"Στο Χείλος της Αβύσσου",Έριχ Κέστνερ/ Erich Kästner

Η θλίψη μας είναι αναίσθητη,ο πόνος μας κρύος.



Ο Βιλχέλμι στερέωσε στο μπαστούνι έναν σπάγκο,έδεσε στην άκρη του σπάγκου ένα χαρτονόμισμα κι έριξε το δόλωμα ανάμεσα στο πλήθος.Οι άνθρωποι πηδούσαν στον αέρα,όπως κάνουν τα ψάρια, προσπαθούσαν να δαγκώσουν το χαρτονόμισμα,έπεφταν αποκαμωμένοι κάτω,κι ύστερα τινάζονταν ξανά προς τα πάνω.Νά,εκεί!Μια γυναίκα το είχε πιάσει στο στόμα της.
(απόσπασμα από όνειρο του Φάμπιαν,σελ.161)

Η πρόσφατη έκδοση του "Φάμπιαν"του Έριχ Κέστνερ από τις εκδόσεις Πόλις σε άψογη μετάφραση της Άντζης Σαλταμπάση και ειδικά το ότι αυτή τη φορά πρόκειται για την έκδοση του 1931 με τον τίτλο "Στο Χείλος της Αβύσσου" τον οποίο ο ίδιος ο Κέστνερ ήθελε,ίσως αποτελεί το σημαντικότερο εκδοτικό και βιβλιοφιλικό γεγονός ανάμεσα στα πολλά και εν γένει καλόδεχτα, που έφερε μια τω όντι παραγωγική εκδοτική και αναγνωστική χρονιά,η οποία σε λιγότερο από δυο μήνες τελειώνει, έχοντάς μας δώσει συμπαθητική ποίηση,αξιόλογο μυθιστόρημα και ενδιαφέρον δοκίμιο· αν θέλετε και την ελπίδα να περιμένουμε ανάλογη συνέχεια,λογοτεχνική τουλάχιστον,στα δυο χρόνια που απομένουν για να κλείσει την πολιτισμική της διαδρομή στη χώρα μας και στην Ευρώπη γενικότερα η θολή και τεχνηέντως ρέπουσα σε αηδείς και φασιστικές αντιλήψεις και τάσεις πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα,που μόνο ποιοτική,λογική,ηθική και ουμανιστική,μα ούτε και τολμηρή άρα ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή δεν θα την χαρακτήριζε ένας σοβαρός και ανεξάρτητος ιστορικός ή,πιο σωστά,ένας πολιτισμολόγος.

Η πρώτη γνωριμία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με τον Έριχ Κέστνερ έγινε το 1982 όταν το μυθιστόρημά του εκδόθηκε με τον τίτλο"Φάμπιαν.Η Ιστορία Ενός Ηθικολόγου"σε μετάφραση Βιβής Μανωλοπούλου για τις εκδόσεις Οδυσσέας,έκανε αίσθηση στους βιβλιόφιλους της δεκαετίας του΄80, συζητήθηκε και μετά,ως συνήθως, ξεχάστηκε.Όσοι βέβαια ήξεραν περί τίνος λογοτεχνικού θησαυρού επρόκειτο και τον κράτησαν στις βιβλιοθήκες τους ως τέτοιον,τώρα θα ενθουσιαστούν πραγματικά που το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις στην πλήρη του μορφή,περιέχει καίριες σημειώσεις της μετάφρασης,τέσσερα κατατοπιστικά παραρτήματα,ένα εκτενές εκδοτικό σημείωμα,το θαυμάσιο επίμετρο του επιμελητή της γερμανόγλωσσης έκδοσης και πλούσια βιβλιογραφία.
Επιβάλλεται όμως κατ΄αρχάς να μάθουμε ποιος ήταν και πώς αντιμετώπισε τα επικίνδυνα χρόνια στα οποία ανδρώθηκε και δημιούργησε το συγγραφικό του προφίλ,ο ευφυής δημιουργός του Φάμπιαν, ο Έριχ Κέστνερ.

Ο Κέστνερ γεννήθηκε το 1899 στη Δρέσδη και πέθανε το 1974 στο Μόναχο.Ήταν ευφυής άνθρωπος, σατιρικός ως ποιητής και ευρηματικός ως μυθιστοριογράφος και έγινε γρήγορα δημοφιλής και πολύ γνωστός για τα πνευματώδη παιδικά του βιβλία,που συνεχίζουν και σήμερα (ή αν προτιμάτε στην εποχή της παντοκρατορίας των τύπου Χάρυ Πότερ αναγνωσμάτων)να αρέσουν και να εκδίδονται.
Η έκδοση του Φάμπιαν έκανε αμέσως θραύση και η πορεία του ευανάγνωστου και απλά,κατανοητά κατ΄αρχάς και με χιούμορ γραμμένου βιβλίου ήταν μόνον ανοδική πριν αρχίσουν οι χιτλερικοί το ανελέητο κυνήγι του.Υπήρξε συνοδοιπόρος του ρεύματος της νέας γραφής ,μιας παιγνιώδους και λακωνικής γραφής που συνδέθηκε και με την αντίληψη της διανόησης του μεσοπολέμου πχ για το Kabarett του Βερολίνου ως αντίδραση στη ζοφερότητα της καθημερινής ζωής από την ταπείνωση που προκάλεσε στη Γερμανία η συνθήκη των Βερσαλλιών μα και ως φυτώριο πολιτικοκοινωνικής αναζήτησης και ελεύθερης έκφρασης μιας αξιόλογης αριστερόστροφης κουλτούρας .
Ο συγγραφέας συμμετείχε στο εβδομαδιαίο περιοδικό  Die Weltbühne του Βερολίνου και στο κίνημα της Neue Sachlichkeit που γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 και έδωσε πολλά ενδιαφέροντα έργα αλλά εξέπνευσε με το αδιέξοδο και το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Ο Κέστνερ έκανε παιδαγωγικές σπουδές τις οποίες όμως εγκατέλειψε για να σπουδάσει φιλολογία στο Ρόστοκ,στη Λειψία και στο Βερολίνο και να γίνει τελικά δημοσιογράφος και συγγραφέας. Η αγάπη του για τα παιδιά διοχετεύτηκε στα παιδικά του βιβλία ("Ο Εμίλ και οι Ντετέκτιβ","Η Διπλή Λόττε","Η Τάξη που Πετάει" κά) που ξεχώρισαν για το χιούμορ τους αλλά και τον σεβασμό του στην ηθική σοβαρότητα του παιδιού (ένα μείζον ζήτημα της παιδαγωγικής πρακτικής και σήμερα).Το πιο γνωστό από αυτά ,Emil und die Detektive,1929,έγινε θεατρικό έργο, που παίχτηκε σε πάρα πολλές εκδοχές, και κινηματογραφική ταινία.


Kästner, 1970

Erich Kästner signature.svg


Πολλά βιβλία του Κέστνερ -αλλά και του Χάινριχ Μαν,του Ερνστ Γκλέζερ κά-, ρίχτηκαν στην πυρά στις 10 Μαΐου 1933,όταν πάνω από 20.000 βιβλία χαρακτηρισμένα ως αντιγερμανικά κάηκαν από το χιτλερικό καθεστώς .Πρωτοστάτες ήταν φοιτητές που είχαν προσχωρήσει στους Ναζί και ο Κέστνερ που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της φωτιάς στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου έγραψε αργότερα: "βρισκόμουν μπροστά από το Πανεπιστήμιο, ανάμεσα σε φοιτητές,το άνθος του έθνους μας ,με στολές ναζιστικές,κι έβλεπα τα βιβλία μας να γίνονται παρανάλωμα του πυρός".
Ο Κέστνερ μη μπορώντας να διαφύγει,παρέμεινε στη ναζιστική Γερμανία και υπέστη σκληρή λογοκρισία και εν τέλει ρητή απαγόρευση της έκδοσης των έργων του.Από το 1933 που πρωτομπήκε στο στόχαστρο των Ναζί μέχρι το 1945 τον συνέλαβαν δύο φορές,διεγράφη από τον Σύλλογο Συγγραφέων και δημοσίευε μόνο ανώδυνα κείμενα ή χρησιμοποιώντας το όνομα άλλων ή εκδίδοντάς στον οίκο Atrium της Ζυρίχης,του Εβραίου εκδότη Kurt Maschler.Με ειδική άδεια και πάντα με ψευδώνυμο(Berthold Bürger) κατάφερε να γράψει μερικά σενάρια αλλά κι αυτά μέχρι τον Ιανουάριο του 1943 οπότε και του επιβλήθηκε καθολική απαγόρευση .
Μετά τον πόλεμο έγινε συντάκτης του περιοδικού Die Neue Zeitung του Μονάχου και στη συνέχεια ίδρυσε μια παιδική εφημερίδα.Από το 1952 έως το 1962 χρημάτισε πρόεδρος του δυτικογερμανικού PEN,του γνωστού διεθνούς οργανισμού συγγραφέων.Τα έργα του μετά τον Β΄ Π.Π.αντλούν από τα ύφη και τις ιδέες της κοινωνικής φιλοσοφίας,δίχως όμως να χάνουν το χιούμορ τους:"Das Doppelte Lottchen"(1950),"Zu treuen Händen"(1950),"Die Schule der Diktatoren (1956) και "Als ich ein kleiner Junge" (1957).

Στο καλοσυνταγμένο και περιεκτικό οπισθόφυλλο διαβάζουμε:

Όταν,το 1931,κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα "Φάμπιαν"του Έριχ Κέστνερ,η εθνικο-σοσιαλιστική εφημερίδα Volkischer Beobachter έσπευσε να το χαρακτηρίσει "εκδοτικό σκουπίδι ".Ο κριτικός που υπέγραφε το κείμενο ήταν,φυσικά,ανώνυμος και ο χαρακτηρισμός αποτέλεσε, και αποτελεί μέχρι σήμερα,τίτλο τιμής.Άλλωστε, λίγους μόλις μήνες αργότερα,το βιβλίο είχε πουλήσει πάνω από 30.000 αντίτυπα,σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Κι όμως,το αριστούργημα του Κέστνερ δεν ευτύχησε να παρουσιαστεί στους αναγνώστες, όπως ακριβώς το έγραψε και το παρέδωσε ο ίδιος ο δημιουργός του.Ο επιμελητής και ο εκδότης προχώρησαν σε μια σειρά αλλαγών.Κι ένα ολόκληρο κεφάλαιο λογοκρίθηκε.Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες,για να κυκλοφορήσει το βιβλίο για πρώτη φορά πλήρες και χωρίς περικοπές. Η ανά χείρας έκδοση περιλαμβάνει την αρχική μορφή και τον αρχικό τίτλο του μυθιστορήματος,ενώ στο Παράρτημα οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν λεπτομερώς την περιπέτεια του βιβλίου.
Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του Γιάκομπ Φάμπιαν,άνεργου διδάκτορα της φιλολογίας, ο οποίος, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, εξερευνά τον βερολινέζικο κόσμο της νύχτας. Γύρω του ακμάζουν τα πορνεία, τα ατελιέ των καλλιτεχνών και τα παράνομα καμπαρέ, η ανεργία μαστίζει την κοινωνία,ο πληθωρισμός καλπάζει,οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις καταλήγουν σε βίαιες συγκρούσεις. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης καταρρέει,η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι κάτοικοί της ζουν, ερωτεύονται,πολιτικοποιούνται σαν να μην υπάρχει αύριο,βιώνουν την πνευματική τους παρακμή και βυθίζονται στο αλκοόλ και στις καταχρήσεις, γνωρίζοντας πολύ καλά πως το μέλλον δεν υπόσχεται τίποτα.Και,μέσα στη γενικευμένη ανηθικότητα, ο ήρωας του έργου παλεύει να επιβιώσει, παραμένοντας ένας ηθικός άνθρωπος.
Ο Κέστνερ,ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς,με εντυπωσιακή γλωσσική μαεστρία, προσφέρει στους αναγνώστες ένα εξαιρετικά απολαυστικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα προφητική μαρτυρία για την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και την εποχή πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

"Der Gang vor die Hunde",
η πρώτη γραφή του Φάμπιαν

Στην ελληνική έκδοση περιλαμβάνεται,όπως είπα ήδη πιο πάνω,και το επίμετρο του Sven Hanuschek επιμελητή της γερμανόγλωσσης (2013),στο οποίο γίνεται πλήρης παρουσίαση,κριτική προσέγγιση και ανάλυση του μυθιστορήματος που τοποθετείται και πολύ σωστά,πιστεύω,πρώτα στο ιστορικό/πολιτικό/κοινωνικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε και μετά και στις θυελλώδεις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Ο Hanuschek φωτίζει το έργο εξαιρετικά και δίνει στον σημερινό αναγνώστη πολλά κλειδιά για να καταλάβει καλύτερα το φαινομενικά απλό κείμενο του Κέστνερ μα που γίνεται σε δεύτερη,πιο προσεκτική ανάγνωση ή αν θέλετε μετά τα γελάκια από τα ευτράπελα της αρχής -πριν σφίξουν οι καταστάσεις δηλαδή στο παραλυμένο και τραγικό από μια άποψη Βερολίνο του μεσοπολέμου-,ένα  μελαγχολικό και σκοτεινό κείμενο,στιγματισμένο από την ασχήμια, την  τρέλα και τη νοσηρότητα μιας κοινωνίας σε κατάρρευση,γραμμένο όμως με σαρκαστική διάθεση, πικρία,προβληματισμό και μια θλίψη σχεδόν ηρωική(μόνος εναντίον πολλών)για την κατάντια που σε ρίχνει και σένα,τον αναγνώστη, σε απόγνωση για το δικό σου εδώ και τώρα στην εκφασισμένη -ξανά,αν είναι δυνατόν-, Ευρώπη.

Και πώς αλλιώς να πω και κάτι άλλο που θέλω δίχως να φανεί κλισέ,κούφιος μελοδραματισμός.Πώς να πω πόσο μοιάζει με τη σημερινή παρακμή αυτό που διαβάζει κι ο πιο επιφανειακός αναγνώστης πίσω από τη γελοιότητα,την παθητικότητα,την ηττοπάθεια,την απελπισία των καταστάσεων του κόσμου του Φάμπιαν,ενός όμορφου στη ψυχή ανθρώπου που δεν επιθυμεί το πλήθος γύρω του να στραφεί στον ασκητισμό και να κλειστεί σε σκήτες και μοναστικά κελλιά για να σωθεί βολικά από τους δαίμονές του μα οραματίζεται ένα πιο φωτεινό αύριο στο οποίο η κοινωνία συλλογικά θα τινάξει από πάνω της την αισθητική και ηθική ρυπαρότητα και θα βαδίζει με περισσότερη συμπόνια και αρετή,στη Γερμανία και παντού.
Ο Κέστνερ βλέπει ότι έρχεται κι άλλη συμφορά,αναπνέει ήδη το δηλητήριο των ζοφερών ζυμώσεων, διακρίνει το μίσος που νιώθουν οι συμπατριώτες του από την ήττα στον πόλεμο μέσα στη φρενήρη τους καθημερινότητα, βλέπει πώς το εκτονώνουν πρόσκαιρα σαν να μην υπάρχει αύριο και διακρίνει το θηρίο στις πράξεις τους ακόμα κι αν αυτές μοιάζουν ή και καμώνονται πως είναι μια διεκδίκηση ελευθερίας,καλλιτεχνικής και μη.Δεν είναι·είναι κατήφορος,είναι μια άνευ ορίων αγοραπωλησία,μια ατέρμονη σπατάλη ξεζουμισμένων κορμιών και στραγγισμένων πνευμάτων, είναι πλιάτσικο· είναι οτιδήποτε μπορεί να φέρει ψήγματα ευχαρίστησης κι ας είναι φως φανάρι ότι αυτή η ευχαρίστηση είναι της στιγμής,πλαστή,χυδαία,εφήμερη,επικίνδυνη γιατί μαζικοποιείται εσκεμμένα.
Ο Κέστνερ μέσω του Φάμπιαν οσμίζεται πού θα εκτονώσει η μάζα την απελπισία της,πού θα στρέψει το αυξανόμενο μίσος της.Και θα επιβεβαιωθεί δραματικά λίγα χρόνια μετά.Το τέλος του ηθικού και ειρηνιστή και μαζί ελεύθερου πνευματικά Φάμπιαν δεν θα μπορούσε παρά να είναι αυτό ακριβώς που του δίνει.

Μου έκανε εντύπωση -και θα κλείσω όλες αυτές τις σκέψεις που μου προκάλεσε το θαυμάσιο βιβλίο γιατί δεν έχουν τελειωμό και αυτό είναι βέβαια η κύρια αξία του-, ότι το 1931 εξαντλήθηκε μέσα σε μια μόλις εβδομάδα,τυπώθηκαν κι άλλα κι ύστερα κι άλλα αντίτυπα και εν ολίγοις ως το 1932 είχε γίνει μπεστ σέλλερ της εποχής και είχε αρχίσει κιόλας να μεταφράζεται και σε άλλες γλώσσες.Το 1933 η επικράτηση των χιτλερικών-με εκλογές παρακαλώ-, ήταν απόλυτη και το 1939 η λεηλασία και η αρπαγή γινόταν το καθημερινό σκηνικό ζόφου και θανάτου σε όλη την Ευρώπη. Πού διάολο ήταν, τι απέγιναν όλοι αυτοί που διάβασαν και συζήτησαν φαντάζομαι στα περιβάλλοντά τους το βιβλίο του Κέστνερ μόλις λίγα χρόνια πριν;Γιατί βούλιαξε στην αναισθησία ο γερμανικός λαός, λούφαξε ή συμμετείχε και άφησε το τέρας να διαλύσει εκ νέου τα πάντα;Γιατί το υπηρέτησε;
Μα και πόσο λανθασμένη ήταν η συνθήκη των Βερσαλλιών;Ποιο το μερίδιο έμμεσης ευθύνης,αν υπήρξε,της Γαλλίας στην άνοδο του Χίτλερ,της αποικιοκρατικής Γαλλίας των ανώτερων τάξεων των εθισμένων στο ξεζούμισμα των αδύναμων του δικού τους μα και των άλλων λαών που πίεσε τους υπόλοιπους νικητές,κι έγινε μ΄αυτούς τους άκρως ταπεινωτικούς όρους η λήξη του Α΄Π.Π. ;

Από την άλλη σκέφτομαι και το πιο διαχρονικό,το πώς μπορεί ένα μυθιστόρημα,και στο χτες και στο σήμερα,όσο βαθιά,όπως ετούτο,πολιτικό κι αν είναι,να σμιλέψει ξεκάθαρες και σθεναρές αντιστάσεις απέναντι στο Κακό,αν η αστική Δημοκρατία ήδη μπάζει από παντού;Αν είναι παραδομένη αμαχητί στην τρέχουσα ανά εποχή ηθική παραλυσία που βαφτίζεται επιλογή και ελεύθερη βούληση και άλλα τέτοια ηχηρά;Και πώς να ορίσουμε -και ποιοι-μια τέτοια παγκόσμια Ηθική που να είναι ο φύλακας άγγελoς του είδους μας κι όχι ο δήμιός του;
Μπορεί ο Ντέμπλιν,που το αριστούργημά του "Βερολίνο Αλεξάντερπλατς" δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό μου όσο διάβαζα τον Κέστνερ,ο Κάφκα,o Μούζιλ,ο Ντίκενς,φυσικά οι συγκλονιστικοί Ρώσοι συγγραφείς,μα και αρκετοί,ευτυχώς,σημερινοί λογοτέχνες,ουμανιστές και προοδευτικοί διανοητές, μπορούν αυτοί, μπορεί  η Λογοτεχνία τους να προτείνει δρόμους αφύπνισης;
Μπορεί να βάζει ψηφίδες ομορφιάς και ανθρωπιάς στον κόσμο ,χνάρια για ένα δίχως στοιχειά και τελώνια μονοπάτι προς την κορυφή;
Ίσως ο Κέστνερ και πάλι να μου δίνει την απάντηση αν στη θέση των λέξεών του που διαβάζω, αφού σκεφτώ αλλιώς,και δω πίσω απ΄αυτές,γκρεμίσω το ταμπλό βιβάν σαν να είμαι ένας μοναχικός αλλά όχι μόνος Φάμπιαν στον 21ο αιώνα με κουρασμένα από την ασχήμια μάτια και αποκαμωμένη από την περιρρέουσα ανηθικότητα ψυχή και συνειδητοποιήσω τις φοβερές αλήθειες. 
Και έτσι, ίσως, πάψει η θλίψη μου/μας να είναι αναίσθητη και ο πόνος μου/μας κρύος.(Τι φράση, Θεέ μου,ολόκληρο δοκίμιο συμπυκνωμένο σε εννέα λέξεις).

Ο Φάμπιαν κοίταξε για μια ακόμα φορά τον νεκρό του φίλο.Έπειτα βγήκε από το δωμάτιο για να τους αφήσει μόνους.
Παραήταν κουρασμένος για να κοιμηθεί και παραήταν κουρασμένος για να ανταποκριθεί στο πένθος που απαιτούσε η ημέρα.Ο πωλητής πλεκτών στη Μύλερστράσε κρατούσε το πονεμένο του μάγουλο. Χέτσερ δεν τον έλεγαν;Η γυναίκα του καθόταν ανικανοποίητη στο κρεβάτι.Η Κορνέλια ήταν για δεύτερη μέρα μαζί με τον Μάκαρτ.Ο Φάμπιαν έβλεπε τα γεγονότα να προβάλλονται σαν ταμπλό βιβάν,χωρίς τρίτη διάσταση,κάπου αλλού μακριά στον ορίζοντα της μνήμης του.Εκείνη τη στιγμή, ακόμα και το γεγονός ότι ο Λαμπούντε κειτόταν νεκρός σε μια βίλα στο Γκρούνεβαλντ τον απασχολούσε μονάχα ως σκέψη.
Ο πόνος του είχε καεί σαν σπίρτο και είχε σβήσει.Θυμήθηκε ότι πάθαινε το ίδιο όταν ήταν παιδί:αν έκλαιγε πολλή ώρα για κάποιο πρόβλημα που του φαινόταν τεράστιο κι αξεπέραστο το ρεζερβουάρ που τον εφοδίαζε με πόνο άδειαζε.Τα συναισθήματα ψυχορραγούσαν,όπως όταν παθαίνει κανείς καρδιακή προσβολή και νιώθει να γλυστράει η ζωή μέσα απ΄τα χέρια του.Η θλίψη του ήταν αναίσθητη,ο πόνος του κρύος.

(σελ.214)

Σχόλια