"Ημερολόγιο ενός Επαρχιακού Εφημερίου",Ζωρζ Μπερνανός




Τον Ζωρζ Μπερνανός τον χρωστάω κυριολεκτικά στην Μέριλιν Ρόμπινσον,¹λαμπρή συγγραφέα και πνευματικό μέγεθος που ως τώρα δεν με απογοήτευσε.Η αμερικανίδα συγγραφέας στην "Γκίλιαντ", το magnum opus της,μνημονεύει με φανερή και δικαιολογημένη,κατά τη γνώμη μου,εκτίμηση τον γάλλο ομότεχνο και ομοϊδεάτη της,δείχνει να τον έχει μελετήσει καλά και σε κάθε περίπτωση βάζει τον (δεκτικό σε διακειμενικές προτροπές και εν γένει υποψιασμένο ως άνθρωπο) αναγνώστη της να αναζητήσει το βιβλίο του εκείνο στο οποίο αναφέρεται,που δεν είναι άλλο από το εξαιρετικό,υψηλής αισθητικής,αρκετά ρηξικέλευθο ακόμα για την τολμηρή -στον χώρο τουλάχιστον της τέχνης-, εποχή που εκδόθηκε (στη μεσοπολεμική Γαλλία τού για ολόκληρη την Ευρώπη σκληρού και προάγγελου πολλών κακών 1936) και δύσκολο -αν θέλουμε,και πρέπει,να είμαστε ειλικρινείς-, στην προσέγγισή του "Ημερολόγιο ενός Επαρχιακού Εφημερίου". 
Όταν λέω δύσκολο δεν εννοώ μη αναγνώσιμο,κάθε άλλο.Το βιβλίο του χριστιανού Μπερνανός είναι πεντακάθαρο, η πλοκή και η ροή της το ίδιο,το χτίσιμο των ευάριθμων χαρακτήρων ξέχειλο πλην αρμονικό στη σύνθεσή του από θετικά στη βάση τους συναισθήματα με μια ντοστογιεφσκική θα τολμούσα να πω αγάπη/αγωνία/αναζήτηση για το πάσχον,το χειραγωγούμενο ή αν προτιμάτε το ξεστρατισμένο από την αγάπη του Θεού ανθρώπινο υποκείμενο.Το κείμενο είναι βαθιά χριστιανικό με τον πιο προοδευτικό,πλατύ,έντιμο και ευφυή τρόπο που μπορεί να φανταστεί (και να θελήσει) ο αναγνώστης του ανατρεπτικού αν και φορτωμένου με πολέμους 20ού και του οπισθοδρομικού ,ως τώρα,και ζοφερού 21ου αιώνα.Οι διάλογοι είναι κι αυτοί διαυγείς και τρομερά ενδιαφέροντες, τολμηροί και ευθείς σε όλα όσα θίγουν και εν τέλει συγκινητικοί μα δίχως ίχνος πιασιάρικου και φτηνού μελοδραματισμού και βέβαια το δυνατό σημείο/στοιχείο του βιβλίου είναι οι χαρακτήρες και ειδικά ο κεντρικός ήρωας,ο νεαρός επαρχιακός εφημέριος του Αμπρικούρ, απρόσμενα καλός, απρόσμενα ιδανικός, απρόσμενα και μαζί ευεργετικά γιατί σε κάνει να σκεφτείς ότι ακόμα κι όταν πέφτεις ηθελημένα ή όχι και ξεπέφτεις ηθικά ακούσια ή συνειδητά η ελπίδα δεν χάνεται είτε πιστεύεις στον Θεό των χριστιανών είτε όχι,είτε αφήνεσαι σαν κι εκείνον στη δύναμή Του είτε τον αρνείσαι(ίσως γιατί η αγάπη Του,αυτή η ίδια που σου ζήτησε να δίνεις και να παίρνεις,σε τρομάζει περισσότερο από το ίδιο το Κακό...).
Όλα αυτά και άλλα προτερήματα και μόνο προτερήματα τα υποστηρίζουν, θαρρώ, οι μεταφράσεις του στα ελληνικά και η πρώτη της Ελένης Σεμερτζίδου για τις εκδόσεις Γρηγόρη το 2008 και οπωσδήποτε εκείνη της Ιφιγένειας Μποτουροπούλου για τις εκδόσεις Πόλις το 2017.



Το ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου



Το "Ημερολόγιο ενός Επαρχιακού Εφημέριου'"παρουσιάζεται σαν μια εφιαλτική πινακοθήκη προσώπων,καθένα από τα οποία,σε μια δεδομένη στιγμή,προδίδει όχι μόνο τα αισθήματα του ήρωα, του νεαρού επαρχιακού εφημέριου του Αμπρικούρ, αλλά και την υπερφυσική μοίρα του κάθε πλάσματος ...Μόνο το χέρι της θείας Χάριτος έχει την εξουσία να ανοίξει ρωγμές στα αόρατα τείχη που οι άνθρωποι χτίζουν μέσα τους ...Το υπερφυσικό χάρισμα του νεαρού ιερέα είναι να αναγκάσει τις ψυχές των ενοριτών του,στη μικρή γαλλική επαρχία του Αμπρικούρ,να παραιτηθούν από τις προφυλάξεις,με τις οποίες έχουν περιφράξει την ζωή τους,και να σταθούν απέναντι στην προοπτική της σωτηρίας τους.Εξού και οι συγκρούσεις που οριοθετούν το "Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου" που δεν είναι παρά εκδηλώσεις συγκεκριμένες της Χάριτος,έτσι όπως πρακτικά αυτή εφαρμόζεται.


Στο μυθιστόρημα,ο κόσμος της φύσης και της θείας Χάριτος δεν βρίσκονται σε ουσιαστική σύγκρουση ο ένας με τον άλλο,αλλά εργάζονται μέσα από ένα πνεύμα αρμονίας,για να φτάσουν στην πλήρη συμφιλίωσή τους.Είναι κόσμοι συνεργίας και συναλληλίας που κινούνται οριακά και,στο τέλος, τελειώνονται.Ο ιερέας του Αμπρικούρ, στο τέλος της σύντομης ζωής του, αφήνεται ολοκληρωτικά στη θεία βούληση και αντιμετωπίζει τον θάνατο με μια παιδική εμπιστοσύνη προς την Πατρική θέληση, μέσα από μια υπερλογική ελπίδα και ευσπλαχνική συμφιλίωση με τον εαυτό του.Η ιεροσύνη θα αποτελέσει το μέσο βίωσης του πεπρωμένου του ως εξιλαστήριου θύματος και συνάμα ως λυτρωτή των άλλων.

(από το οπισθόφυλλο της έκδοσης Γρηγόρη)










Προλεγόμενα του Gilles Philippe
Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέρου
Σημειώσεις
Στο περιθώριο
Σημείωμα του Philipp Le Touze
Χρονολόγιο του Gilles Bernanos
Επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη



Η ζωή και η σταδιοδρομία του Ζωρζ Μπερνανός (1888-1948) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "περιπετειώδεις".Μαθητής σε σχολείο Ιησουιτών,πτυχιούχος Νομικής και Φιλολογίας, μέλος της Action francaise,ξεκίνησε ως δημοσιογράφος εφημερίδας φιλομοναρχική .Πολέμησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο,εμπειρία που τον σημάδεψε δια βίου· παντρεύτηκε μια απόγονο της Ζαν ντ' Αρκ και απέκτησε έξι παιδιά.Οικονομικά προβλήματα αλλά και λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να ζήσει σε διάφορα μέρη στον Νότο της Γαλλίας,στην Πάλμα της Μαγιόρκας και, αργότερα,στη Βραζιλία. Το 1930,ήδη διάσημος συγγραφέας των μυθιστορημάτων Sous le soleil de Satan (1926) και La Joie (βραβείο Femina 1929),διακόπτει τις σχέσεις του με την Άκρα Δεξιά.Ασκεί κριτική κατά του κομφορμισμού των καθολικών κύκλων και λίγο αργότερα θα υπερασπιστεί τους Ισπανούς Δημοκρατικούς,που αγωνίζονται κατά του Φράνκο,μέσα από μια σειρά πολιτικών άρθρων. Θα επανέλθει στη λογοτεχνία με το Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου το 1936· ακολουθούν σημαντικά έργα,τα οποία έγραψε επηρεασμένος από τον Ισπανικό Εμφύλιο (Grands Cimetieres sous la lune),και που θα εκδοθούν αργότερα.Σε όλη τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται στη Βραζιλία,αρθρογραφώντας κατά της κυβέρνησης δωσίλογων του Βισύ,και παίρνοντας θέση υπέρ του Ντε Γκωλ και της γαλλικής Αντίστασης.Με πρόσκληση του Ντε Γκωλ θα επιστρέψει, τελικά,το 1945 στη Γαλλία.Θα αρνηθεί δύο φορές το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής καθώς και την είσοδό του στη Γαλλική Ακαδημία, προκειμένου να κρατήσει την ανεξαρτησία του ως συγγραφέα.Πεθαίνει το 1948 και οι Ισπανοί δημοκράτες,μεταξύ των οποίων και πολυάριθμοι κομμουνιστές,θα σκεπάσουν το φέρετρό του με τη σημαία τους,σε ανάμνηση των Grands Cimetieres sour la lune.


(βιβλιονέτ)


Ο ήρωας του Μπερνανός, εφημέριος σε ένα μικρό χωριό της Γαλλίας, είναι η εικόνα της ταπείνωσης, της θυσίας, του μαρτυρίου. Θύμα της αφέλειας και του αδύναμου χαρακτήρα του, βαριά άρρωστος -η ασθένειά του θα τον οδηγήσει σύντομα στον θάνατο-, δεν κατορθώνει σχεδόν ποτέ να πράξει το σωστό, παρά τον θερμό ζήλο του και την ένταση της πίστης του. Το μικρόβιο της απελπισίας, που τον μολύνει, τον κάνει να φοβάται ότι θα χάσει αυτή την πίστη. Επιπλέον, απειλείται από ισχυρούς εχθρούς: από τον κυνισμό της αριστοκρατίας, την αδιαντροπιά μιας νεαρής γυναίκας, την απόλυτη φτώχεια του. Το μόνο που μπορεί να αντιτάξει ο νεαρός εφημέριος σε όλα αυτά είναι η πηγαία αγάπη του και η ελπίδα του στη χάρη του Θεού.

Το Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου έχει μεταφραστεί και κυκλοφορήσει σε είκοσι εφτά χώρες, τιμήθηκε το 1936 με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας και κατατάσσεται μεταξύ των σημαντικότερων έργων της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Έχει μεταφερθεί αριστουργηματικά στον κινηματογράφο από τον Ρομπέρ Μπρεσόν.

Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από πρόλογο,αναλυτικό χρονολόγιο και εκτενείς σημειώσεις από την έκδοση της Pleiade, και επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη. 



( εκδόσεις Πόλις)


Από το δικό μου μπιλιέτο δεν θα μπορούσε να λείπει η πλήρης,η τόσο άμεση και προσωπική-και γι αυτό την ξεχώρισα αλλά και επειδή με εκφράζει απόλυτα γιατί λέει δίχως πολυλογίες αυτά για την Ρόμπινσον,τον Πεντζίκη κά που θα συνέδεα με τις άλλες σκέψεις μου σ΄ένα εκτενέστερο άρθρο που θα έγραφα και που τελικά δεν το κατάφερα-,κριτική προσέγγιση του Σταύρου Ζουμπουλάκη (Καθημερινή 8 /1/2018).Μερικές ή μάλλον πολλές φορές έτσι όπως διαμορφώνεται η κριτικογραφία στην Ελλάδα τώρα-προσωπικά είμαι πολύ προβληματισμένη και ελάχιστα αισιόδοξη-,όταν δεν υπάρχει κάτι δηλαδή πραγματικά καινούργιο και π ο ι ο τ ι κ ό να πούμε για ένα βιβλίο είναι εντιμότερο και πρακτικά απείρως πιο σωστό να προβάλουμε τα κείμενα εκείνων που με 700,800 λέξεις είπαν τα πάντα.
Όπως καλή ώρα έκανε για το αριστούργημα του Μπερνανός ο Σταύρος Ζουμπουλάκης,να΄ναι καλά.(Καθημερινή 8 /1/2018)
Ε​​κδόθηκε επιτέλους στα ελληνικά (Πόλις 2017) το μυθιστόρημα του Ζορζ Μπερνανός «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936).Μολονότι έχει ξαναμεταφραστεί στη γλώσσα μας,μπορούμε να λογαριάζουμε τούτη τη νέα μετάφραση ως πρώτη ουσιαστικά.Πρόκειται για αριστούργημα.Αν με έβαζαν με το στανιό να καταρτίσω έναν κατάλογο με τα καλύτερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα,όσο περιορισμένο αριθμό και αν μου έθεταν ως ανώτατο όριο –τα καλύτερα δέκα,ας πούμε,ή ακόμη και τα καλύτερα πέντε–,θα το συμπεριελάμβανα χωρίς δισταγμό.Τι είναι,αλήθεια,εκείνο που κάνει πραγματικά μεγάλο τούτο το μυθιστόρημα,στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτε,αλλά απλώς ένας αδέξιος και ατάλαντος παπάς καταγράφει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σε μια πληκτική ενορία ενός ασήμαντου χωριού της Γαλλίας;Η δική μου απάντηση,πέραν βέβαια από τη μεγάλη εκφραστική δύναμη με την οποία είναι γραμμένο –αλλιώς δεν γίνεται λόγος για λογοτεχνία– θα στρεφόταν προς το συγκλονιστικό πρόσωπο του κεντρικού ήρωα που κατάφερε να πλάσει ο Μπερνανός.΄Οποιος διαβάσει το μυθιστόρημα η μορφή του ανώνυμου και άρρωστου ιερέα του Αμπρικούρ θα τον συνοδεύει για πάντα,θα σφηνωθεί στην ψυχή και στη σκέψη του.Τι μας μένει από τα μεγάλα μυθιστορήματα;Τα πρόσωπά τους.Ξεχνάμε πολλά γεγονότα της πλοκής,αλλά τα κεντρικά πρόσωπα, τα πρόσωπα που μας συγκίνησαν, τα θυμόμαστε πάντα. Μέσα από αυτά γνωρίζουμε και ζυγίζουμε τον εαυτό μας, μέσα από αυτά καταλαβαίνουμε, όσο γίνεται να καταλάβουμε, τη ζωή και τον κόσμο.



Το μυθιστόρημα δεν είναι μουσική,δεν υπάρχει ερήμην των ιδεών και του περιεχομένου του.Ο χριστιανός αναγνώστης του «Ημερολογίου» θα βρει χωρίς αμφιβολία στις σελίδες του πολλά από εκείνα που απασχολούν τη συνείδησή του, τα οποία ο άμοιρος χριστιανικής ευαισθησίας και παιδείας –δεν λέω πίστης–μπορεί να τα προσπεράσει.Οι αναγνωστικές απώλειες του μη χριστιανού αναγνώστη θα είναι οπωσδήποτε πολλές.Το «Ημερολόγιο» όμως,όπως και κάθε μεγάλο μυθιστόρημα, υπερβαίνει τα ιδεολογικά και ιστορικά όρια, τόσο τα δικά του όσο και των αναγνωστών του.Ο κόσμος μέσα στον οποίο παλεύει ο εφημέριος είναι ο δικός μας (και παντοτινός) κόσμος της δύναμης,του κακού, του κυνισμού,της ιδιοτέλειας,του ατομικού συμφέροντος, της νύχτας και της λάσπης.Ο Θεός έχει εξοριστεί από τη ζωή και την ψυχή ακόμη και εκείνων που τυπικά βρίσκονται στην υπηρεσία του.Σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο ο ιερέας ζει τις αγωνίες και τα διλήμματά του,τα τραύματα,τους φόβους και τις ελπίδες του,το σθένος και την ασθένειά του.



Ο Μπερνανός είναι ένας από τους μεγάλους Καθολικούς συγγραφείς της Γαλλίας του εικοστού αιώνα, όπως ο Πεγκί,ο Κλοντέλ,ο Μοριάκ.Μπορούμε να προσθέσουμε τον Λεόν Μπλουά (πέθανε το 1917) και τον Ισμάν (πέθανε το 1907).Αν προχωρήσουμε οπισθοβατικά προς τον 19ο και ακόμη πιο πίσω,ο αριθμός αυξάνει.Μεγάλοι συγγραφείς,το έργο των οποίων διαποτίζεται από τη χριστιανική πίστη,τις αγωνίες και τις αμφιβολίες της, τις συγκρούσεις της,την ειρήνη και την ταραχή της. Τέτοιας λογής και μεγέθους χριστιανούς συγγραφείς έχουν όλες οι ευρωπαϊκές λογοτεχνίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Υπάρχουν μέχρι σήμερα (βλ. Μέριλιν Ρόμπινσον),αλλά διαρκώς λιγότεροι πια.Οι χριστιανοί αυτοί συγγραφείς ανήκουν σε όλες τις χριστιανικές ομολογίες, είναι Ορθόδοξοι (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι), Καθολικοί, Προτεστάντες.



Η παραπάνω απλή διαπίστωση ισχύει άραγε εξίσου και για τη νεοελληνική λογοτεχνία;Ποιοι είναι οι κατεξοχήν χριστιανοί συγγραφείς μας του 19ου και του 20ού αιώνα;Ποιοι μας έρχονται με το πρώτο στον νου,όταν τίθεται μια τέτοια ερώτηση;Ο Παπαδιαμάντης,ο Παπατσώνης και ο Πεντζίκης.Δεν αναφέρω τον Σαραντάρη,γιατί στην ποίησή του-δεν κάνω λόγο εδώ για δοκιμιογράφους και στοχαστές- το χριστιανικό περιεχόμενο είναι μάλλον αφανές.Κανείς λοιπόν από αυτούς τους κατεξοχήν χριστιανούς συγγραφείς δεν έχει μεταφυσική αγωνία,εσωτερικά διλήμματα, κανένας δεν θέτει τα μεγάλα θεολογικά ή ηθικά ζητήματα.Ο χριστιανισμός του Παπαδιαμάντη είναι λατρευτικός, έχει ως πυρήνα του τη λατρεία του Θεού από τη μικρή κοινότητα των πενήτων,κατά τον ετήσιο λειτουργικό κύκλο.Τα παγανιστικά στοιχεία του νεοελληνικού λαϊκού χριστιανισμού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται αλλά σαγηνεύουν κιόλας.΄Οποιος θέλει να δει έκτυπη τη διαφορά του κόσμου του Μπερνανός από τον κόσμο του Παπαδιαμάντη,ας συγκρίνει μόνο τον επαρχιακό εφημέριο(και πολλούς άλλους ιερείς των μυθιστορημάτων του) με τους ιερείς του Παπαδιαμάντη.Του Πεντζίκη ο χριστιανισμός,με κύρια εξαίρεση το έργο «Ο πεθαμένος και η Ανάσταση» (1944),είναι συναξαριακός και αγιολογικός, αισθητικός,και από ένα σημείο και πέρα μια θεολογική ασυναρτησία.Του Παπατσώνη επίσης ο χριστιανισμός,παρά τη βαθιά Καθολική αγωγή και παιδεία του, ήταν και αυτός κυρίως εορτολογικός και λειτουργικός,με τόνο δοξολογικό.Μόνη εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα υπήρξε ο Γιώργος Θεοτοκάς («Ασθενείς και Οδοιπόροι», 1964, «Οι καμπάνες», 1970), γεγονός που οφείλεται προφανώς στο ότι μεταστράφηκε στον χριστιανισμό σε ώριμη ηλικία,έπειτα από προσωπική αγωνία και αναζήτηση. Το όνομα του Θεοτοκά πάντως δεν είναι από τα πρώτα που θα μας έρθουν στον νου,όταν έχουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε,γιατί δεν τον συνδέουμε πρωτίστως με τον χριστιανισμό, αλλά με άλλα ρεύματα και επιδιώξεις.

Η απουσία τέτοιων χριστιανών συγγραφέων από τη λογοτεχνία μας,σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες,είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξη,διότι ο χριστιανισμός κοινωνικά άντεξε και αντέχει περισσότερο στην Ελλάδα από όσο στις άλλες δυτικές χώρες.Δεν θα αποπειραθούμε εδώ να εξηγήσουμε το γεγονός – δεν έχουμε άλλωστε πρόχειρη και σίγουρη εξήγηση. 

Σκέφτομαι πάντως πως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί, αφενός, στον τρόπο με τον οποίο έζησε και εξακολουθεί να ζει τον χριστιανισμό της η ελληνική κοινωνία –είναι κάτι παραπάνω για αυτήν ο χριστιανισμός από εορτές,ακολουθίες και θρησκευτικά έθιμα;– και αφετέρου, στην απουσία ενός ουσιαστικού χριστιανικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού, με τον οποίο να μπορούσε να συνομιλεί η λογοτεχνία.

(οι τονισμένες επισημάνσεις είναι δικές μου)


¹Εξάλλου τι άλλο ήξερα εκείνο τον καιρό πέρα από γραφές,και πράγματα παπαδίστικα και παράσιτα; Και τι άλλο αγαπούσα;Υπήρχε ένα βιβλίο που είχαν διαβάσει πολλοί εκείνο τον καιρό,το Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου.Ήταν ενός Γάλλου συγγραφέα,του Μπερνανός.Ένιωσα μεγάλη συμπόνια για τον άνθρωπο αυτό,αλλά ο Μπάουτον είπε,"Ήταν το ποτό".Είπε,"ο Κύριος χρειαζόταν απλά κάποιον καταλληλότερο για τη θέση αυτή".Με θυμάμαι όλη νύχτα να διαβάζω το βιβλίο πλάι στο ραδιόφωνο, μέχρι που να σταματήσουν όλοι οι σταθμοί το πρόγραμμά τους,και εγώ να συνεχίζω ακόμα ίσαμε το ξημέρωμα.

(απόσπασμα από τη "Γκίλιαντ"της Μέριλιν Ρόμπινσον,σελ.62,εκδ.Εν Πλω,2010)

Σχόλια

  1. Πάντα βρίσκω πράματα στους στοχασμούς του Ζουμπουλάκη. Και φυσικά στις δικές σου προτάσεις. Ήδη, μου έδωσες δυο πολύ καλές ιδέες ανάγνωσης. Καλή Κυριακή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν ξέρω σε τι φάση βρίσκεσαι αγαπητή Κατερίνα-καμιά φορά δεν ταιριάζει η στιγμή μας με το βιβλίο που μας τραβάτην προσοχή-,αλλά βάλε οπωσδήποτε στη λίστα σου Μπερνανός και Ρόμπινσον.Δεν είναι ιδεοληπτικά κολλημένοι και θα βρεις πολύ φιλοσοφημένες διατυπώσεις που τις βάζουν με εξαιρετικό τρόπο στο στόμα των ηρώων που έχουν χτίσει .
      Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου