"Σλουμπ",Χανς Χέρμπερτ Γκριμ(1896-1950) / Hans Herbert Grimm,"Schlump"




Ο Σλουμπ μόλις είχε κλείσει τα δεκαέξι όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1914.
Το βράδυ θα δινόταν χορός στο Ράιχσαντλερ, ο τελευταίος· την επόμενη μέρα θα έφταναν οι στρατιώτες. Όταν ο ήλιος έδυσε, ο Σλουμπ γλίστρησε μαζί με τον φίλο του στον εξώστη, αφού δεν τολμούσαν να μπουν στην αίθουσα χορού. Οι μεγάλοι, οι εικοσάχρονοι τορναδόροι και μηχανικοί, δε μοιράζονταν τίποτα από τον πλούτο τους. Ήθελαν όλα τα κορίτσια για τον εαυτό τους, δεν έπαιρναν από αστεία και μπορούσαν να γίνουν φοβερά άξεστοι. Έσκυβαν κι οι δυο φίλοι από την κουπαστή και κοιτούσαν λαίμαργα κάτω στην αίθουσα.
Τα μεσάνυχτα η μπάντα έπαιξε ένα σάλπισμα και ο τρομπετίστας ανακοίνωσε διάλειμμα δεκαπέντε λεπτών για να δροσιστούν τα κορίτσια. Ο Σλουμπ βγήκε με τον φίλο του έξω στην ευχάριστη καλοκαιρινή νύχτα, κάτω από τα γέρικα, τεράστια σφεντάμια.
Το τέταρτο πέρασε και γύριζαν πίσω, όταν ανταμώθηκαν με μια πλατιά σειρά γελαστών κοριτσιών που έκλειναν όλο το δρόμο. Ήταν στην ηλικία του Σλουμπ και πήγαιναν στην ίδια τάξη, αλλά αυτές φυσικά τις άφηναν ήδη να χορεύουν. Ήταν μάλιστα οι πιο περιζήτητες στα αγόρια.
Τότε μια λεπτούλα από τη σειρά φώναξε στον Σλουμπ: «Εσύ, μελαχρινέ, για έλα εδώ!»
Ο Σλουμπ πρόσεξε πώς έπαιζε το φως του φανοστάτη στις ξανθιές μπούκλες της, που τώρα φαίνονταν σχεδόν άσπρες. Δεν τολμούσε να την πλησιάσει.
Όμως η κοπέλα ξέκοψε από τις άλλες, που άρχισαν να του φωνάζουν, και ο φίλος του είπε: «Άντε, πήγαινε, μ’ αυτήν έχεις ελπίδες!»
Τότε εκείνος πλησίασε και δυο χέρια τον άρπαξαν και τον τράβηξαν σ’ ένα στενό δρομάκι, στρωμένο με πυκνό φύλλωμα, στο τέλος του οποίου ένας φανοστάτης φώτιζε ελάχιστα. Αυτό του έδωσε θάρρος, την άρπαξε από τη μέση και την αγκάλιασε.
Κάτω από το φανοστάτη την έπιασε από το πιγούνι και την κοίταξε στο πρόσωπο: «Είσαι όμορφη», της είπε, «πώς σε λένε αλήθεια;»
«Γιοχάνα», είπε εκείνη χαμηλόφωνα. «Εγώ σε ξέρω καιρό».
Ύστερα την τράβηξε στο σκοτάδι και τη φίλησε ευλαβικά και για πολλή ώρα στο στόμα. Τότε εκείνη του ψιθύρισε στο αυτί να χορέψει μαζί της και μετά θα μπορούσε να την πάει στο σπίτι· θα έστηνε τα άλλα αγόρια.
Εκείνος σύρθηκε πάλι στον εξώστη και ήθελε να τη δείξει στον φίλο του. Αλλά δεν την έβρισκε. Ύστερα πήγαν στο σπίτι. Ο Σλουμπ ήταν χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Ένιωθε απίστευτα τυχερός και είχε πειστεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα ωραιότερο στον κόσμο από τα κορίτσια.
Έπειτα από μερικές μέρες την ξέχασε τη Γιοχάνα.
Τα νιάτα είναι σπάταλα, ζουν στον παράδεισο και δεν το καταλαβαίνουν όταν τα συναντά η ευτυχία προσωποποιημένη.

Ο Σλουμπ έμενε πάνω ψηλά στη σοφίτα. Ο πατέρας του ήταν ράφτης και τον έλεγαν Φέρντιναντ Σουλτς. Όταν σήκωνε τα μάτια από τη βελόνα, το βλέμμα του πλανιόταν πάνω από τις πολύχρωμες στέγες της παλιάς πόλης και χαιρετούσε τον κωδωνοκρούστη στο καμαράκι του.
Η μητέρα του είχε ακόμα την αστεία μύτη και τα γυαλιστερά μάτια της νεότητάς της, από την εποχή που πηδούσε με τ’ αγόρια πάνω από τους φράχτες και έκλεβε φράουλες. Την Αποκριά και την Πεντηκοστή φορούσε αγορίστικα παντελόνια και τραγουδούσε στις πόρτες του κόσμου κουδουνίζοντας ένα σάκο γεμάτο μπρέτσελ και γλυκά. Όταν όμως τα μικρά στήθη κάτω απ’ την μπλούζα της μεγάλωσαν και όταν τέλος πάντων κατάλαβε ότι έγινε κοπέλα, τότε αποτραβήχτηκε ήσυχα στην κάμαρά της και σκεφτόταν όμορφα φορέματα και ωραία παπούτσια. Όμως όταν είχαν καμιά γιορτή, γινόταν ζωηρή και κεφάτη· και τα αγόρια θα έκαναν τα πάντα για να την καλοκοιτάξουν.
Στα δεκαεφτά της διάλεξε τον σοβαρό ράφτη και στα δεκαεννιά της τον παντρεύτηκε, επειδή της άρεσε η μετρημένη και ειλικρινής φύση του. Γιόρτασαν αμέσως κιόλας τη βάφτιση του παιδιού, όμως το κορίτσι πέθανε λίγο μετά τη γέννα. Ύστερα έμειναν δέκα χρόνια μόνοι. Ο ράφτης δούλευε για λογαριασμό του και έραβε για τον κόσμο δίπλα στο παράθυρο της κάμαράς του. Γέρασε γρήγορα. Τα κοντά του μαλλιά γκρίζαραν, η φωνή του ακουγόταν αδύναμη και λιγόψυχη. Στο μεταξύ απέκτησαν έναν γιο που τον βάφτισαν Έμιλ, επειδή ο αδερφός της μητέρας, ο στρατιώτης, λεγόταν κι αυτός έτσι. Ο Έμιλ ήταν φτυστός η μητέρα του, έλεγε ο κόσμος. Πήγε στο σχολείο και σύντομα παρίστανε τον αρχηγό και τον γελωτοποιό της τάξης του. Άκουγες ήδη από μακριά τη φασαρία που έκαναν τα πρωτάκια, όταν ο Έμιλ Σουλτς έκανε τα αστεία του.
Μια φορά είχαν στήσει στην πλατεία περίπτερα για την κυριακάτικη γιορτή σκοποβολής. Ο Έμιλ έβγαλε τη σάκα από την πλάτη του και σκαρφάλωσε στο πρώτο περίπτερο. Κάνοντας τρομερή φασαρία οι μικροί νταήδες πετούσαν στο δρόμο όλα όσα μπορούσαν να αρπάξουν με τις χούφτες τους. Όμως η συμφορά δεν άργησε: Ο αστυφύλακας άρπαξε τον Έμιλ από το γιακά και ούρλιαξε: «Σλουμπ!»* Ίσως σκεφτόταν αλήτες και κατεργάρηδες και διάφορους τύπους που άρχιζαν από σίγμα. Έπειτα απ’ αυτό ο Έμιλ έφαγε ένα γερό χέρι ξύλο και έτρεξε ουρλιάζοντας στο σπίτι.
Στην πλατεία όμως ζούσαν σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, που όλη μέρα στέκονταν έξω από τα μαγαζιά τους και κάπνιζαν πούρα. Αυτοί είχαν δει τα πάντα, και όταν ο μικρός ήρωας την επόμενη μέρα διέσχιζε δειλά την πλατεία, του φώναζαν: «Ε, Σλουμπ, ποιος σου τις έβρεξε;»
Από τότε όλοι τον έλεγαν Σλουμπ και αυτό το όνομα του έμεινε σε όλη του τη ζωή.

*Schlump: τυχεράκιας, κωλόφαρδος. (Σ.τ.Μ.)

(το απόσπασμα αυτό πάρθηκε από το μπλογκ Logotexnia 21,εκτενέστερο διαβάζουμε στη σελίδα του εκδότη,εδώ )


Το 1928,ο Γερμανός δάσκαλος από το Άλτενμπουργκ  (πόλη μετά της Ανατολικής Γερμανίας) Hans Herbert Grimm δημοσίευσε το μοναδικό του μυθιστόρημα -ένα άρτιο και ευφυές πρωτόλειο-,στο οποίο έδωσε τον τίτλο Schlump που σημαίνει τυχεράκιας/κωλόφαρδος.
Schlump ήταν το παρατσούκλι του ήρωά του, του άβγαλτου στη ζωή  γιου ενός ταπεινού ράφτη και μιας νοικοκυράς,του χαρούμενου κι από τη φύση του αισιόδοξου έφηβου Εμίλ Σουλτς,που στάλθηκε στον πόλεμο μόλις στα δεκάξι του και κατάφερε να επιβιώσει,δίχως να σβήσει ποτέ από τη μνήμη του την φρίκη και το παράλογο μιας κολοσσιαίας σύγκρουσης που άφησε στα λασπερά πεδία της Ευρώπης εκατομμύρια νεκρούς.

Η αφήγηση είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική.Ο Γκριμ έζησε την βία του πολέμου και εξιστορεί με εύληπτο,σχεδόν γελαστικό και ενίοτε χαριτωμένο τρόπο τα τρομερά βιώματά του από το μέτωπο.Η  ενάργεια της σκέψης του και η ζέση της αντιπολεμικότητάς του δίνουν ορμητική πνοή σε ένα συγκροτημένο,γραμμικό και από επιλογή του δημιουργού του, έχω την αίσθηση, ευανάγνωστο και ευκολονόητο κείμενο που παίρνει σβάρνα το ιδεολογικό πρόσχημα του πολέμου σαν εθνική διεκδίκηση και δικαίωση και ό,τι άλλο μπορεί να τον ονομάσουν οι εμπνευστές του,κείμενο με πυκνότητα και βαθιά ανθρωπιά που ο Γκριμ δεν τόλμησε να το δημοσιεύσει με το όνομά του φοβούμενος  τα χειρότερα που πράγματι ήρθαν.Έπραξε σοφά. Πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση του βιβλίου το 1928,όταν ο Χίτλερ δηλαδή το 1933 και οι δυνάμεις που τον συντηρούσαν ήρθαν στην εξουσία –γιατί ο Χίτλερ δεν φύτρωσε,πιστεύω, ξαφνικά, ούτε ενεργούσε έτσι όπως ενεργούσε επειδή ήταν απλά ένας ψυχοπαθής που επιβλήθηκε σε άλλους ψυχοπαθείς και προφανώς δεν αποφάσισε μόνος του τίποτα απ΄όσα έγιναν αν και του αποδόθηκαν προσωπικά ,πολύ βολικό,και είναι ανείπωτη πρωτίστως η γελοιότητα του γεγονότος ότι ανήλθε στην εξουσία με εκλογές(!)-, το μείζον λοιπόν αυτό αντιπολεμικό  και βαθιά ανθρωπιστικό μυθιστόρημα του άγνωστου επί πολλά χρόνια στα γερμανικά γράμματα Χανς Χέρμπερτ Γκριμ ήταν ένα από τα χιλιάδες βιβλία που έκαψαν οι ναζί !
Λίγο  αργότερα,το 1938,με νωπό ακόμα το αίμα του Μεγάλου Πολέμου και μια Ευρώπη βουτηγμένη στην φτώχεια και στην μιζέρια και να μην μπορεί να σηκώσει κεφάλι από τις απανωτές κρίσεις,η αμετανόητη η Γερμανία αλλά και οι ανικανοποίητοι αντίπαλοί της ρίχτηκαν ξανά,ίδια όρνεα,σ΄ έναν ανελέητο πόλεμο -για την κυριαρχία στον κόσμο, ας πούμε τα πράγματα με το άσχημο όνομά τους-, έναν πόλεμο που είχε δραματικές συνέπειες και σε τόπους μακρινούς στην άλλη άκρη της Γης και  ο οποίος καταβρόχθισε πάλι εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές.Ο Grimm στάλθηκε να πολεμήσει και σ΄ αυτόν ,ετούτη τη φορά στο περιβόητο δυτικό μέτωπο.Επέζησε,παρέμεινε στη γενέτειρά του -και να σημειωθεί ότι η πόλη ήταν στην Ανατολική πια Γερμανία-,και κουβαλούσε το βαρύ σακί της μνήμης και ποιος ξέρει τι άλλο,ως το 1950 που αυτοκτόνησε.

Από σχετικό άρθρο του New York Review Books(https://www.nyrb.com/collections/hans-herbert-grimm) πληροφορούμαστε ότι μετά τον πόλεμο δίδαξε ισπανικά, γαλλικά και αγγλικά στο Altenburg και δημοσίευσε το Schlump ανώνυμα το 1928... ότι το Schlump δεν ήταν η εμπορική ή δημοφιλής επιτυχία που ο Grimm ήλπιζε ότι θα ήταν,ότι για να αποφύγει την υποψία, ο Grimm εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα και εργάστηκε ως διερμηνέας στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου II και ότι μετά τον πόλεμο αποκλείστηκε από τη διδασκαλία λόγω της συμμετοχής του στο ναζιστικό κόμμα και άρχισε να εργάζεται στο θέατρο και αργότερα σε ένα ορυχείο άμμου. Και τέλος ότι το 1950, δύο μέρες μετά τη συνάντηση με τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας, ο Grimm αυτοκτόνησε και δεν είναι γνωστό τι συζητήθηκε στη συνεδρίαση.

Ακόμα πιο κατατοπιστικός είναι ο επίλογος του Φόλκερ Βάιντερμαν για τον Schlump και τον ίδιο τον Γκριμ που υπάρχει στην έκδοση του Κέδρου.Ο Βάιντερμαν είναι αυτός που "ανακαλύπτει" τον Γκριμ και τον συστήνει ξανά στο παγκόσμιο τώρα πια κοινό.Στο αυτί της έκδοσης διαβάζουμε ότι :

όλα ξεκίνησαν από μία παράγραφο στο βιβλίο του "Das Buch der verbrannten Bucher" (Το βιβλίο των καμένων βιβλίων, 2008), στο οποίο το έργο Σλουμπ - Ιστορίες και περιπέτειες από τη ζωή του άγνωστου μουσκετοφόρου Έμιλ Σουλτς, του επονομαζόμενου Σλουμπ, όπως τις αφηγήθηκε ο ίδιος παρουσιάστηκε ως ένα παραμύθι από τον πόλεμο. Ένα παραμύθι από την πραγματικότητα. Από τον πόλεμο, ενάντια στον πόλεμο, από τη ζωή όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι, όπως θα είναι. Πόσο ωραίο θα ήταν να μαθαίναμε πώς συνεχίστηκε η ιστορία, η ζωή του Σλουμπ. Αργότερα αποδείχτηκε ότι ο καθηγητής Χανς Χέρμπερτ Γκριμ είχε χρησιμοποιήσει τις δικές του εμπειρίες από τον πόλεμο για να γράψει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, κάνοντας την απελπισία λογοτεχνία. 
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1928 και ένα χρόνο μετά εκδόθηκε στην Αγγλία και στην Αμερική. Αρχικά έμεινε στη σκιά του Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, το 1933 κάηκε στην πυρά και στη συνέχεια χάθηκε από τη συλλογική μνήμη. 
Ο Χανς Χέρμπερτ Γκριμ δεν αυτοεξορίστηκε, αλλά παρέμεινε στη γενέτειρά του και έκρυψε το μυθιστόρημά του στον τοίχο του σπιτιού του. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, στρατεύτηκε ως διερμηνέας στο δυτικό μέτωπο και, όταν επέστρεψε, εργάστηκε για ένα διάστημα ως δραματουργός. Μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αποκάλυψε ότι είχε γράψει ένα μυθιστόρημα για τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το οποίο εξακολουθεί να είναι ένα επίκαιρο και συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Ας μου επιτραπεί να πω ότι όποιες κι αν είναι οι λεπτομέρειες του βίου του και ό,τι κι αν έτρεχε μετά τον Β΄Παγκόσμιο στην Ανατολική Γερμανία ανάμεσα σ΄αυτόν και τις φιλοσταλινικές γερμανικές αρχές, το βιβλίο του Γκριμ ήταν και παραμένει και τώρα και εις το διηνεκές επικίνδυνο,όντας ένας λεκτικός καταπέλτης για τον πόλεμο.Μια ευρηματικά συνταγμένη καταγγελία του πολέμου που μπορεί να την διαβάσει και ο πιο αμύητος αναγνώστης,ο λιγότερο απαιτητικός βιβλιόφιλος και να καταλάβει πολύ καλά το δια ταύτα της,καταγγελία για τη γερμανική κυβέρνηση τότε και τις τρομακτικές στρατιωτικές της επιχειρήσεις αλλά συνεκδοχικά κραυγή για τον πόλεμο διαχρονικά,για τους πολεμολάγνους μισάνθρωπους, φωνή αφυπνιστική που δεν υμνεί το ψευδεπίγραφο ιδανικό-κι αυτό είναι βέβαια το επικίνδυνο,η απόδειξη του ψεύδους-,της ανθρωποθυσίας που οργανώνουν τόσο επιδέξια οι ισχυροί,των πολέμων,μιας θυσίας μαζικής συνήθως που καμιά δεν έχει σχέση με την αγνή αγάπη για την πατρίδα,ρίχνοντας σαν αναλώσιμο υλικό και τίποτα παραπάνω τους απλούς ανθρώπους,λαούς ας λέμε ολόκληρους,αφού πρώτα τους ταΐσουν με τυφλό εθνικισμό και τους μετατρέψουν σε αφιονισμένα θηρία που θα κάνουν εκείνες τις πράξεις που δεν βάζει ο κοινός νους όταν υπάρχει ειρήνη και τις οποίες,ύστερα,πάνω στα πτώματα και στα αποκαΐδια κάθε στρατόπεδο θα βαφτίσει ηρωικές και θα δοξάζει κατά το δικό του,εννοείται,συγκυριακό πολιτικό δοκούν.



photo Vivi G.
(καθόλου τυχαία βαλμένο το βιβλίο του Χόρχε Σεμπρούν στα αριστερά)



"Σλουμπ",Hans-Herbert Grimm
Ιστορίες και περιπέτειες από τη ζωή 
του άγνωστου μουσκετοφόρου 
Εμιλ Σουλτς,όπως τις αφηγήθηκε ο ίδιος.

μτφρ. Κατερίνα Τζιναβά, Εκδ. Κέδρος 2016


Χρήσιμοι σύνδεσμοι και ειδικά ο πρώτος(η κριτική του Μιχάλη Μοδινού ):

Σχόλια