"Η Πρώτη Φλέβα",Γιάννης Μακριδάκης



Η λογοτεχνία των νοοτροπιών στην ελληνική της εκδοχή;

Το ότι η λογοτεχνία του Γιάννη Μακριδάκη είναι γενικότερα πολιτική το λέει και ο ίδιος συχνά και το διαπιστώνει κι ο αναγνώστης των βιβλίων του,ότι πράγματι έτσι είναι,πολιτική λογοτεχνία κατά τρόπο πολυσχιδή και ανεξάρτητο.Ο συγγραφέας, που ζυμώνεται πολύ με τον βιβλιόφιλο κόσμο και διατυπώνει δίχως μεσοβέζικες κουβέντες τα πιστεύω του,είναι τρομερά δημοφιλής -σε πείσμα των υπερφίαλων ομότεχνών του που δεν σταυρώνουν αναγνώστη παρά τη συνεχή και μη συγκρουσιακή επικοινωνιακή υπερέκθεσή τους -,και έχει κάνει δημιουργικά άνω κάτω κοινό και κριτική¹ ουκ ολίγες φορές καθώς ανήκει στους λογοτέχνες εκείνους που η παραγωγικότητά τους-ας σημειωθεί πως ως τώρα εκδίδει κάθε χρόνο-,² και η αμείωτη αυτή δημοφιλία δεν έχουν επηρεάσει την ποιότητα της γραφής του και επίσης δεν μείωσαν το διαλεκτικό άνοιγμα της πολιτικής αυτής σκέψης του προς τον κόσμο. Η "Πρώτη Φλέβα" είναι μια ακόμα μεστή ανθρωποκεντρική πολιτική αφήγηση για την οποία έχω και πάλι καλά και μόνον καλά λόγια να πω. 

Είχα χαρακτηρίσει παλιότερα τον Γιάννη Μακριδάκη ως τον κατ΄εξοχήν εκπρόσωπο ενός κράματος μυθιστορίας που τότε το έλεγα μόνιμο μυθιστόρημα ³ αλλά στην πορεία άρχισα να το λέω, στις συζητήσεις που κάνουμε πχ στις λέσχες ανάγνωσης,σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα της νοοτροπίας ή των νοοτροπιών,όρο παρμένο από την Ιστοριογραφία ο οποίος εκφράζει πιο καλά το σκεπτικό μου και νοηματικά είναι πιο πλήρης και σωστός.Τι εννοώ λέγοντας νοοτροπιών -καμία σχέση με την ηθογραφία και μετα-ηθογραφία που αχνοφάνηκε στη νεότερη ελληνική πεζογραφία-, και πώς σχημάτισα αυτή την άποψη περί θεματικής κατά κύριο λόγο συνέχειας των έργων του, που έχουν δηλαδή ως οδηγό μια δυνατή κεντρική ιδέα, διαφορετική βέβαια το καθένα,μα επειδή συνήθως εστιάζουν καλειδοσκοπικά γραμμένα μέσω ενός τις περισσότερες φορές κύριου χαρακτήρα στην ίδια σταθερά;Την αλληλεπίδραση του εγώ,του είναι ενός ανθρώπου/ανθρώπινου υποκειμένου με τη φύση, με τον κόσμο,όπως τον αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις και τη διάνοιά του,στη διάρκεια της ζωής του καθώς αυτή τρέχει συχνά δίχως να τον ρωτά,να δομείται και να αποδομείται γύρω του,απέναντί του,πολλές φορές,και σίγουρα και εντός του; 
Να σας πω και σας ευχαριστώ αν το σκεφτείτε και θελήσετε να το συζητήσουμε από το μπλογκ σαν μια προτεινόμενη θεωρητική προσέγγιση.
Κατ΄αρχάς δεν ξέρω αν υπάρχει τυπικά τέτοιο είδος,μυθιστόρημα νοοτροπίας ή νοοτροπιών-,άρα αν στέκει ο όρος τεχνικά ή υπερβάλλω εφευρίσκοντάς τον,προκειμένου να μοιραστώ σκέψεις μου -, αλλά από τον Μακριδάκη κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο του άσχετα από το αν και πόσο μου αρέσει σε απόλυτα προσωπικό επίπεδο και αν το θεωρώ πάντα καλή πρωτίστως λογοτεχνία (μα το θεωρώ, είναι),αποκομίζω την ίδια εκείνη πάνω κάτω γλυκόπικρη αίσθηση που μου αφήνει κι ο συγχωρεμένος ο Φίλιπ Ροθ που έζησε και έγραψε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τις υπέροχα απλές και βαθιά ανθρώπινες ιστορίες του: και οι δυο θέτουν -κι άλλοι συγγραφείς ίσως,δεν έχω διαβάσει τους πάντες, εννοείται-,σε αυτόνομες αφηγήσεις με τη δική τους αρχή,μέση,τέλος καθεμιά ,άπειρους στοχασμούς  για την ζωή ενός ήρωά τους σε συγκεκριμένο περιβάλλον και σε συνάρτηση με τις κοινωνικές συμπεριφορές και όλων των άλλων γύρω του·συμπεριφορές, νοοτροπίες, δράσεις, αντιδράσεις κτλ που είναι κάθε φορά,αυτό το πάσχον ανθρώπινο υποκείμενο,το με πολλές περσόνες άτομο,ο ανώνυμος χάρτινος Άτλαντας που σηκώνει στις πλάτες του μικρά ή μεγάλα κομμάτια της ιστορίας του καιρού και του τόπου του,έτσι όπως αυτή γράφεται/εγγράφεται/καταγράφεται σαν συλλογική, σαν άθροισμα αποτελούμενο από τις ατομικές των πολλών μέσα στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι κάθε συγκυρίας, άσχετα αν και κατά πόσο μπορεί να μοιάζουν ή να διαφέρουν στα σημεία και σε ποια,μεταφερμένες από τον ταλαντούχο συγγραφέα που τις ταξιδεύει στο λογοτεχνικό σύμπαν-είτε είναι ο Ροθ είτε ο Μακριδάκης,προς Θεού δεν τους συγκρίνω βέβαια-,σαν διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα, φτιαγμένα από νήμα παρμένο από το κουβάρι της ατομικής και μαζί κοινής ζωής των κοινωνικών ομάδων από καταβολής ανθρωπότητας σε μια νοερή αλλά και αληθινή ιστορική υπερεθνική και τοπική,σαφώς ταξική αλλά και με πολλά ακόμα χαρακτηριστικά διελκυστίνδα.
Όλο αυτό σαν κοσμοθεώρηση δεν είναι κάτι νεωτερικό πια.Οι σπουδαίοι γάλλοι ιστορικοί Le Goff και Duby -για να σας δώσω ένα παράδειγμα-, μελετώντας σε βάθος τις λαϊκές συμπεριφορές μέσα στα οικονομικά όμως και τα κοινωνικά πλαίσια των εποχών που στρέφουν την έρευνά τους έχουν από πολλά χρόνια καθιερώσει την Ιστορία των νοοτροπιών ή με απλά λόγια την Ιστορία που δεν γράφεται μόνο από τα πάνω -κατασκευασμένα, επικά, διδακτικά,κτλ-,αλλά και από την βάση,τον ίδιο τον κόσμο στην και με την αέναη και πολύπλευρη όσμωσή του.Τους πολλούς.Αυτούς που στέλνονται στις κρεατομηχανές των πολέμων ας πούμε ή σε περιόδους ειρήνης δουλεύουν,καταναλώνουν κτλ κτλ,χειραγωγούνται με απλά λόγια για την κερδοφορία των ίδιων πάντα ισχυρών,ο νοών νοείτω.
Ενώ παρατηρώ λοιπόν αυτή την ωραία συνέχεια της θεματολογίας του σαν ένα στοιχείο,συνήθειο ή χούι συγγραφικό-πείτε το  όπως θέλετε-,βλέπω ότι στην "Πρώτη Φλέβα" δεν υπάρχει, καθώς εδώ φτάνει-από άλλη πάντως αφετηρία,γιατί δεν καταγράφει μόνον μα και επινοεί,  συμπληρώνοντας τις όποιες μαρτυρίες έχει με μυθοπλασία που δένει εξαιρετικά με την πληροφορία -, στην αποτύπωση της σπαρακτικής ατμόσφαιρας ενός παλιότερου,αμιγώς καταγραφικού βιβλίου του, εκείνο με τίτλο "Συρματένιοι Ξεσυρματένιοι" που σας προτείνω ανεπιφύλακτα όπως και όλα του τα βιβλία ,για να πω την αλήθεια.

"Εγώ ταξίδευα στην Αφρική, ταξίδευα στην Αυστραλία. Ο έρωτας δεν είναι μόνο σαρκικός, είναι και πνευματικός. Ήτανε το μυαλό μου αλλού πάντα. Πάντα. Έλεγα άντε να τελειώσει, να φύγει. Κι όλες οι γυναίκες αυτό λέγανε. Δηλαδή της δουλειάς οι γυναίκες. Αυτό σκεφτόντουσαν και αυτό λέγανε. Αυτό κάνανε. Γιατί, ήξερε αυτός πού είναι εμένα το μυαλό μου; Όλοι οι άντρες που πάνε για αγοραίο έρωτα δεν το ξέρουνε ότι η γυναίκα δεν πρόκειται να ανταποκριθεί; Εν γνώσει τους πάνε. Δεν είναι η γυναίκα τους ή η γκόμενά τους. Βέβαια το μυαλό μου εμένα μπορεί να ταξίδευε, αλλά σαν αγγούρι δεν ήμουνα ποτέ. Διότι εντάξει, στο κάτω κάτω ο άνθρωπος έδινε τα λεφτά του."

Ένας ναυτικός και μια πόρνη αφηγούνται ιστορίες από τις ζωές τους. Ο προβολέας του συγγραφέα τους φωτίζει εναλλάξ. Η Λόλα βρέθηκε να δουλεύει στην Ντάπια των Χανίων από τη δεκαετία του '60 έως και τη δεκαετία του '80. Ο Γιώργης ταξίδευε το ίδιο διάστημα από την Ιαπωνία μέχρι τη Βραζιλία και είχε περιστασιακές σχέσεις με πόρνες.Οι δυο τους εξιστορούν φουρτούνες και απαγωγές, αρραβώνες και βαφτίσια, αυτοκτονίες και έρωτες. Μέσα από τις αφηγήσεις τους διαφαίνεται μια ολόκληρη εποχή, αλλά κυρίως η κανονικότητα της ζωής στα βαπόρια, στα λιμάνια και στα "σπίτια". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Στην "Πρώτη Φλέβα"ο Μακριδάκης χρησιμοποιεί σαν αφηγηματικό του πρόσχημα τις ζωές δυο ανθρώπων ,ενός ναυτικού και μιας πόρνης,οι οποίες κυλάνε στις δεκαετίες που η ανήκουσα εις την Δύσιν Ελλάς αρχίζει να αλλάζει δραματικά και να περνά από μια κατάσταση σε μιαν άλλη δίχως να δημιουργείται από καμία κυβέρνηση η παραμικρή σοβαρή υποδομή,η θωράκιση για το μέλλον που έχει ήδη φανεί κι έρχεται καλπάζοντας.Χαμηλών τόνων,συγκινητική κι ενδιαφέρουσα,μετρημένα και σοφά γραμμένη η νουβέλα του αυτή με την ωραία γλώσσα με την οποία ως μαέστρος των λέξεων ενορχηστρώνει άψογα το τέμπο της ανάλογα με τον αφηγητή που κάθε φορά βγάζει μπροστά σαν κομπέρ για να εξιστορεί εκείνα που ο ίδιος στην πραγματικότητα θέλει να μοιραστεί,να καταγγείλει, να βγάλει από την ψυχή και τον νου του,μικρή σε αριθμό σελίδων -όπως μας έχει συνηθίσει-,πυκνή όμως σε περιεχόμενο και απλωμένη ευρηματικά σε μεγάλη χρονική έκταση,σε δεκαετίες ολόκληρες, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη,ειδικά όποιον ως τώρα τον έχει παρακολουθήσει συστηματικά και περιμένει,έχοντας μάθει στον καταιγιστικό μακριδάκειο -τον λογοτεχνικό,και όχι μόνον-,λόγο περί ανάγκης επιστροφής στη φυσική ζωή,κάτι ανάλογο, όμως όχι, στην "Πρώτη Φλέβα" οι άνθρωποι οι πιο απλοί,οι πιο δακτυλοδεικτούμενοι από νοικοκυραίους και αστούς είναι που περνάνε σε πρώτο πλάνο.
Αν θέλει ο αναγνώστης θα το δει αυτό -δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν το διέκριναν όλοι όσοι το διάβασαν,είναι τόσο φανερό το πολιτικό  υπόβαθρο-,και δεν θα τον βλάψει να σκεφτεί κριτικά για τις αιτίες και την απαρχή πολλών από τα κακώς κείμενα.Αν πάλι έχει μπουχτίσει -δεν τον κατηγορώ-, από τις θεωρίες και τις αναλύσεις και το μόνο που θέλει είναι να διαβάζει όμορφα βιβλία για να περνά καλά και δίχως εμβαθύνσεις,τότε ας αρκεστεί στην ωραία γλώσσα,την καλή τεχνική,τη συμμετρία και οικονομία του λόγου,το εύρος της σκέψης,την ανάπτυξη της κεντρικής ιδέας κτλ,όμως ο Μακριδάκης δεν είναι μόνον αυτά.
Στην εποχή της επιβεβλημένης αποθέωσης του εφήμερου και της παραλογοτεχνίας ο Μακριδάκης, με τις ατέλειες και τις αρετές του τις λογοτεχνικές συνυπολογισμένες με αυστηρότητα και προσοχή στο σύνολο του έργου του,είναι ένα συγγραφικό φαινόμενο που θεωρώ πως αξίζει να προσεγγιστεί κάποια στιγμή και με άλλους όρους εκτός από τους στενά αναγνωστικούς. 
Είναι εκείνος ο συγγραφέας που περισσότερο από κάθε άλλον στην νεότερη ελληνική εκδοτική σκηνή μετατρέπει σε καλή -κι αυτό είναι το σημαντικότερο-,λογοτεχνία για το ευρύ κοινό τις μικρές και μεγάλες ιστορίες νοοτροπιών της πολιτικο/οικονομικο/κοινωνικής επικαιρότητας με τα θέματά του εμπνευσμένα από το κούμπωμα που κάνει το ένα με το άλλο, καθώς προστίθενται στην ίδια αλυσίδα σαν ιστορίες προσώπων με διαφορετικά ονόματα κάθε φορά αλλά που στην ουσία είναι ένα: ο μέσος πολίτης του 20ού και του 21ου αιώνα  που δεινοπαθεί (και)από τις ιδιοτελείς πολιτικές των ταγών του που ο ίδιος έχει συντηρήσει προηγουμένως -πριν αρχίσει να τις βρίζει γιατί δεν του βγήκαν σε καλό-,και εξαιτίας του συντηρητισμού και της δικής του ιδιοτέλειας ,ελαττωμάτων που όμως έχουν εξήγηση και αιτία και πάντως τον οδηγούν σε κάθετη πτώση καθώς  πασχίζει με παθητικότητα, ψέματα και λογής μικρότητες να επιβιώσει και ο οποίος μέσος πολίτης όταν τον αδειάζουν και τον κάνουν αναλώσιμό τους οι δάσκαλοί του στη λαμογιά και τη μικροπρέπεια θυμώνει,όχι γιατί θίχτηκε ηθικά μα γιατί δεν πρόλαβε να μαζέψει πιο πολλά και πιο καλά αποφάγια. Θυμώνει, αλλά...

Ο Μακριδάκης όλα αυτά τα σκαλίζει με αγάπη και έλεος για τον παραπλανημένο άνθρωπο,τα αποκαλύπτει και στο τέλος τα φωτίζει γιατί τα κάνει με τον δικό του τρόπο ωραία λογοτεχνία για το ευρύ κοινό, πράγμα που εκτός των άλλων επιτρέψτε μου να το θεωρώ έντιμη και καλόδεχτη κοινωνική και πολιτική προσφορά.  




¹ Κριτική γίνεται,κριτικογραφία επίσης υπάρχει και συχνά είναι ενδιαφέρουσα.Εγχώριοι κριτικοί όμως με πλατιές γνώσεις που να εμπλουτίζουν τη θεωρία και να θέτουν καινούργια ερωτήματα αναζητούνται με το φαναράκι του Διογένη.

² Οι τίτλοι των βιβλίων του Μακριδάκη στη Βιβλιονέτ:εδώ

³ Πολύ σωστά το επισημαίνει  η Κατερίνα Τοράκη ότι ο Μακριδάκης γράφει κυρίως νουβέλα.Αλλά το γενίκευσα γιατί συνήθως έτσι δεν λέμε; Μυθιστόρημα μαθητείας,αστυνομικό,κοινωνικό κτλ κι ας είναι πολυσέλιδο ή νουβέλα.

Σχόλια

  1. Βάζεις τόσα ενδιαφέροντα θέματα. Ο Μακριδάκης είναι όντως ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα (και μαζί ανθρώπου με κοινωνικές ευαισθησίες που τις εκφράζει με το έργο του και τον ακτιβισμό του κτλ.). Η αλήθεια είναι ότι καμιά φορά εντυπωσιάζομαι που καταφέρνει να βγάζει νέο βιβλίο τόσο σύντομα, καθένα όμως έχει ιδιαίτερο θέμα και κάποια από αυτά (ίσως και όλα) ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα, πρωτότυπα, μιλούν για έναν κόσμο (ανθρώπων, γεγονότων και πραγμάτων) που μπορεί και να μην τον γνωρίζαμε. Και χειρίζεται τη γλώσσα με τρόπο εκπληκτικό. Για τον χαρακτηρισμό που προτείνεις, μυθιστόρημα νοοτροπιών, δεν ξέρω πώς διακρίνονται τα είδη λογοτεχνίας, δεν είμαι ειδική, πάντως στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη βρίσκω να ορίζεται ως "το σύνολο των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας, που καθορίζουν τον τρόπο της σκέψης τους, την τοποθέτησή τους απέναντι στα προβλήματα της ζωής και τη συμπεριφορά τους", δηλαδή συμφωνεί με την ανάλυσή σου.
    Θα ήθελα πάντως να κάνω μια τεχνική σημείωση, νομίζω ότι όλα αυτά τα βιβλία είναι μάλλον νουβέλες και όχι μυθιστορήματα, μυθιστόρημα κατά τη γνώμη μου είναι ο "Ανάμισης τενεκές" που πάλι κατά τη γνώμη μου είναι και το καλύτερό του. Και πολύ ενδιαφέρον το "Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι όλοι".
    Σχετικά με την "Πρώτη φλέβα", εμένα με εντυπωσίασε ιδιαίτερα γιατί περιγράφει την περιοχή με τα μπορντέλα στα Χανιά, τη γενέθλια πόλη μου, εκεί που υπήρχαν όντως επιγραφές σε σπίτια που έγραφαν "Προσοχή οικογένεια", και αναφέρει πράγματα και λεπτομέρειες σαν να είναι ντόπιος. Από την άλλη, ενώ παρουσιάζει δύο ανθρώπους, δύο ζωές, δύο "νοοτροπίες" που κάποτε συναντούνται (;), κάπου στην πλοκή βρήκα αδυναμία. Όμως, δεν έχει νόημα να μπω σε λεπτομέρεις, ο Μακριδάκης διαβάζεται και με τυχόν αδυναμίες, που εξάλλου μπορεί να είναι μόνο υποκειμενικές κρίσεις της γράφουσας.
    Πάλι φλυάρησα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα αγαπητή Κατερίνα,καλά έκανες και "φλυάρησες"!Αν ήταν έτσι οι φλυαρίες στο διαδίκτυο τι καλά που θα΄μασταν και τι ωραίες κουβέντες θα είχαμε.Γίνονται φυσικά και καλές και δημιουργικές κουβέντες,ας μην είμαι αχάριστη,απλά δεν είναι οι κυρίαρχες.

      Σήμερα μπαινοβγαίνουν από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας και της κριτικής -κυρίως τους αγγλόφωνους,μάλιστα έχω την εντύπωση ότι αυτό περισσότερο καλλιεργείται στα πανεπιστημιακά περιβάλλοντα στις ΗΠΑ,καθότι ακάματα μυρμήγκια οι εκεί ασχολούμενοι με τη λογοτεχνία στα φοβερά τους ανώτατα ιδρύματα-,σωρηδόν οι ετικέτες για την ειδολόγηση των λογοτεχνικών πονημάτων.
      Και τι δεν έχουμε,όλες τις παλιές βασικές κατηγορίες και ένα σωρό υποκατηγορίες ακόμα και των ήδη υπαρχουσών... υποκατηγοριών!Για παράδειγμα υπάρχει ως ξεχωριστό είδος η British Regional Literature που την εκπροσωπεί πχ ο Τόμας Χάρντι αλλά και η Μαίρη Γουέμπ και άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα,υπάρχει μέχρι και η αποκαλούμενη ως Proletarian Literature (Ντίκενς,Στάινμπεκ,Μπλέηκ κά) και η βαλίτσα της σύγχρονης ειδολόγησης σε βαθμό πια μιας απίστευτης ψειροσύνης πάει πάρα πολύ μακριά.Αυτά και άλλα πολλά τέτοια τα διάβαζα μετά μανίας φέτος που είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα και σχετική Θεματική Ενότητα στο ΕΑΠ (την "Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας") και με εξαιρετική καθηγήτρια που ανέβαζε κι άλλο τον πήχη και ναι μεν δεν ήταν στην ύλη της ΘΕ όλα τούτα και δη τα αμερικάνικα αλλά σε πήγαινε το ένα στο άλλο κι άλλο που δεν ήθελα.Οπότε άρχισα να κάνω συσχετισμούς με και στα καθ΄ ημάς.Ιστορία των νοοτροπιών είναι βέβαια ο όρος που εισηγήθηκαν οι δυο σπουδαίοι γάλλοι μεσαιωνολόγοι της σχολής των Annales Ζακ Λε Γκοφ και Ζορζ Ντιμπί (δες σχετικά,σ΄αρέσουν εσένα αυτά,αν και το πιο πιθανό είναι πως τα ξέρεις ήδη https://en.wikipedia.org/wiki/Jacques_Le_Goff + https://en.wikipedia.org/wiki/ Georges_Duby) αλλά μου καλάρεσε στην περίπτωση Μακριδάκη και σαν λογοτεχνική του ετικέτα,ταιριάζει σωστά,έτσι λέω,αποδίδει σε τεχνικό και θεωρητικό επίπεδο αυτό που κάνει ο Μακριδάκης που δεν είναι μυθιστόρημα, όπως σωστά επισημαίνεις, πάντα αλλά το μικρότερο σε έκταση πεζό,που εμείς το λέμε νουβέλα,απλά τα έβαλα σε μια σούμα για λόγους ευκολίας,καλύτερα λοιπόν να την πω πεζογραφία των νοοτροπιών.
      Συμφωνώ με το σχόλιό σου για τον συγγραφέα,έτσι είναι πράγματι ο Μακριδάκης,με τα πάνω και τα κάτω του(λογικό το βρίσκω και διόλου μεμπτό), στα τόσα έργα είναι αδύνατον να μην υπάρχουν και κάποια φιλολογικώς πιο αδύναμα αλλά ειδικά στον Μακριδάκη βαραίνουν και τον χαρακτηρίζουν όλες οι άλλες,οι όχι και λίγες αρετές του.

      Τι καλά έχεις δρομολογήσει για καλοκαιρινές αναγνώσεις;

      Διαγραφή
  2. Πάρα πολύ ενδιαφέροντα. Θα σε μελετήσω. Όσο για τα διαβάσματα αυτής της περιόδου, τελείωσα το Μακριά πολύ μακριά του σύγχρονου Ιρλανδού Sebastián Barry, πάρα πολύ καλό, αν εμείς λέμε για το Ζωή εν ταφω του Μυριβήλη, αυτό εξαιρετικό! Αρχίζω του ίδιου τη Μυστική γραφή, ενώ μόλις χθες τελείωσα το Έγρεο Φίλα Μάτερ του Γιάννη Κόκκωνα, καθ. στο Ιόνιο, οι προσωποποιήσεις της Ελλάδας μέχρι το 1821.Αν σου αρέσει η ιστορία του βιβλίου, αλλά και η ιστορία και οι ξένοι για την Ελλάδα και λοιπά, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Από κει και πέρα, πολύ καλό, όπως πάντα, το τελευταίο τεύχος του Πόρφυρα με το αφιέρωμα στον Γκανά, ενώ με περιμένει το Βωβόν ξύλο της Χατζημανωλακη για τον Παπαδιαμάντη. Τα υπόλοιπα... άλλη φορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου