"Τα Ψηλά Βουνά της Πορτογαλίας",Γιαν Μαρτέλ/Yann Martel




Ο Καναδός Γιαν Μαρτέλ έγινε γνωστός κυρίως με το τέταρτο λογοτεχνικό του έργο,την "Ιστορία του Πι", μυθιστόρημα γλυκό,συναισθηματικό,συνετά και φιλότιμα γραμμένο στα αγγλικά.Η "Ιστορία του Πι"εκδόθηκε το 2001,μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες,έγινε μπεστσέλλερ¹ και δείχνει να αντέχει στον χρόνο μια χαρά αν και,για να είμαστε αντικειμενικοί,νέα  ώθηση του έδωσε η ομότιτλη ταινία που έκανε ο Ανγκ Λι το 2012 βασιζόμενος σ΄αυτό,μια συμπαθητική ταινία οικογενειακού ύφους που η απλότητα και ευαισθησία της έστειλε ξανά κόσμο στο βιβλίο μέσα από νέες μεταφράσεις του ανάμεσα στις οποίες και της Μελίκας Κουμπαρέλη για τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πολλά έχουν γραφτεί για την "Ιστορία του Πι",δεν θα τα επαναλάβω,θα επισημάνω μόνο πως όποιος ενήλικος το διαβάσει,με καλή διάθεση πάντα,θα δραπετεύσει από την βιολογική ηλικία του γιατί η περιπέτεια του Πι μοιάζει με τρυφερό παραμύθι -και σε μεγάλο βαθμό είναι πράγματι-,ικανό να ξυπνήσει όμορφα συναισθήματα σε μικρούς  και μεγάλους το ίδιο άνετα.

Ο Μαρτέλ εκτιμώ πως είναι ένας ευφάνταστος, γενικότερα, και ευφυής γραφιάς που αφουγκράζεται-αθάνατο στερεότυπο αυτό το αφουγκράζεται -,και μπολιάζει δημιουργικά και διακριτικά την γραφή του με προσλήψεις από την κλασική και την πιο μοντέρνα και ακόμα σε όσμωση λογοτεχνία των οποίων γνώση και αφομοίωση διακρίνονται και στην τεχνική και στη θεματολογία του.Τα ραμπελικά για παράδειγμα αλλά και τα πικαρέσκο στοιχεία στα " Ψηλά Βουνά της Πορτογαλίας",το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του που μετέφρασε στα ελληνικά η Έφη Τσιρώνη για τις εκδόσεις Ψυχογιός, προσθέτουν έξυπνα ενδιαφέρον στο έτσι κι αλλιώς ελκυστικό θέμα που η αφηγηματική του έκταση είναι καλόδεχτα μεγάλη,πιάνει περίπου έναν αιώνα και δίχως να είναι σάγκα ή ιστορικό μυθιστόρημα αποτυπώνουν ωραιότατα το συλλογικό κλίμα των καιρών στους οποίους τοποθετεί ο Μαρτέλ τα πρόσωπα..
Η συγγραφική βεντάλια του Μαρτέλ και η λεκτική του άνεση-η πένα με μια λέξη-,δεν στομώνει,δεν επαναλαμβάνεται .Βρίσκει πάντα κάτι φρέσκο να πει κι ας είναι οικεία σαν γενική ιδέα η ιστορία του ή έναν πιο ζωντανό τρόπο να ξαναπεί το...ειπωμένο -άλλωστε τί δεν έχει ιστορηθεί,κινηματογραφη θεί κτλ τώρα πια-,κι αυτό είναι κάτι που το θεωρώ αρετή στον φορτωμένο με συνταγές για επιτυχία συγγραφέα του 21ου που εξ ορισμού κινείται σε πολύ μαζικά και ανταγωνιστικά περιβάλλοντα, μα αν θέλει να έχει διάρκεια το έργο του και να μείνει στην Ιστορία της Λογοτεχνίας το όνομά του κι όχι απλώς να βιοπορίζεται όσο ζει,πρέπει να δουλέψει σαν μυρμήγκι,να κάνει λογοτεχνία κι όχι να ξεπετάξει ιστοριούλες του κιλού.

Απ΄αυτά τα τρία βιβλία του Γιαν Μαρτέλ ξεχωρίζω τα "Ψηλά Βουνά της Πορτογαλίας", το θεωρώ ως το καλύτερό του,το πιο μεστό,το πιο τολμηρό και ευρύνοο (αν δεχτούμε ότι ένα χάρτινο βιβλίο έχει νου,πώς δεν έχει,έχει και παραέχει αν το θελήσει ο δημιουργός του) στις διατυπώσεις απόψεων και ιδεών,έχει όλα τα παραπάνω και τα ραμπελικά και πικαρέσκο στοιχεία ειδικά της πρώτης ιστορίας -του Τομάς που περπατάει ανάποδα για να ξορκίσει μ΄έναν σχεδόν παιδιάστικο τρόπο την θλίψη για την κατάρρευση της ζωής του και οδηγεί με επεισοδιακό τρόπο ένα από τα πρώτα αυτοκίνητα που εισάγονται στην χώρα για να πάει στα "Ψηλά Βουνά"-,το απογειώνουν.
Αν διαβάζοντας το μπλογκ μπει κάποιος στον πειρασμό να τον γνωρίσει σαν συγγραφέα τού προτείνω να το επιχειρήσει με τούτο το μυθιστόρημα.Κακώς μάλιστα δεν το παρουσίασα τον προηγούμενο μήνα, ώστε να το πάρετε στις παραλίες και στις βεράντες και στα πλοία και στα αεροπλάνα αν κάνατε πολύωρα ταξίδια,γιατί είναι ό,τι πρέπει για ραστώνη και μαζί περισυλλογή, αισθητική απόλαυση και την ίδια στιγμή θετικές σκέψεις και καλά συναισθήματα.

Στην σελίδα του εκδότη διαβάζουμε:

Λισαβόνα, 1904. Ένας νέος άνδρας, ο Τομάς, ανακαλύπτει ένα παλιό ημερολόγιο με αναφορές σε ένα ασυνήθιστο τεχνούργημα, το οποίο –αν καταφέρει να το βρει– θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει την Ιστορία.
Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, ένας Πορτογάλος παθολογοανατόμος, φανατικός αναγνώστης των βιβλίων μυστηρίου της Αγκάθα Κρίστι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια περίεργη κατάσταση, απόρροια της αποστολής του Τομάς. 
Πενήντα χρόνια μετά, ένας Καναδός γερουσιαστής, θρηνώντας την απώλεια της πολυαγαπημένης του συζύγου, βρίσκει καταφύγιο στο χωριό των προγόνων του στη βόρεια Πορτογαλία. Μαζί του όμως έχει μια πολύ ασυνήθιστη παρέα: έναν χιμπαντζή. Εκεί, η αιωνόβια αποστολή θα φτάσει στην αναπάντεχη ολοκλήρωσή της.

Τρεις οι κύριοι μυθιστορηματικοί πυλώνες λοιπόν του Μαρτέλ,που αντιστοιχούν σε τρεις άψογα δομημένους ανδρικούς χαρακτήρες διαφορετικών ηλικιών,ιδιοτήτων και εποχών που τις ανασυνθέτει με κειμενική ενάργεια και χαρακτηρολογική άνεση. Είναι οι πρωταγωνιστές τριών ιστοριών αρκετά πρωτότυπων που δεν τους λείπουν οι ανατροπές και οι εκπλήξεις ώστε να γεννηθεί τελικά καλός λόγος μετατροπής τους σε λογοτεχνία, συνεπικουρούμενοι στο μυθιστόρημα,όπως αυτό ξετυλίγεται δίχως να κάνει αφηγηματική κοιλιά ή να παρασύρεται σε επίδειξη της τεχνικής άνεσης του δημιουργού του,από επίσης ενδιαφέροντες δεύτερους χαρακτήρες που εμφανίζονται στο κείμενο πότε με τις ανατροπές που είπα και πότε όχι ,ακόμα και σαν φαντάσματα ή μάλλον πλάσματα του πληγωμένου υποσυνείδητου που μη αποδεχόμενο την απώλεια τους από τον συμβατικό μας κόσμο των τριών διαστάσεων τα ανασυνθέτει όπως μπορεί σ΄έναν άλλο εντός του και σε κάθε περίπτωση αυτά παίζουν κομβικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη της μυθοπλασίας.

"Τα Ψηλά Βουνά της Πορτογαλίας" είναι ευανάγνωστο ,αξιόλογο βιβλίο σύγχρονης αντίληψης ,που όμως δεν του λείπει και κάτι από τη μαγική θαρρείς εκείνη αύρα της εποχής που οι συγγραφείς δεν κοπιάρονταν μαζικά σε εργαστήρια συγγραφικής και δεν προσφέρει μόνον αισθητική απόλαυση αλλά και υλικό για βαθύτερες σκέψεις πάνω στη δύναμη της αγάπης,του συναισθήματος που εδώ  κυριαρχεί και κατακλύζει χαμηλότονα τις σελίδες ,καθώς και τα τρία πρωταγωνιστικά του ανθρώπινα υποκείμενα τη νιώθουν και εμπνέονται απ΄αυτήν στο ταξίδι τους στα "Ψηλά Βουνά",όποα κι αν είναι αυτά για τον καθένα,όχι στον ιστορικό, αφού είναι διαφορετικής εποχής πρόσωπα, μα στον απέραντο λογοτεχνικό χρόνο,με αφορμή εκείνο το οριστικό και αμετάκλητο κλείσιμο της αυλαίας, αυτό το γεγονός που δεν έχει εποχή και σύνορα και δεν κάνει διακρίσεις στον πόνο που φέρνει  και είναι ,τι άλλο,ο θάνατος,το πιο βαρύ σακί που μπορεί να κουβαλήσει εντός του όποιος βιώσει την απώλεια ενός πολυαγαπημένου προσώπου από τη ζωή του.

https://en.wikipedia.org/wiki/Yann_Martel

¹Παραμένω φαν του είδους,του μπεστσέλλερ εννοώ,θεωρώ δύσκολη και πολύ απαιτητική δουλειά το γράψιμο ενός  μυθιστορήματος που θα συνδυάζει το τερπνόν μετά του ωφελίμου,δηλαδή και πολλά αντίτυπα θα μπορεί να πουλήσει –και γιατί να μην πουλήσει δηλαδή;- και θα υπηρετεί,όπως λέει το άλλο διάσημο κλισεδάκι,και την Λογοτεχνία. 
Θέλει ταλέντο και γνώσεις το μπεστσέλλερ,δεν μπορεί να γράφεται στο ποδάρι αν θέλει κάτι να πει παράλληλα με την καθ΄όλα θεμιτή πρωτογενή αναγνωστική απόλαυση που θα προσφέρει σαν προϊόν που υπόκειται σε κανόνες αγοράς.Για να λογίζεται δηλαδή και ως λογοτεχνία,να μην το εξαφανίσει ο χρόνος,έχουμε όχι και λίγα παραδείγματα ευπώλητων στην εποχή τους-που έβγαιναν ακόμα και σε συνέχειες σε εφημερίδες-,που άλλα έγιναν τα μείζονα κλασικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας άλλα τα μνημονεύουμε ακόμα σαν εξόχως σημαντικά.Δεν λέω ότι ο Μαρτέλ είναι ένας εν δυνάμει κλασικός  , δεν το νομίζω,αλλά την καλή κριτική που του έχει γίνει ως τώρα τη κερδίζει με την πένα του(και λίγη καλή τύχη,ίσως,αν σκεφτούμε ότι η γλώσσα στην οποία γράφει είναι μεγάλο πλεονέκτημα γι αυτόν ως κυρίαρχη πολιτισμικά).

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Και ίσως περιμένεις κι άλλο διότι έχω δανείσει το βιβλίο και περιμένω κι εγώ να μου επιστραφεί (πολύ δυσάρεστο πράγμα η ασυνέπεια στην επιστροφή,είναι δυστυχώς η άλλη πλευρά τού να δανείζεις,η κακή...)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου