαγχολίας από την αίσθηση του μάταιου αν και όχι άδικα σπαταλημένου ιδανικού, μια βεντάλια τελικά συναισθημάτων που η Αντιμί θέλησε και πέτυχε εξαρχής να προκαλέσει  στον αναγνώστη και να τον κρατήσει στην ατμόσφαιρά τους.
Αποτέλεσμα;Μια ολοκληρωμένη και συμμετρική αφήγηση από την Καουτέρ Αντιμί με μόλις τα βασικά υλικά σε λελογισμένες δόσεις:⁴την  Ιστορία,τoν Άνθρωπο και την Ειμαρμένη κατά κύριο λόγο και οπωσδήποτε και την αγάπη για την πατρίδα της και τις γνώσεις της για τη Λογοτεχνία της γλώσσας στην οποία γράφει.Ένα δίχως θεματικά συγχωροχάρτια μα και εφετζίδικα αφηγηματικά σχήματα καθ΄όλα σύγχρονο και τίμιο-το ξαναλέω-,ιστορικό κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα που μπορεί να μην φτάνει το επίπεδο ενός Ε.Λ.Ντοκτόροου μα είναι βάλσαμο για εκείνους ειδικά τους αναγνώστες- ανάμεσα στους πολλούς στους οποίους σίγουρα φτάνει το βιβλίο σαν προϊόν της μαζικής κουλτούρας των καιρών μας -,που δεν αρκούνται στην βιτρίνα των λέξεων μα ψάχνουν και πίσω απ΄αυτές.Τι;Tον Άνθρωπο,απλά τον άνθρωπο στη ζωντανή ή  ξεχασμένη συλλογική του Ιστορία.


¹Έτσι όμορφα και μαζί απλά και καθαρά ξεκινά η αφήγηση και αξίζει να επισημανθεί ότι κλείνει με ένα αντίστοιχης έκτασης και ύφους κομμάτι αποθεώνοντας τη συμμετρία της γραφής,αναγκαίο δομικό στοιχείο για μια σύγχρονη μη αμιγώς εμπορική λογοτεχνία που όμως θέλει να φτάνει σ΄ένα πραγματικά πλατύ αλλ΄όχι συγκυριακό και ακαλλιέργητο αναγνωστικό κοινό.

² Απόσπασμα από τη σελίδα 33

³Η επιθυμία για μια ουμανιστική λογοτεχνία με κάνει να στηλιτεύω την  γραφή εκείνη-όσο σπουδαία και να θεωρείται ή πράγματι είναι-,που ξεχειλίζει από μίσος,που δεν δείχνει στον σημερινό άνθρωπο, δίχως ψευτοδιδακτισμούς,δρόμους προς το φως που του αξίζει,δρόμους που έχουν ήδη χαραχτεί,που υπάρχουν.

⁴Αν και συχνές οι αναφορές στον Αλμπέρ Καμύ δεν γίνονται δεκανίκι της αφήγησης κι είναι κι αυτό δείγμα της ωριμότητας της Καουτέρ Αντιμί.


Αλγέρι,2017

Θα πάτε στα Αληθινά Πλούτη,έτσι δεν είναι;Θα πάρετε τα ανηφορικά σοκάκια,θα τα κατεβείτε και θα τα ξανανεβείτε.Θα προσπαθείτε να φυλαχτείτε από τον δυνατό ήλιο.Θα αποφύγετε την οδό Ντιντούς Μουράντ,πάντα γεμάτη κόσμο,με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες,δυο βήματα από μια γέφυρα που τη μοιράζονται αυτόχειρες και ερωτευμένοι.
(σελίδα 197)




Χρήσιμοι σύνδεσμοι:


Σχόλια

  1. Άρης4/6/18 01:06

    Έχεις συχνά εκφράσει δυσαρέσκεια για τα οπισθόφυλλα.Στην αγορά αυτού του βιβλίου για μένα έπαιξε θετικό ρόλο και αν δεν έχεις αντίρρηση το αναρτώ συμπληρωματικό της εύστοχης ανάλυσής σου.Αν δεν το θέλεις μπορείς απλώς να το σβήσεις.

    Η Καουτέρ Αντιμί, που έκανε αίσθηση με τα δύο πρώτα μυθιστορήματά της, γεννημένη στο Αλγέρι το 1986, θέλησε, με "Τα πλούτη μας", να δώσει για την πόλη της μια εικόνα που αντιστρατεύεται τις συνήθεις αναπαραστάσεις της. Η νεαρή μυθιστοριογράφος βαδίζει στους δρόμους του Αλγερίου, όπου δεν σταματάει να βρέχει, και αποτυπώνει τη μελαγχολία και το πένθος της για μια παλιότερη εποχή, όταν η λογοτεχνία έβρισκε εύφορο έδαφος για να ανθίσει.

    Η Αλγερινή συγγραφέας, Παριζιάνα πλέον από το 2008, περπατώντας στην οδό Χαμανί, πέφτει πάνω σε ένα πολύ μικρό κατάστημα, παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αλγερίας. Στη βιτρίνα αυτού που εξακολουθεί να αποκαλείται "Βιβλιοπωλείο Τα Αληθινά Πλούτη", μπορούμε και σήμερα να διαβάσουμε το έμβλημα που χάραξε, το 1936, ο εκδότης και συγγραφέας Edmond Charlot (1915-2004). "Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο". Μαγεμένη από την ιστορία του χώρου, θλιμμένη για τη λήθη στην οποία φαίνεται να έχει πέσει, η Αντιμί τον καθιστά σύμβολο της υποχώρησης του πολιτισμού προς όφελος των αποκλειστικά κερδοσκοπικών επιδιώξεων. Αν έκλεινε αυτός ο χώρος, σκέφτεται η συγγραφέας, σίγουρα θα μετατρεπόταν σε κατάστημα με λουκουμάδες. Θα ζητούσαν από έναν νεαρό να καθαρίσει τα πάντα και να ξεφορτωθεί τα βιβλία, σβήνοντας και τα τελευταία σημάδια μιας ένδοξης ιστορίας.

    Η Αντιμί αναβιώνει τη μνήμη εκείνου που ήταν ο πρώτος εκδότης του Αλμπέρ Καμύ και που αφιέρωσε τη ζωή του στο "να εκδίδει, να συλλέγει, να κάνει το κοινό να ανακαλύπτει, να δημιουργεί δεσμούς μέσα από τις τέχνες".

    Επινοεί τα προσωπικά σημειωματάρια του Charlot, ζωντανεύει τους ενθουσιασμούς και τις δυσκολίες του, τη μοναξιά του ως εκδότη, αλλά και την αγάπη του για τις συλλογικές προσπάθειες. Η Αντιμί αποδίδει δικαιοσύνη στο Αλγέρι, την πόλη της, και ψάλλει έναν ύμνο -ας ελπίσουμε, όχι νεκρώσιμο- σε όλους όσοι επιχειρούν να μεταδώσουν στους άλλους την αγάπη τους για τη λογοτεχνία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό είναι μια χαρά αγαπητέ Άρη και γιατί να το σβήσω.Αλλά έχω άδικο να γκρινιάζω;Πες μου,ειλικρινά,εσύ τα βρίσκεις σχετικά και σοβαρά στην πλειοψηφία τους;

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου